Ελληνική Τηλεόραση: Ώρα Μηδέν

Έχοντας αποτινάξει εδώ και κάποια χρόνια την εξάρτηση που προσφέρει απλόχερα η τηλεόραση ως μέσο –ειδικότερα δε η ελληνική τηλεόραση- και αξιοποιώντας την, ως επί το πλείστον, για να παρακολουθώ ταινίες –με το σταγονόμετρο οι ποιοτικές- και αθλητικά γεγονότα, είπα να κάνω το σφάλμα(;) να επιδοθώ σε ένα άθλημα που αναμφισβήτητα γυμνάζει τον αντίχειρα. Ζάπινγκ, φίλε μου.

Κοιτάζω την τηλεόραση, με κοιτάει κι εκείνη. Αφού επιδοθήκαμε για λίγα λεπτά σε ένα ύπουλο φλέρτ με κλεφτές ματιές αποφάσισα να ενδώσω.

Κάποια ριάλιτι σόου, γνωστά και μη εξαιρετέα δεν θα τα σχολιάσω, αφενός γιατί η πλειοψηφία τους προβάλλεται σε ώρες εργάσιμες για μένα (όπερ σημαίνει ότι δεν εκφράζω γνώμη όταν δεν έχω λάβει γνώση), αφετέρου γιατί γνωρίζω την ύπαρξή τους  μόνο από κάποιες αναρτήσεις φίλων στα social media, φωτογραφίες με χιουμοριστικό/σαρκαστικό περιεχόμενο κλπ.

Το βράδυ, όμως, μου επιτρέπεται να παρακολουθώ. Άρα, μπορώ να έχω άποψη. Και η άποψή μου είναι η εξής. Βασικά, όχι άποψη. Συναισθήματα και μάλιστα ανάμικτα. Για να γίνω σαφέστερος βιώνω μια διελκυστίνδα ανάμεσα στη νοσταλγία και τον θυμό. Νοσταλγία, προφανώς, για το παρελθόν και θυμό για το μέλλον.

Η γενιά μου, 30+, μεγαλώσαμε με ποιοτικές σειρές και προγράμματα. Κωμωδίες που χαίρουν της εκτίμησης του κοινού μέχρι τούδε, παρόλο που έχουν περάσει 10ετίες και 20ετίες. Ατάκες που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα στην καθημερινότητά μας. Δραματικές σειρές που επαναπαρακολουθώντας τες η συγκίνηση παραμένει ίδια με την πρώτη φορά. Εκπομπές εκπαιδευτικού, κοινωνικού, πολιτικού κλπ. ενδιαφέροντος. Ταινίες που μας στιγμάτισαν. Ελληνικές και ξένες. Η τηλεόραση για εμάς ήταν πόλος έλξης μιας και ούτως ή άλλως δεν μεγαλώσαμε με Internet που καθιστά τα πράγματα γρηγορότερα και ευκολότερα. Ακόμα και τα σαββατόβραδα περιμέναμε πως και πώς να παρακολουθήσουμε τις καθιερωμένες παλιές ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες, «μυρίζοντας» τα αρώματα μιας άλλης εποχής, πιο αθώας.

Θα μου πεις τώρα, «Δηλαδή παλιά δεν υπήρχαν τηλε—σκουπίδια;». Ασυζητητί. Το θέμα μου είναι άλλο όμως. Υπήρχαν επιλογές. Υπήρχε το καλύτερο και το χειρότερο. Τώρα υπάρχει το χειρότερο και το λιγότερο χειρότερο, γεγονός που όπως καταλαβαίνεις σε περιορίζει σε σημαντικό βαθμό. Και είναι λογικό, γιατί βλέπουμε τις αποχρώσεις του χειρότερου, εφόσον οι αποχρώσεις του καλύτερου έχουν «ξεθωριάσει», για να μην πω «ξεβάψει».

Σειρές με το σταγονόμετρο, οι οποίες είναι όχι μόνο λίγες ποσοτικά αλλά και –κατά τη γνώμη του γράφοντος- «λίγες» ποιοτικά. Εκπομπές στις οποίες κυριαρχούν φωνές, ύβρεις και ένα συνονθύλευμα αμορφωσιάς και «δήθεν». Δελτία ειδήσεων που αντί να ενημερώνουν, παραπληροφορούν και μάλιστα με ένα σαθρό ψυχολογικό πόλεμο. Αν όντως, όπως λένε, η τηλεόραση είναι ο καθρέπτης της κοινωνίας μας, τότε μάλλον πρέπει να αλλάξουμε καθρέπτη.

Δεν ξέρω αν οι τηλεορασάνθρωποι στερούνται ιδεών, έμπνευσης, χρημάτων, αισθητικής και καλλιέργειας ή όλων αυτών μαζί. Όταν η τηλεόραση είναι ένα μέσο που έχεις σε περίοπτη θέση στο σπίτι σου, θες ανοίγοντάς το να νιώσεις κάτι ευχάριστο. Να χαλαρώσεις, να προβληματιστείς, να γελάσεις, να κλάψεις. Αντ’αυτού σου θυμίζει περισσότερο το Κουτί της Πανδώρας. Μακάρι τουλάχιστον στο βάθος του κουτιού να υπάρχει η ελπίδα, όπως συνέβη και στον αρχαίο μύθο.

Δυστυχώς, τελικά, το προαναφερθέν φλερτ δεν κατέληξε σε γάμο. Αντιθέτως επήλθε χωρισμός και άμεση αντικατάσταση της τηλεόρασης με ένα όμορφο βιβλίο.

 

Γράφει ο Λάμπρος Καπαραλιώτης.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΗ Φωτογραφία της Εβδομάδας
Επόμενο άρθροΤο Τραγούδι της Ημέρας
Λάμπρος Καπαραλιώτης
Γεννήθηκα, ζω και εργάζομαι στη Σαλαμίνα. Είμαι Φιλόλογος και συνάμα τυχερός, μιας και ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που λατρεύουν τη δουλειά τους, εν προκειμένω τη διδασκαλία. Δηλώνω και είμαι φανατικός οπαδός του διδάσκειν, του λέγειν και του γράφειν, του σκέπτεσθαι, του φωτογραφίζειν και του αναγιγνώσκειν. Ο φανατισμός μου επεκτείνεται στα κοφτερά και ανοιχτά μυαλά που διαθέτουν μεγάλες δόσεις ειλικρίνειας και ευγένειας, στη μουσική και στον υγιή αντίλογο. Για περαιτέρω γνωριμία με τον γράφοντα, διαβάστε τα κείμενά του. Άλλωστε, όπως λέει και ένα ρητό που διάβασα κάπου, «το γραπτό είναι ο καθρέπτης της ψυχής του ανθρώπου».