Πίσω από το πρόσωπο του τέρατος…

 

Του Κωνσταντίνου Καραγιαννόπουλου.

Γενιές ολόκληρες δημοσιογράφων γαλουχηθήκαμε, στο αστυνομικό ρεπορτάζ, με το ‘δόγμα’ του, γνωστού profiler του FBI, John Douglas. Μιαν αντίληψη για την εικόνα του εγκληματία, που δόμησε –ουσιαστικά- τα «απεικονιστικά μοντέλα»[1] του αμερικανικού ποινικού νόμου. Όσα, όμως, και να προσέφερε (ως γνώση) η συγκεκριμένη μεθοδολογία μελέτης του εγκληματικού profile∙ ταυτόχρονα, μας απομάκρυνε από το πολυδιάστατο του φαινομένου του εγκλήματος. Κάτι, που ήταν εξ αρχής αναμενόμενο, μιας και η πραγματική στόχευση, αυτής της μεθόδου, ήταν η ανεύρεση ενός δράστη και όχι η πλήρης κατανόηση του φαινομένου.

Στο ντοκιμαντέρ «Συνέντευξη μ’ έναν κατά συρροή δολοφόνο», για το οποίο θα μιλήσουμε σήμερα, γίνεται μια προσπάθεια παρουσίασης και ανάλυσης του serial killing, μέσα από την ιστορία του Arthur Shawcross.

Ο Shawcross, γνωστός κι ως ο δολοφόνος του ποταμού Genesee, αποτελεί μιαν από τις πιο αντιπροσωπευτικές εγκληματικές προσωπικότητες, που απασχόλησε την κοινή γνώμη και επιβεβαίωσε την στερεοτυπική εικόνα του μοχθηρού τέρατος. Μάλιστα, στην συνέντευξη που έδωσε ο Shawcross, για το εν λόγω ντοκιμαντέρ, λέει χαρακτηριστικά: «Οι άνθρωποι έξω δεν ξέρουν τι θα πει Κακό».

Στο murderpedia.org, ο Arthur Shawcross, χαρακτηρίζεται ως «διαμελιστής», ενώ αφήνεται ανοιχτό το ενδεχόμενο να είχε εμπλακεί και σε κανιβαλικές επιθέσεις. Στα 13 υπολογίζονται τα θύματά του, μεταξύ των οποίων και δυο παιδιά. Η μεθοδολογία που ακολουθούσε περιλάμβανε στραγγαλισμό, πρόκληση ασφυξίας ή ξυλοδαρμό. Ο ίδιος, μέσα στα χρόνια, ανάπλαθε συνεχώς τα γεγονότα, και τους έδινε κάθε φορά διαφορετικές ερμηνείες.

Το φαινόμενο των πολλαπλών ανθρωποκτονιών (multicides) έχει απασχολήσει εδώ και χρόνια την επιστημονική κοινότητα. Δυστυχώς, μέχρι και σήμερα, ελάχιστα γνωρίζουμε γι’ αυτόν τον ιδιαίτερο τύπο εγκλήματος. Σύμφωνα με τον κλασικό κανόνα, κατά συρροή δολοφόνος είναι εκείνος που τελεί τρεις ή και περισσότερες ανθρωποκτονίες με πρόθεση και σε ξεχωριστούς τόπους. Επίσης, μεταξύ των ανθρωποκτονιών υπάρχει ένα διάστημα αποφόρτισης [cooling- off period). Ο κανόνας αυτός, όμως, είναι ελλιπέστατος, γι’ αυτό χρειάστηκε να προστεθούν και κάποιοι επιπλέον παράγοντες, όπως το επαναλαμβανόμενο της ανθρωποκτονίας, το ότι –κατά κανόνα- δεν υπάρχει διαπροσωπική σχέση μεταξύ δολοφόνου και θύματος, το κίνητρο του δράστη που περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στο να σκοτώσει και το ιδιότυπο του κινήτρου, όπου φαίνεται να είναι εγγενές στην προσωπικότητά του.

Όπως αναφέρει ο R. Markman, στο βιβλίο του Alone with the Devil: Famous cases of a courtroom psychiatrist, οι serial killers «στερούνται πλέγματος εσωτερικών απαγορεύσεων και συνείδησης[2], η οποία είναι αυτή που εμποδίζει τον μέσο άνθρωπο να αφήσει εντελώς αχαλίνωτη την συμπεριφορά του εκφράζοντας έτσι τις πιο βίαιες και πρωτόγονες παρορμήσεις του».

Ο Κρίστοφερ Μάρτιν, σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ, δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη του τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του συνεντευξιαζόμενου. Έτσι, από τα πρώτα κιόλας λεπτά, ο Shawcross αρχίζει να παίζει με τον συνεντευκτή του. Το ένα ψέμα διαδέχεται το άλλο κι όσο πιο σοκαρισμένο αισθάνεται τον απέναντί του τόσο περισσότερο τολμηρότερος γίνεται. Κι ενώ ανοίγεται (έστω κι έτσι) ένα πεδίο όπου ο Μάρτιν θα μπορούσε να εξερευνήσει –αν και καθυστερημένα- μέσω κατάλληλων ερωτήσεων, ο χρόνος που αφήνει να περνά, καθώς και η ίδια του η στάση, απομακρύνουν τον Shawcross από κάθε προσπάθεια εξομολόγησης ή αποκαλύψεις νέων  στοιχείων. Επίσης, ο Μάρτιν φαίνεται πως δεν έκανε ουσιαστική έρευνα για το θέμα και βασίστηκε σ’ ό, τι του είπαν οι εμπλεκόμενοι της υπόθεσης. Αυτός είναι ο λόγος που δεν βγαίνει στο τέλος ένα ξεκάθαρο μήνυμα κι ο θεατής μένει μπερδεμένος ή και σοκαρισμένος.

Στην αφήγησή του, περιορίστηκε σε μιαν αποσπασματική παρουσίαση του χρονικού της δράσης του δολοφόνου, δίνοντας έμφαση στα σημεία εκείνα που θα μπορούσαν εύκολα να οδηγήσουν (συνειρμικά) τον θεατή σε εικόνες ταινιών ανάλογης θεματολογίας. Η επιβλητική μουσική επένδυση μαζί με την ατεκμηρίωτη παρουσίαση διαφόρων ερμηνειών και χαρακτηρισμών φανερώνουν πως, σκοπός του σκηνοθέτη ήταν να αγγίξει τον θεατή συναισθηματικά∙ παρά να του προσφέρει ουσιαστική γνώση ή έστω να τον προβληματίσει περεταίρω για το θέμα που πραγματεύεται.

Δύο είναι τα σημεία στα οποία στάθηκα. Το πρώτο, αφορά την προσπάθεια του Μάρτιν να αναιρέσει τους ισχυρισμούς του Arthur Shawcross, πως κακοποιήθηκε -μικρός- από την μητέρα του. Η στάση και τα επιχειρήματα του συνεντευκτή είχαν ως αποτέλεσμα την αποστομωτική απάντηση του Shawcross: «Που το ξέρουν; Εγώ το ξέρω γιατί ήμουν εκεί. Ξέρω τι πέρασα». Για να ενισχύσει –δε- την αμφιβολία, ο σκηνοθέτης, και στο κοινό, παρουσιάζει τα λόγια του Εισαγγελέα[3] (ως επίκληση στην αυθεντία), ο οποίος υποστήριξε πως του τηλεφώνησε η μητέρα του Shawcross και απόρησε και η ίδια με τα όσα δήλωσε ο γιος της. Βέβαια, κι εδώ επιφύλασσε μιαν απάντηση- και στον Εισαγγελέα και στην μητέρα του- ο Arthur Shawcross … «Όλοι αυτό θα έκαναν. Φαντάζεσαι τι θα της συνέβαινε αν παραδεχόταν ότι μου έκανε τέτοια πράγματα;». Ακόμα και στην περίπτωση που –όντως ο Shawcross- ψευδόταν, η λάθος στάση του συνεντευκτή του έδωσε έναν παραπάνω πόντο.

Το δεύτερο σημείο αφορά στον γρήγορο τρόπο που παραμέριζε τα επιχειρήματα των επιστημόνων που μελέτησαν ενδελεχώς την υπόθεση. Ο νευρολόγος Dr. Jonathan Pincus υποστήριξε πως τρεις ήταν οι σημαντικότεροι παράγοντες στην διαμόρφωση της δολοφονικής συμπεριφοράς του Arthur Shawcross:

  1. Εγκεφαλική βλάβη
  2. Ψυχική νόσος
  3. Εμπειρία της κακοποίησης

Ενώ, η ψυχίατρος Dr. Dorothy Lewis μίλησε για τα ψυχικά τραύματά του, καθώς και για την ύπαρξη ενός είδους επιληψίας.

Βέβαια, είναι γνωστή η ικανότητα τέτοιων ανθρώπων να υποκρίνονται και να μπερδεύουν τους ειδικούς. Όμως, η ανισομερής παρουσίαση των επιχειρημάτων και η ατεκμηρίωτη παράληψη ή εναντίωση σε κάποιες επιστημονικές οπτικές, όχι μόνο δεν βοηθάνε την σφαιρική παρουσίαση ενός τόσο πολυεπίπεδου φαινομένου, αλλά δημιουργούν και λανθασμένες εντυπώσεις στο κοινό.

Περισσότερες πληροφορίες για το ντοκιμαντέρ μπορείτε να βρείτε στην σελίδα του Netflix: https://www.netflix.com/gr/title/80108996

 

[1] Με την έννοια του συνόλου των ιδεών, στερεότυπων και πεποιθήσεων για την εικόνα του εγκληματία και την κατάλληλη ποινική αντιμετώπισή του.

[2] Ουσιαστικά ο Markman αναφέρεται στην κοινωνική συνείδηση.

[3] Τόσο ο Εισαγγελέας όσο και ο profiler του FBI, που είχε δουλέψει επάνω στην υπόθεση αυτή, βλέπουμε πως ανήκουν στην «Σχολή Douglas».

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.