Λένε πως δεν υπάρχει πιο ολοκληρωμένο συναίσθημα από την αγάπη. Από εκείνη την αγάπη που βγαίνει αβίαστα, χωρίς να περιμένεις να πάρεις για να δώσεις.  Που θα την δεις να στέκεται εκεί, δίπλα σου στα δύσκολα όσο και στα εύκολα. Η αγάπη τριγυρνά παντού γύρω μας. Σε μια όμορφη σχέση, σε μια καλοχτισμένη φιλία. Την αληθινή αγάπη όμως, εκείνη που δε θα λυγίσει και δε θα σβήσει ποτέ, την συναντάς μονάχα σε δύο πρόσωπα. Σε πρόσωπα που όσο κι αν γεράσουν, η αγάπη τους για σένα θα είναι ανιδιοτελής και  δε θα γεράσει ποτέ. Στα πρόσωπα των γονιών σου…

Είναι ο αθώος έρωτας που ένιωσες για πρώτη φορά, όταν αντίκρισες τα μάτια της μητέρας σου να σε κοιτούν με λάμψη. Ο παιδικός ενθουσιασμός, όταν ο πατέρας άνοιγε την πόρτα και γυρνούσε σπίτι και η πριγκίπισσα του, έτρεχε στην πελώρια αγκαλιά του δικού της βασιλιά.  Σε κάθε φόβο που είχες ως παιδί, στέκονταν εκεί, δίχως να κλείσουν το φως, μέχρι να αποκοιμηθείς. Σε κάθε δέκατο του πυρετού, ξενυχτούσαν μαζί σου και γλυκοφιλούσαν το μέτωπό σου.  Προσπάθησαν να σε διδάξουν. Να σου δώσουν γνώση, δύναμη και συναισθήματα για να μάθεις να περπατάς με σωστά βήματα. Άλλες φορές σωστά κι άλλες λάθος. Κάποιες με γλυκό τρόπο κι άλλες φορές με σκληρό και αυταρχικό. Όλες όμως με αγάπη και ενδιαφέρον. Ήσουν ακόμη μικρό και αθώο παιδί όταν σε ρωτούσαν τι ήθελες να γίνεις όταν μεγαλώσεις κι εσύ με θαυμασμό απαντούσες πως ήθελες να γίνεις δυνατός σαν τον μπαμπά σου. Πως ήθελες να είσαι ακούραστη και γεμάτη φροντίδα και περιποίηση καταφέρνοντας τα πάντα, όπως η μαμά σου.

Μεγάλωσες! Ολόκληρος άντρας έγινες και άρχισες να παίρνεις την ζωή στα χέρια σου. Η μητέρα σου, συνέχισε να τρέχει από πίσω σου σαν να μη μεγάλωσες ποτέ. Να σε φροντίζει και να σε συμβουλεύει, μα εσύ ήσουν πια άντρας και δεν είχες ανάγκη από παιδικά κανακέματα. Έγινες γυναίκα πια. Ο πατέρας σου, συνέχισε να σε προστατεύει και να σε περιμένει με αγωνία σ’ εκείνη την παλιά πολυθρόνα να γυρίσεις ξανά πίσω στο σπίτι. Η ανεξαρτησία σου όμως είχε μεγαλώσει αρκετά για να δέχεσαι τον ασφυκτικό έλεγχο του.

Τα χρόνια πέρασαν. Εργάστηκες, ερωτεύτηκες, πόνεσες, έπεσες και σηκώθηκες. Στα δύσκολα και στις αποτυχίες, έτρεχες πίσω σ’ εκείνους  να σε τυλίξουν στις φτερούγες τους και γινόσουν και πάλι για μια στιγμή το μικρό εκείνο παιδί. Στις επιτυχίες και τα επιτεύγματα, γιόρταζες μοιραζόμενος την χαρά σου με νέα αγαπημένα πρόσωπα. Κάποια βράδια, κάθονταν μόνοι και συζητούσαν για σένα. Είχαν ξεχάσει τι είναι άντρας, τι είναι γυναίκα, τι είναι ζευγάρι. Ήταν μόνο γονείς!

Ο χρόνος όμως πέρασε γρήγορα. Έφτιαξες το δικό σου σπιτικό. Το παλιό σου σπίτι, ήταν ξεχασμένο. Οι άνθρωποι που ζούσαν σ’ αυτό ακόμη περισσότερο. Κάποιες Κυριακές, το επισκεπτόσουν ως μια αναγκαστική υποχρέωση αν και ήσουν πάντοτε ευπρόσδεκτος. Το νέο σου σπίτι όμως, δεν ήταν τόσο ευπρόσδεκτο για εκείνους.  Έκανες την δική σου οικογένεια. Στις δύσκολες στιγμές του τοκετού, ζήτησες την μητέρα σου να σου κρατά το χέρι και να σου δίνει κουράγιο. Ζήτησες από τον πατέρα σου να σε βοηθήσει να τα βγάλεις πέρα στο πρώτο οικονομικό κύμα των υποχρεώσεων.

Η χαρά τους ήταν απεριόριστη. Αστείρευτη παρέμεινε η αγάπη τους για το παιδί τους. Διπλή αγάπη όμως για το παιδί του παιδιού τους. Αναγεννήθηκαν. Ένιωσαν ξανά νέοι και χρήσιμοι. Κάποιες πιεστικές και δύσκολες μέρες, άφηνες το παιδί σου στο σπίτι των παππούδων του. Εκείνοι, του έδιναν όσα είχαν και δεν είχαν. Το τάιζαν, το κοίμιζαν, έπαιζαν μαζί του και το φρόντιζαν. Ήταν χρέος τους να το κάνουν. Χωρίς ευχαριστώ και την αγκαλιά που περίμεναν. Κάποιες άλλες μέρες, πιο άνετες και οικογενειακές, συνέχιζαν να παίζουν με το παιδί σου, να το κανακεύουν και να το συμβουλεύουν. Εσύ όμως με βροντερή και αυταρχική φωνή τους απαγόρευες να το κακομαθαίνουν με τους δικούς τους παλιομοδίτικους τρόπους. Με ειρωνεία έλεγες στην μητέρα σου πως δεν θα μεγαλώσω το παιδί μου όπως μεγάλωσες εσύ το δικό σου. Με ασέβεια έλεγες στον πατέρα σου πως είναι δική σου οικογένεια και δεν δέχεσαι τις υποδείξεις του. Τους πίκραινες με τα λόγια σου γιατί ήσουν καλή μάνα, καλός πατέρας, καλός άνθρωπος. Είχες ξεχάσει όμως πως όλα αυτά εκείνοι στα προσέφεραν.

Και τα χρόνια περνούσαν γρήγορα χωρίς να περιμένουν. Η ζωή προχώρησε ακόμη παραπέρα. Η οικογένεια σου μεγάλωνε. Ο στενός σου κύκλος αποκτούσε νέα αγαπημένα πρόσωπα από φίλους. Η καριέρα σου άκμαζε γεμίζοντας χρήματα και αγαθά το σπίτι σου. Εκείνοι ήταν πια γέροι και ολομόναχοι. Ξεχασμένοι από όλους. Ο πατέρας άρρωστος και κουρασμένος. Η μητέρα αποκαμωμένη και με λύπη στα μάτια.

Ώσπου μια μέρα ο χρόνος τελείωσε. Το τηλέφωνο χτύπησε και σε ειδοποίησαν πως οι γονείς σου έφυγαν από την ζωή. Η γη χάθηκε κάτω από τα πόδια σου. Το δάκρυ έσταξε στο μάγουλό σου κάνοντας σε να αποκτήσεις ξανά τα συναισθήματα που είχες ξεχάσει. Στεκόσουν θλιμμένος και θυμόσουν όσες στιγμές είχες μαζί τους. Αχ! Ρε μάνα… Όσα σου έμαθαν και όσα σου προσέφεραν. Αχ! Ρε πατέρα… Αναρωτιέσαι γιατί; Γιατί σε άφησαν; Πώς θα ζήσεις χωρίς αυτούς; Παρακαλάς τον Θεό να σου χαρίσει λίγα ακόμη λεπτά μαζί τους. Να τους αγκαλιάσεις, να τους φιλήσεις. Να τους πεις πόσο τους ευχαριστείς και πόσο τους αγαπάς. Ο χρόνος όμως τελείωσε και δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα.

Ξύπνα! Όνειρο ήταν. Ένα κακό και οδυνηρό όνειρο που αργά ή γρήγορα θα γίνει πραγματικότητα. Γι’ αυτό τρέξε, έχεις ακόμη χρόνο. Άσε για λίγο την πιεστική ρουτίνα σου και πήγαινε να δεις τους γονείς σου. Αγκάλιασε τους. Φίλησε τους. Πέρασε λίγο χρόνο μαζί τους. Πες τους χίλια ευχαριστώ. Μπορεί να σε μεγάλωσαν σωστά και με αρχές χωρίς να σου λείψει τίποτα. Μπορεί να έκαναν λάθη και να μη κατάφεραν να σου προσφέρουν όσα ήθελαν και είχες ανάγκη. Όπως κι αν έγινε, σε μεγάλωσαν. Πόνεσαν, έκλαψαν, στερήθηκαν και σε αγάπησαν όσο τίποτα στον κόσμο.  Πες τους χίλια σ’ αγαπώ, διότι σε φρόντισαν, σε στήριξαν, σε παρηγόρησαν. Μπορεί να μη τα κατάφερναν πάντα. Μπορεί να μην είχαν τον κατάλληλο τρόπο να στο δείξουν. Όπως κι αν έγινε, έκαναν ότι μπορούσαν με αγάπη και στοργή για σένα.

Γι’ αυτό… Μη ξεχνάς να αγαπάς τους γονείς σου, δεν θα τους έχεις για πάντα.


 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Συριόπουλος.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΓράμμα |Κική Δημουλά
Επόμενο άρθροΉρωες και Αντιήρωες.
Κώστας Συριόπουλος
Γεννήθηκε την Άνοιξη του 1991 στην Αθήνα. Πνεύμα ανήσυχο και ελεύθερο. Παλεύει διαρκώς με το να κρατά την ισορροπία ανάμεσα στα δύο του άκρα. Αγαπά την αλήθεια και την αυθεντικότητα, ενώ μισεί όσους τις πληγώνουν. Εύκολο να καταλάβεις πως κινείται. Δύσκολο να κατανοήσεις πως σκέφτεται. Του αρέσει να ψυχολογεί, να αναλύει και να βρίσκει λύσεις, καθώς πιστεύει πως όλα είναι μια απλή σκέψη. Εκφράζεται με το να ξεσπά τις σκέψεις του πάνω στο χαρτί, γράφοντας τραγούδια, ποίηση και διηγήματα. Αγαπημένη του φράση: ” Δεν είμαι αυτό που φαίνομαι, αλλά αυτά που γράφω”.