Δύο διηγήματα από τις συλλογές «Τριαντάφυλλα με μπακαλιάρο» (Νάγια Κουτρουμάνη,  εκδόσεις Ιωλκός, 2021) και «Μονωτική ταινία», (Ελένη Καραμαγκιώλη, εκδόσεις Ιωλκός, 2021).

 

Διήγημα: Underground

Ήταν απόγευμα, όταν με έθαψαν. Προσπάθησα να πάρω όσες περισσότερες ανάσες μπορούσα, αλλά τα χώματα με σκέπασαν και βυθίστηκα στο σκοτάδι. Έπειτα άρχισε να βρέχει. Το νερό κυλούσε γύρω μου, πάνω μου, μέσα μου. Μου μιλούσε.

«Μην ανησυχείς, γλυκέ μου. Γρήγορα θα ξαναδείς το φως».

Ναι, καλά. Δεν ήθελα τέτοιου είδους παρηγοριές. Ήμουν θαμμένος για πάντα σ’ έναν αποπνικτικό τάφο, χωρίς ελπίδα, μέσα σε μια ησυχία που με τρέλαινε.

Είπα «ησυχία»; Λάθος! Τώρα που αχρηστεύτηκε η όραση και οξύνθηκε η ακοή, κατάλαβα ότι ένα σωρό πράγματα συνέβαιναν εδώ κάτω. Πρώτα ήταν αυτό το συνεχές ποδοβολητό. Εκατομμύρια μυρμήγκια έσκαβαν κατακόμβες, μετέφεραν πολεμοφόδια, ικανοποιούσαν τη βασίλισσα. Μετά ήταν εκείνο το σύρσιμο από τα σκουλήκια που έψαχναν να βρουν τροφή. Έψαχναν να βρουν εμένα. Και μετά ήταν κάτι άλλο. Κάτι που δεν μπορούσα να προσδιορίσω, κάτι που ερχόταν από μέσα μου. Σαν να πρηζόμουν, σαν να έσκαζε το δέρμα μου. Μια ασθένεια του σκοταδιού. Η αρρώστια των φυλακισμένων.

Κάθε μέρα άκουγα φωνές από τον κόσμο πάνω από τα χώματα. Πατούσαν πάνω από τον τάφο μου με τις βαριές τους γαλότσες και γέλαγαν. Τα γουρούνια! Θα ’θελα να ξέρω τι θα έκαναν αν βρίσκονταν στη θέση μου. Η μόνη ευχάριστη ώρα ήταν το δροσερό νερό της βροχής που με μούσκευε ως το κόκαλο και μ’ έκανε να αισθάνομαι ακόμα ζωντανός. Και η φωνή του, βάλσαμο στη σκοτεινή μου ύπαρξη:

«Γρήγορα θα δεις το φως. Λίγες μέρες απομένουν».

Τις ατέλειωτες ώρες που έκανα διάλογο με τον εαυτό μου αναρωτιόμουν, τι στο διάολο έκανα και μου άξιζε μια τέτοια τιμωρία. Ακόμα και δολοφόνος να ήμουν, θα με κάθιζαν στην ηλεκτρική καρέκλα και όλα θα τέλειωναν σε μια στιγμή. Αυτό το μαρτύριο, όμως, δεν είχε τέλος. Δεν υπάρχει χρόνος μέσα στο σκοτάδι της γης.

Τότε ήταν που άκουσα τη φωνή. Ένα κοριτσίστικο κλάμα που ερχόταν από δεξιά μου. Κάποια άλλη ψυχή ήταν θαμμένη εκεί. Ίσως πιο βαθιά, ίσως πιο σκοτεινά. Μήπως έπρεπε να ευχαριστώ το Θεό που υπήρχαν και χειρότερα;

«Είναι κανείς εκεί;» φώναξα. Απόλυτη σιωπή. «Μ’ ακούτε; Σας έχουν θάψει κι εσάς;».

Ένα πνιχτό νιαούρισμα ακούστηκε. Τέντωσα τ’ αυτιά μου.

«Βοήθεια!» φώναξε καθαρά τώρα μια γυναίκα. «Μ’ ακούει κανείς;».

«Ναι, σας ακούω!» ούρλιαξα με λαχτάρα. «Δεν είστε μόνη. Είμαι κι εγώ εδώ. Δίπλα σας».

Κι αυτό το «δίπλα σας» μου έδωσε τη δύναμη να συνεχίσω να ελπίζω. Γιατί τώρα έπρεπε να είμαι διπλά δυνατός και για κείνη.

«Το δέρμα μου» κλαψούρισε. «Σκάει το δέρμα μου!».

«Μην ανησυχείτε. Συμβαίνει αυτό. Πρέπει να κάνετε υπομονή. Άκουσα ότι σε λίγες μέρες θα μας βγάλουν!». Προσπάθησα να κάνω τη φωνή μου όσο πιο καθησυχαστική, σαν να πίστευα κι εγώ στις φήμες. «Το μόνο που πρέπει να κάνετε είναι να μην κουνιέστε, ώστε να μην καταλάβουν τα σκουλήκια ότι βρίσκεστε εκεί. Καταλάβατε; Είναι μόνο θέμα χρόνου. Κρατηθείτε!».

Ήξερα ότι της είχα δώσει ελπίδες. Δεν έκλαιγε πια. Πόσο θα ’θελα να μπορούσα να τη δω. Να τη σφίξω στην αγκαλιά μου. Αλλά το χώμα ήταν πυκνό κι εγώ τρομερά αδύναμος.

Η βροχή έπεσε λυτρωτικά επάνω μου.

«Αύριο» μου ψιθύρισε. «Αύριο, βγαίνεις. Μια βραδιά ακόμη».

Αχ και να είχε δίκιο!

«Θα βγει κι εκείνη;» ρώτησα, αλλά απάντηση δεν πήρα.

«Μ’ ακούτε;» της φώναξα. «Βγαίνουμε αύριο. Δεσποινίς;…».

Τίποτα. Εκτός από ένα θόρυβο που ερχόταν από τα σαγόνια της κόλασης. Ένα σκουλήκι έτρωγε κάτι που βρισκόταν στα δεξιά μου. Όχι, δεν ήταν δίκαιο! Δεν μπορούσε να χαθεί έτσι η μοναδική μου αγάπη…

Δαγκώθηκα, σφίχτηκα, κόκαλα και μύες πόνεσαν τόσο που μου κόπηκε η αναπνοή κι άφησα μια κραυγή, που είμαι σίγουρος ότι τα γουρούνια επάνω το άκουσαν και τους κόπηκε το γέλιο.

Και τότε έσκασα. Ένα πράσινο υλικό βγήκε από το δέρμα μου και σαν στήλη προχώρησε προς τα πάνω με ορμή. Ήταν απίστευτο. Αντί να πεθαίνω, ψήλωνα. Πετάχτηκα πάνω απ’ το χώμα. Μόνο μερικά εκατοστά. Όμως, έβλεπα και πάλι τον ήλιο. Ένα χέρι με άγγιξε.

«Κοίτα, μπαμπά, βγήκε το πρώτο φασόλι!».

Θεέ μου, ήμουν φασόλι! Ποτέ δε θα πήγαινα σχολείο, δε θα παντρευόμουν, δε θα είχα σκύλο ή αυτοκίνητο, δε θα περνούσα τα κυριακάτικα πρωινά καθισμένος στο σαλόνι να διαβάζω εφημερίδα.

Κοίταξα το λιβάδι γύρω μου. Όπου να ’ναι θα έσκαγαν και τα άλλα φασόλια. Εκτός από το φασόλι στα δεξιά μου. Αυτό δεν είχε τύχη. Τουλάχιστον, σκέφτηκα, πέθανε χωρίς να μάθει. Ποιος ξέρει; Ίσως και να ήταν το πιο τυχερό απ’ όλα μας…

 

*. Το διήγημα προέρχεται από τη συλλογή της Νάγιας Κουτρουμάνη, «Τριαντάφυλλα με μπακαλιάρο», εκδόσεις Ιωλκός, 2021.

 

>>> https://iolcos.gr/eshop/titlos/triantafylla-mpakaliaro/ <<<

 

 

Διήγημα: Κομμάτια σοβά

Έχω που κοιτάζω ώρα τώρα το λοβό του αριστερού αυτιού μιας γυναίκας γύρω στα εξήντα δίπλα μου. Είναι ντόπια, Πορτογαλίδα, δεν πρέπει να μιλάει αγγλικά με τίποτα. Έχει μαζεμένα σφιχτά τα ασημένια μαλλιά της σ’ έναν κότσο χαμηλά στη βάση ενός αγέρωχου λαιμού, πολύ περήφανου για να λυγίζει, πολύ ακατάδεχτου για να υπομένει. Η γραμμή του αϊλάινερ φτάνει στην άκρη των φρυδιών, θυμωμένα και σμιχτά, πρέπει να κρατάνε κακία σε πολλούς. Δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από αυτά τα μικροσκοπικά αυτιά με το σχηματισμό αχιβάδας που βρίσκονται κοντά μου σε απόσταση αναπνοής.

Όλα είναι βαριά πάνω της, σαν να φοράει φόρεμα από άκοπο πατρόν που δεν πρόλαβαν να το ράψουν, ούτε μανίκια ξεχωρίζουν ούτε γιακάς, βραχιόλια χειροπέδες σε κάθε καρπό.

Με κάθε παύση της μουσικής στρέφει τα μάτια της κάτω και μαλώνει τα παπούτσια της, μυτερά στις άκρες, μαύρο λουστρίνι. Τους μουρμουρίζει, πετάγεται το σάλιο από τα βαμμένα κόκκινα χείλη της. Δεν αντέχει τα παπούτσια της, τον πόνο αυτών που τραγουδάνε τα fado, εμάς τους ξένους που δεν καταλαβαίνουμε γιατί οι ντόπιοι κλαίνε. Στην άκρη των παιδικών αυτιών κρέμονται χρυσοί κοχλίες με ένα πετράδι μοβ να ακτινοβολεί στη μέση. Είναι μικροσκοπική σαν τα αυτιά της – είναι ολόκληρη τα αυτιά της.

Γέρνω ελαφρά προς το μέρος της, έσπρωξα διακριτικά δυο Γιαπωνέζες για να κάτσω δίπλα της πριν. Κρατάω την αναπνοή μου, περιμένω να ακούσω κανένα λόγο που δεν κρατήθηκε, καμία υπόσχεση που ξεχάστηκε, ένα βρομόλογο την ώρα του έρωτα ή μια προσβολή για εκδίκηση. Λόγια που στριφογυρίζουν στο λαβύρινθο των αυτιών της και παλεύουν να βγουν γιατί αυτοί που πρόσβαλαν, υποσχέθηκαν ή γήτευσαν δε συγχωρέθηκαν ποτέ. Καταδικάστηκαν να γίνονται οι ίδιοι, οι λέξεις που ξεστόμισαν.

Ζήτησες να με δεις, να με γνωρίσεις, τόσο καιρό μιλάμε και δεν έχουμε δει ο ένας τον άλλον ποτέ. Με προειδοποιείς ότι είσαι κοντός, σου υπενθυμίζω προηγούμενη συνομιλία μας, σου είχα εκμυστηρευτεί ότι πάντα με έλκυαν οι άντρες που κοιτούσα από ψηλά. Μου έχεις πει ότι σε μένα παρατήρησες πρώτα το στήθος μου σε εκείνη τη φωτογραφία από μια παραλία.

Κάνω μπάνιο κι αλείφω με παιδικό λάδι την κλείδα, τους ώμους, βάζω και στους καρπούς. Ό,τι μείνει εκτός ρούχου να γυαλίζει. Θα φορέσω τη στολή μου, μια μπλούζα που πέφτει χαλαρή στους ώμους και μια φούστα που κολλάει στα πόδια είναι πάντα η σωστή επιλογή. Τα τακούνια θα τα αποφύγω, έχουμε δώσει ραντεβού απόγευμα, θα σου φανεί ότι θέλω πολύ να σε εντυπωσιάσω, ενώ εγώ θέλω να σου φανώ ότι βαριέμαι και λίγο που το κάνω όλο αυτό.

Θα υπολογίσω το χρόνο που χρειάζεσαι για να βρεις το μαγαζί στην πλατεία κι άλλο τόσο για να διαλέξεις τραπέζι. Θα δώσεις την παραγγελία σου –καφέ σίγουρα– και θ’ αρχίσεις να κοιτάζεις στο κινητό σου να βρεις μήνυμα από μένα. Θ’ ανησυχήσεις εάν αυτό είναι το μέρος που είπαμε, εάν το τραπέζι θα μου αρέσει ή αν πέφτει ήλιος στο σημείο. Θ’ αναρωτηθείς μήπως έχεις κάνει λάθος στην ημέρα της συνάντησης. Κι όταν δε θα έχεις προλάβει από το άγχος σου να πιεις ούτε γουλιά καφέ –τον οποίο θα τον αφήσεις άθικτο για να με συνοδέψεις στο αλκοόλ αργότερα– θα με δεις να φτάνω με αργό βηματισμό από την άλλη άκρη της πλατείας. Θα γυρίσουν να με κοιτάξουν μερικοί άντρες και κάποιες γυναίκες, είναι το φυσικό αντανακλαστικό σε ανοικτούς χώρους με κόσμο. Εσύ θα νιώσεις την ικανοποίηση του θαυμασμού των άλλων, δεν υπάρχει πιο επιθυμητός άνθρωπος από εκείνον που θέλουν κι άλλοι. Θα σύρω την καρέκλα και θα τη φέρω δίπλα στη δική σου. Περίμενες ότι θα με έχεις απέναντι, ότι θα παρακολουθείς τις εκφράσεις στο πρόσωπό μου, εγώ πάλι θέλω να με μυρίζεις, να περιμένεις ότι μπορεί κάθε λεπτό να με ακουμπήσεις με τα πόδια ή με τον αγκώνα σου. Και δε θέλω με τίποτα να με βλέπεις. Καλύτερα να με φαντάζεσαι ταραγμένη, αμήχανη, λίγο τρομαγμένη. Αυτό θα σε κάνει άνετο, πιο σίγουρο για σένα. Από το πλάι θα ψάχνεις ανάμεσα στα τσουλούφια και στη βάση της μύτης ως και το πιγούνι να μαντέψεις τη διάθεσή μου. Δε θα έχεις πολλά περιθώρια. Θα βρεις ευχάριστη τη χροιά της φωνής μου, θα μου το πεις –το ξέρω ότι απεχθάνεσαι τις τσιριχτές φωνές–, θα μιλάω αργά, καθαρά και σύντομα, να σου δίνω όσο χρόνο χρειάζεσαι να μου αναλύεις αυτά που έχεις προετοιμάσει να μου πεις: ότι δεν ήθελες ποτέ να παντρευτείς, ότι έτυχε όμως, έχεις και παιδί, μένεις στο Βύρωνα, αδιάφορη περιοχή ο Βύρωνας, εσύ που κάποτε έμενες στον Λυκαβηττό και κάθε βράδυ ξενυχτούσες, τώρα κοιμάσαι στον καναπέ, η γυναίκα σου στο κρεβάτι, δεν αντέχεις άλλο, είσαι δυστυχισμένος. Θα σου πω διάφορα για τη δύναμη της απόφασης και θα σου τονίσω ότι η ζωή είναι μικρή και ότι έχουμε μπροστά τόσα να ζήσουμε. Ήδη σε βλέπω σαν τρομαγμένο ποντίκι να προσπαθείς να απεγκλωβιστείς από τη φάκα σου, μου φαίνεσαι αξιολύπητος. Θα αλλάξω την κουβέντα, θα την πάω στους γονείς και στα παιδικά μας χρόνια, από ποντίκι μεταμορφώνεσαι πάλι σε άντρα, για να σε ρωτάω για τον πατέρα σου και τα καλοκαίρια σου μικρός, πάει να πει ότι ενδιαφέρομαι για σένα.

Οι μουσικοί έχουν κάνει διάλειμμα, το πρώτο κύμα με τους τουρίστες έχει φύγει, έχουν μείνει λιγότεροι τώρα μέσα, δεν ξεχωρίζουν πια από τους ντόπιους. Έρχονται όλοι ένας ένας και τη χαιρετάνε. Οι άντρες τής σφίγγουν το χέρι με σεβασμό, οι τραγουδίστριες σκύβουν να μάθουν μυστικά, τι πήγε στραβά στην ερμηνεία τους, την ακούνε με προσοχή, έχουν μακριά μαλλιά και τα κρατάνε με τα χέρια πίσω όσο τους μιλάει. Δεν τους λέει πολλά, όταν τελειώνει αυτό που έχει να πει, ακουμπάει απαλά τα χέρια της στην κοιλιά τους και τους δείχνει μετά τη σκηνή, μην καθυστερούν, εκεί γίνονται όλα.

Θέλει να είναι μόνη της, δεν μπορεί παρά να είναι μόνη της, όλα πάνω της μαρτυρούν ότι έτσι έχει μάθει, ότι έτσι έχει ζήσει. Ξέρει το σώμα της ν’ απομακρύνει όποιον πάει να πλησιάσει. Καθόμαστε δέκα άτομα σε ένα μακρόστενο πάγκο που είναι για πέντε κι εκείνη έχει καταφέρει να έχει κενό κι από μένα και από ένα ζευγάρι ξανθό και χαρούμενο, που κάθεται δίπλα της από την άλλη μεριά.

Η μοβ πέτρα στους κοχλίες της έχει θαμπώσει, τα κεριά στα τραπέζια τρεμοσβήνουν, όσο περνάει η ώρα οι κιθάρες βγάζουν ξεκούρδιστο ήχο. Εκείνη ζαρώνει ολοένα στην κόχη της κι όταν η φωνή της τραγουδίστριας σπαράζει από έναν πόνο που ανεβαίνει στο στόμα από τα σωθικά, εκείνη ακουμπάει τις παλάμες της στον παγωμένο τοίχο και τον μαδάει, τον γρατσουνίζει με τα μακριά, γαμψά, κόκκινα νύχια της, γεμίζει κομμάτια από σοβά τα παπούτσια της και την φούστα με τα λουλούδια που αγόρασα σε μια υπαίθρια αγορά το πρωί της ίδιας μέρας στο Μπελέμ.

Θα έχουμε πιει πολύ και οι δύο, θα έχουμε ξεκινήσει με τζιν τόνικ και θα έχουμε φτάσει στο κόκκινο κρασί. Εγώ θα φαίνομαι πιο ζαλισμένη από σένα, μπορείς να είσαι εσύ αυτός που θα πει να φεύγουμε σιγά σιγά, ότι θα έχουν ανησυχήσει στο σπίτι. Το ξέρω, θα με ζηλέψεις που δε θα έχω κάποιον να ανησυχεί για μένα στο σπίτι. Θα έχει πέσει τελείως η μπλούζα μου από τον αριστερό ώμο, θα φαντασιώνεσαι να με βάζεις στο κρεβάτι και να μένεις εκεί μαζί μου. Δε θα μπορείς, όμως, θα πρέπει να φύγεις, θα έχεις αργήσει. Θα επιμείνεις να πληρώσεις το λογαριασμό, θα μου προτείνεις να με πας με το αυτοκίνητο ως την πολυκατοικία που μένω πριν φύγεις για Βύρωνα. Θα σου πω ότι δε σε βολεύει η διαδρομή και ότι, έτσι κι αλλιώς, μένω κοντά στην πλατεία. Θα το δεχτείς απρόθυμα, θα σε φιλήσω χαμηλά στο ένα μάγουλο, θα σου πω κάτι για τις βραδιές τις ανοιξιάτικες στην πόλη και θα γυρίσω την πλάτη μου πρώτη για να φύγω.

Θα μείνεις ακίνητος να με δεις να απομακρύνομαι προτού πας να βρεις το αυτοκίνητό σου. Ούτε ένας άντρας δε θα γυρίσει να με κοιτάξει, μόνο εσύ. Θα με κοιτάζεις μέχρι να στρίψω στη γωνία και μετά θα φύγεις. Δε θα με δεις να περπατάω βιαστικά μέχρι το δρόμο μου με σφιγμένα τα χέρια σε γροθιές. Θα ξαπλώσω χωρίς να βγάλω τα ρούχα και θα κλείσω το κινητό. Θα ανησυχήσεις και την επομένη το πρωί θα με ψάξεις με αγωνία.

Θα γυρίσω το κεφάλι προς τον τοίχο πίσω από το προσκέφαλο του κρεβατιού. Θα αρχίσω να ξύνω τις φλοίδες που εξέχουν από την υγρασία και σχηματίζουν μια τεθλασμένη γραμμή διαγώνια. Θα τις τραβάω προς τα έξω, θα γδέρνω τη βάση τους με τα νύχια μέχρι να τις ξεριζώσω. Θα πονάει αυτό, δε θα σταματήσω όμως, θα συνεχίσω να ξύνω τον τοίχο μέχρι να γεμίσει το ξύλινο πάτωμα μεγάλα και μικρά κομμάτια σοβά, που θα μοιάζουν στο σχήμα με λουλούδια.

 

*. Το διήγημα προέρχεται από τη συλλογή της Ελένης Καραμαγκιώλη, «Μονωτική ταινία», εκδόσεις Ιωλκός, 2021.

 

 

>>> https://iolcos.gr/eshop/titlos/monotiki-tainia/ <<<

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθρο« τα πρωινά »
Επόμενο άρθροΣαν σήμερα γεννήθηκε ο σπουδαίος ποιητής Pablo Neruda
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας αλλά και από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Κατέχει πιστοποίηση στο σύστημα γραφής Braille και παρακολουθεί σεμινάρια στον τομέα της Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας. Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία και το ραδιόφωνο. Η πρώτη της φωτογραφική έκθεση είχε θέμα το νησί της Φολεγάνδρου και παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη το 2017. Έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις και έργα της εκτίθενται στην «Ολυμπιακή Δημοτική Πινακοθήκη Σπύρος Λούης» στο Μαρούσι στα πλαίσια της εκδήλωσης «2ο Φεστιβάλ Εικόνας Τέχνης και Πολιτισμού» για το 2017. Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τους περίπατους, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του ελληνικού καφέ από την κούπα της μαμάς της. Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την πηγαία ευγένεια, τις ευχές, τις πράξεις που έχουν ένα τεκμήριο αγάπης μέσα τους, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό, τα βλέμματα που δεν έχουν ανάγκη από φίλτρα φωτογραφικά για να δείξουν την λάμψη τους. Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει -πια- πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια... Πιστεύει… στο Αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων. Αισθάνεται… Ευγνωμοσύνη, Εμπιστοσύνη, Ελευθερία… Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή… Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό.