Για διάφορους λόγους το λέω τώρα.
Η αγωνία μας φέρνει κοντά.
Η μοναξιά της αγωνίας.
Η αγωνία εν ώρα ελπίδος.

Οπότε θα σου πω αυτό που μου έρχεται πρώτο στο μυαλό

ή μήπως αυτό είναι ο εγωισμός;
Μα εσύ τι φταις;
Θα σε ρωτούσα τι από τα δύο με ρωτάς,

αλλά νοιάζομαι πολύ για να απαντήσω.
Δεν θέλω επικοινωνία ψυχών.
Δεν θέλω να ξέρω τίποτα για εσένα.
Δεν θέλω να γνωρίσω τους φίλους σου,

ούτε να ακούσω τι είπαν.
Δεν θέλω να έρθω στο σπίτι σου,

ούτε να μου δείξεις που βάζεις τις πετσέτες.
Την σύμπτωση ερωτευόμαστε, τίποτα άλλο.
Έγινε η αναγκαιότητα φιλαυτία.
Αν θα ξημερώσει, αν θα δω τον ήλιο ξανά

ή μήπως αυτό είναι ο εγωισμός;
Ξέρω, αποφάσισες να λες μόνο την αλήθεια.
Η μοναξιά μας φέρνει κοντά.
Η αγωνία της μοναξιάς.
Η ελπίδα εν ώρα αγωνίας.
Και για διάφορους λόγους δεν στο είπα ποτέ.

 

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΤο Τραγούδι της Ημέρας | 30/12/2018
Επόμενο άρθροΑλλουterra: Το νέο βιβλίο της Αντριάνας Μίνου από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες
Παναγιώτης Ρώνης
Γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1991 στα Γιαννιτσά. Αφού αποφοίτησε από το Γενικό Λύκειο το 2009, έγινε δεκτός στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Leeds στην Αγγλία. Η συναναστροφή του στο πανεπιστήμιο με φοιτητές όλων των εθνοτήτων και κοινωνικών στρωμάτων του κίνησε το ενδιαφέρον για τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Μετά από τρία χρόνια εργασίας στην Καρλσρούη της Γερμανίας, οδηγήθηκε στη Βιέννη, όπου ζει και σπουδάζει σήμερα στο τμήμα Φιλοσοφίας. Του αρέσει να γράφει, παρόλη την αγωνία που συνοδεύει πάντα αυτή τη διαδικασία. Τα ποιήματά του χαρακτηρίζει άλλοτε μια υπαρξιακή χροιά και άλλοτε μια ερωτική διάθεση. Έχει εμπνευστεί από Καββαδία, Σαχτούρη, Σάρτρ, Καμύ και θαυμάζει τον Γιάννη Ρίτσο. Τον προβληματίζει ο τρόπος λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών και συνάμα η απόσταση από τις ανάγκες του ατόμου που αυτές δημιουργούν. Άλλωστε όπως γράφει στο ποίημα του «Συνείδηση», «Ο άθλος της καθημερινής παράνοιας το έχει να εκμαυλίζει κάθε μορφή ζείδωρων συναισθημάτων. Να χτίζει τείχη που φτάνουν ψηλά, πολύ ψηλά, εις στον απόλυτο Δανδή που τόσο θέλει να μοιάσει». Είναι περίεργος να δει την αντανάκλαση των ποιημάτων του πάνω στους αναγνώστες.