Οι ταινίες που βασίζονται σε αληθινά γεγονότα πάντα με μαγνήτιζαν λίγο περισσότερο από εκείνες άλλων ειδών. Μου άρεσε το πως διάλεγαν ένα από τα θύματα ως πρωταγωνιστή, για να πουν τις ιστορίες και όλων των υπολοίπων. Πλέον, μεγαλύτερη και με περισσότερες εμπειρίες, με εντυπωσιάζει το συναίσθημα που κρύβουν συνήθως αυτού του είδους οι ταινίες. Ο τρόπος με τον οποίο οι ηθοποιοί ζουν πραγματικά αυτό που πλήγωσε κάποιους άλλους ανθρώπους, είναι για εμένα συγκινητικός.

Η ταινία όμως που με έκανε να αποκτήσω πραγματικό ενδιαφέρον στις ίδιες τις ιστορίες εκτός των ταινιών, ήταν η «22 Ιουλίου» του Πωλ Γκρινγκρας. Η ταινία αφηγείται τα γεγονότα της τρομοκρατικής επίθεσης στο Όσλο και την κατασκήνωση στο νησί Ουτόγια. Η αφήγηση εναλλάσσεται σε 4 P.OV. (Points Of View). Του Βίλγιαρ Χάνσεν και της οικογένειάς του, που παλεύουν να ορθοποδήσουν αφότου ο Βίλγιαρ τραυματίστηκε σοβαρά στην επίθεση, του Άντερς Μπρέιβικ, ακροδεξιού εξτρεμιστή τρομοκράτη, του τότε Πρωθυπουργού της Νορβηγίας και του Γκέιρ Λίπεσταντ, τον οποίο ο Μπρέιβικ διάλεξε για δικηγόρο.

Όταν την παρακολούθησα πρώτη φορά, με καθήλωσε. Όταν έγιναν οι επιθέσεις ήμουν μικρή και έκτοτε δεν έτυχε να τις αναζητήσω. Αφότου τελείωσε η ταινία, ήμουν τόσο συνεπαρμένη που δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Αντ’ αυτού πέρασα όλη τη νύχτα αναζητώντας ειδήσεις και λεπτομέρειες για την τραγωδία: Στις 22 Ιουλίου του 2011, ο Άντερς Μπρέιβικ, αφότου έβαλε εκρηκτικά στο εμπορικό κέντρο του Όσλο, κινήθηκε προς το νησί Ουτόγια, όπου βρίσκεται πολιτική κατασκήνωση για νέους. Ντυμένος ως αστυνομικός, έφτασε στο νησί και άνοιξε πυρ προς τα παιδιά και τους εργαζομένους.

Ο Πωλ Γκρίνγκρας έχει πετύχει κι άλλες φορές στον κινηματογραφικό χώρο, δημιουργώντας ταινίες με βάση αληθινές ιστορίες, αληθινές τραγωδίες, ανάμεσά τους η ταινία «United 93», για την οποία κέρδισε το βραβείο BAFTA για καλύτερη σκηνοθεσία το 2006. Με το ιστορικό του δεν ήταν δύσκολο για τους ανθρώπους των οποίων την ιστορία θα έλεγε μέσα από την ταινία, να εμπιστευτούν πως θα έκανε κάτι καλό. Χωρίς να ρομαντικοποιεί καμία κατάσταση, ο Γκρίνγκρας πήρε στα χέρια του την ευθύνη αυτής της βαριάς μέρας και έφτιαξε μια δυνατή κινηματογραφική επιτυχία.

Η ταινία ξεκινάει δείχνοντας τον Μπρέιβικ να ετοιμάζει τα όπλα και τα εκρηκτικά του, μα αυτό εναλλάσσεται με σκηνές όπου τα παιδιά φτάνουν στην Ουτόγια. Ο Μπρέιβικ αφήνει το βαν του, γεμάτο εκρηκτικά, έξω από το κτίριο του γραφείου του τότε Πρωθυπουργού της Νορβηγίας, Γενς Στόλτενμπεργκ. Ο Γενς είχε προγραμματίσει επίσκεψη στο νησί Ουτόγια στις 23 Ιουλίου και την ώρα της έκρηξης, βρίσκεται στην οικία του και δουλεύει τον λόγο του. Ο Άντερς μπαίνει σε ένα άλλο βαν, το οποίο έχει φορτώσει με τα όπλα του, και φεύγει από το κέντρο της πόλης πριν σκάσουν τα εκρηκτικά, τα οποία σκότωσαν οκτώ ανθρώπους και κράτησαν τα ΜΜΕ, την αστυνομία και το γραφείο του Πρωθυπουργού απασχολημένους, όσο εκείνος οδηγούσε προς το νησί.

Στην Ουτόγια, τα παιδιά κάνουν τις δραστηριότητές τους. Ο Βίλγιαρ Χάνσεν είναι από τους γνωστότερους νέους της κατασκήνωσης, φίλος με όλα τα παιδιά που βρίσκονται εκεί. Είναι μαζί με τον μικρότερο αδερφό του, Τόριε, όταν μαθαίνουν για την βοβμιστική επίθεση στο Όσλο. Καλούν τους γονείς τους για να βεβαιωθούν ότι είναι καλά, και ο Βίλγιαρ υπόσχεται πως θα προστατεύσει τον Τόριε, στη μηδαμινή περίπτωση που κάτι θα συνέβαινε. Το προσωπικό της κατασκήνωσης, διαβεβαιώνει τα παιδιά πως βρίσκονται στο «ασφαλέστερο μέρος της γης». Λεπτά αργότερα, ο Μπρέιβικ φτάνει απέναντι απ’ το νησί, ντυμένος ως αστυνομικός, και καλεί το φέρρυ ώστε να φτάσει στην Ουτόγια. Πυροβολεί τον αρχηγό ασφαλείας και την διευθύντρια της κατασκήνωσης, μόλις φτάνουν στο νησί. Τα παιδιά ακούν τους πυροβολισμούς και τρέχουν να βρουν σωτηρία, καθώς ο Μπρέιβικ ανοίγει πυρ, σκοτώνοντας δεκάδες. Ο Βίλγιαρ και ο Τόριε, μαζί με δεκάδες ακόμη παιδιά κρύβονται σε ένα βραχώδες ανάχωμα στην παραλία. Ο Μπρέιβικ βρίσκει το γκρουπ και ξεκινά να πυροβολεί. Ο Βίλγιαρ χτυπιέται πέντε φορές, αλλά ο Τόριε δραπετεύει σώος. Η αστυνομία έχει καταφτάσει στο νησί, και βρίσκει τον τρομοκράτη, ο οποίος παραδίδεται και μεταφέρεται στην ενδοχώρα για ανάκριση.

Οι σκηνές της καταδίωξης είναι τουλάχιστον τρομακτικές. Το στομάχι σου δένεται όσο βλέπεις τον τρομοκράτη να φωνάζει στα παιδιά, «Σήμερα θα πεθάνετε!». Η ταινία, όμως, δεν αναλώνεται στο συμβάν, στις επιθέσεις. Στην πραγματικότητα, ο Γκρίνγκρας αφιερώνει περίπου 40 λεπτά σε αυτά. Οι υπόλοιπες δυο ώρες, εστιάζουν στις επιπτώσεις των επιθέσεων και κυρίως στη δίκη του Μπρέιβικ και την ανάρρωση του Βίλγιαρ.

Στο ανακριτήριο, ο Μπρέιβικ ζητά τη βοήθεια του δικηγόρου Γκέιρ Λίπεσταντ. Ο Λίπεσταντ δεν μπορεί να αρνηθεί λόγω νόμων και παρότι δεν θέλει, αναλαμβάνει την υπόθεση. Αυτό αργότερα θα προσελκύσει μίσος προς την οικογένειά του, η οποία δέχεται απειλητικά τηλεφωνήματα και αναγκάζεται να πάρει το παιδί του από το δημόσιο σχολείο όπου φοιτά. Προτείνει μια υπεράσπιση για τον Μπρέιβικ, η οποία γίνεται στόχος κριτικής καθώς σημαίνει ότι ο τρομοκράτης θα κλειστεί σε ίδρυμα αντί να φυλακιστεί. Με τη βοήθεια διαφόρων ψυχιάτρων και ψυχολόγων, ο Μπρέιβικ διαγιγνώσκεται πιθανώς με παρανοϊκή σχιζοφρένεια, μα ο Μπρέιβικ λέει στον Λίπεσταντ ότι θέλει να κηρυχθεί ικανός να νομιμοποιήσει τις επιθέσεις του, διότι θεωρεί την αποστολή του ως κάτι που πρέπει να εμπνεύσει τον κόσμο.

Ταυτόχρονα, ο Βίλγιαρ ξυπνά από κώμα με τραυματισμούς που αλλάζουν τη ζωή. Έχει χάσει το ένα του μάτι και κομμάτια σφαίρας έχουν κολλήσει στον εγκέφαλό του, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να χάσει τη ζωή του με το παραμικρό. Περνά δύσκολες μέρες στο νοσοκομείο ώσπου φτάνει στο σημείο να πάρει εξιτήριο και επιστρέφει στο σπίτι με την οικογένειά του. Μαθαίνει να περπατά ξανά, αλλά στοιχειώνεται από τις αναμνήσεις της επίθεσης, οι οποίες δεν τον αφήνουν να προχωρήσει. Έχει αποκοπεί απ’ τους φίλους του και την οικογένειά του και περνά τυραννικά τις ώρες του προσπαθώντας να μάθει να ζει ξανά.

Με την υποστήριξη της μητέρας του και της Λάρα, μιας φίλης του και επιζήσασας της επίθεσης στην Ουτόγια, εμφανίζεται στο δικαστήριο ως μάρτυρας και βγάζει λόγο για τη σφαγή. Μεγάλη ώθηση ήταν για εκείνον τα λόγια της Λάρα, η οποία, όταν της παραδέχτηκε πως ένιωθε αδύναμος απέναντι στον Μπρέιβικ, του απάντησε, «Μπορείς να είσαι αδύναμος και συνάμα δυνατός». Ο Μπρέιβικ καταδικάζεται σε 21 χρόνια, το οποίο μπορεί να παραταθεί από δικαστήριο εάν κριθεί ότι εξακολουθεί να αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία.

Ο Βίλγιαρ ξεκινά στην ταινία ως ένας εκθαμβωτικός νεαρός, γεμάτος ενέργεια, φίλους, φιλοδοξίες και όνειρα. Η επίθεση του κοστίζει ένα μάτι, τη χρήση ενός χεριού και αφήνει θραύσματα από σφαίρες επικίνδυνα κοντά στο στέλεχος του εγκεφάλου του. Επίσης, τουλάχιστον προσωρινά, του κοστίζει το πνεύμα του. Ο Βίλγιαρ, αποφασίζοντας να κάνει δήλωση στη δίκη, πάει ενάντια όχι μόνο στην φυσική του κατάσταση, αλλά και στην πνευματική, καθώς αναβιώνει και τις αξίες που προσπάθησε να σκοτώσει ο Μπρέιβικ. Η ιστορία του Βίλγιαρ είναι απλώς μια από τις εκατοντάδες, μα όλες μοιράζονται ένα κοινό: οι επιζήσαντες και οι οικογένειές τους βγήκαν από τις φλόγες δυνατότεροι.

Μέσα από τον Βίλγιαρ και τον Τόριε αλλά και μέσω αναφορών σε άλλα θύματα, από τους γονείς τους, βλέπουμε τη δύναμη του μετατραυματικού στρες και του φόβου που αναπόφευκτα φέρνει ένα τέτοιο συμβάν σε όλους τους εμπλεκόμενους κι όχι μόνο στους τραυματίες, ή όσους έχασαν δικούς τους ανθρώπους. Είναι αξιέπαινο το γεγονός πως ο Γκρίνγκρας δεν διστάζει να δείξει την ψυχολογική φθορά και πώς ο ηθοποιός που υποδύεται τον Βίλγιαρ, παρότι ανερχόμενος, αποτυπώνει τόσο σωστά τα συναισθήματα.

Αυτό είναι και το γεγονός που κάνει τη δημιουργία του Γκρίνγκρας επιτυχημένη. Δεν προσπάθησε να κάνει την ανάρρωση του Βίλγιαρ κάτι εύκολο, ή να παρουσιάσει την κατάθεσή του στο δικαστήριο ως κάτι θριαμβευτικό και ενθουσιώδες.  Αυτή η ιστορία δεν είναι μια ιστορία πανηγυρισμού, αλλά μια ιστορία για τη δυσκολία και την αναγκαιότητα. Ο Γκρίνγκρας έχει δηλώσει πως τα γεγονότα της 22ης Ιουλίου πρέπει να ακουστούν και να κατανοηθούν από όσο περισσότερο κόσμο γίνεται. Δεν ήταν απλώς πολιτικές επιθέσεις, μα επιθέσεις σε ό,τι δεν ταιριάζει στην «κανονικότητα» κάποιας ομάδας ανθρώπων. Επιθέσεις σε αθώα παιδιά, με όνειρα και ελπίδες, και ο Γκρίνγκρας κάνει την καλύτερη δουλειά στο να παρουσιάσει την αλήθεια ωμή, μέσω της τέχνης του.


Γράφει η Αναστασία Σκούλη.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.