Η αγάπη είναι εγωιστική τελικά.
Η μήτρα της, μέσα στην οποία μεγάλωσες υπάρχει μόνο για να εκπληρώνει το τετριμμένο της φύσης.
Την αναπαραγωγή.
Μάταια ψάχνεις την ανιδιοτέλεια.
Ακόμα και ο λόγος της αναζήτησης σου, αν το σκεφτείς καλά, καταλήγει σε φιλοτομαριστικά μονοπάτια.
Στην αρχή όλο θάρρος μπρος του έρωτα.
Ορθώνεσαι σαν σωστός στρατιώτης.
Έπειτα χάνεσαι στην κτητικότητα.
Χάνοντας τα λογικά σου ψελλίζεις.
Εγώ!
Εγώ θα υπερνικήσω κάθε βάρβαρο που προσπαθεί να μου την πάρει.
Ορθώνεσαι, Ορθώνεσαι λίγο ακόμη.
Μα βλέπεις από μόνο του δεν φτάνει.
Παλεύεις με τον εαυτό σου στο βρώμικο παιχνίδι της ετερότητας.
Σε λίγο θα υποκύψεις.
Πλέον σου μιλάει αυτός, ο άλλος.
Κάθε μέρα σου βάζει ψύλλους στα αυτιά.
Σε ταλαιπωρεί με τόσες ερωτήσεις.
Ξανά και ξανά, δίχως τελειωμό.
Ορθώνεσαι μα δεν φτάνει.
Και ξέρει, γνωρίζει πως γνωρίζεις την κυνική φύση της ανθρώπινης πραγματικότητας.
Και το εκμεταλλεύεται.
Σε περιπλέκει, σε πετάει και σε στύβει.
Σε αφήνει σε αυτήν την άχρονη βουβή απόγνωση.
Τώρα, περιπλανιέσαι εις του ερέβους την ατελείωτη έρημο.
Πλασμένη από λυγμούς, στεναγμούς, εφιάλτες ανασφάλειες.
Και ο αέρας λαξευμένος από αμφιβολίες και λάθη.
Ο ήλιος ψηλά να καίει.
Προχωράς!
Εκεί δεν μπορείς να πάρεις μιαν ανάσα.
Και ευτυχώς, καμίαν ελπίδα.
Τα χείλη σου ξερά, σκασμένα.
Δίχως εμπιστοσύνη, προχωράς.
Άμμος στους πνεύμονες σου.
Με την οποία ο Θεός φτύνοντας στη  χούφτα Του, σε έπλασε.
Γυμνός να περιφέρεσαι αιώνια.
Να ρωτάς ποιος είσαι.
Γυμνός μπροστά στους ξένους.
Να ρωτάς αν ποτέ φτάσεις.
Γυμνός μπροστά Του.
Αν καταφέρεις και σωθείς, πες μου και εμένα πως.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΈρωτος άκουσμα | Κ.Π. Καβάφης
Επόμενο άρθρο«Η ελπίδα στον έρωτα πεθαίνει τελευταία»
Παναγιώτης Ρώνης
Γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1991 στα Γιαννιτσά. Αφού αποφοίτησε από το Γενικό Λύκειο το 2009, έγινε δεκτός στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Leeds στην Αγγλία. Η συναναστροφή του στο πανεπιστήμιο με φοιτητές όλων των εθνοτήτων και κοινωνικών στρωμάτων του κίνησε το ενδιαφέρον για τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Μετά από τρία χρόνια εργασίας στην Καρλσρούη της Γερμανίας, οδηγήθηκε στη Βιέννη, όπου ζει και σπουδάζει σήμερα στο τμήμα Φιλοσοφίας. Του αρέσει να γράφει, παρόλη την αγωνία που συνοδεύει πάντα αυτή τη διαδικασία. Τα ποιήματά του χαρακτηρίζει άλλοτε μια υπαρξιακή χροιά και άλλοτε μια ερωτική διάθεση. Έχει εμπνευστεί από Καββαδία, Σαχτούρη, Σάρτρ, Καμύ και θαυμάζει τον Γιάννη Ρίτσο. Τον προβληματίζει ο τρόπος λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών και συνάμα η απόσταση από τις ανάγκες του ατόμου που αυτές δημιουργούν. Άλλωστε όπως γράφει στο ποίημα του «Συνείδηση», «Ο άθλος της καθημερινής παράνοιας το έχει να εκμαυλίζει κάθε μορφή ζείδωρων συναισθημάτων. Να χτίζει τείχη που φτάνουν ψηλά, πολύ ψηλά, εις στον απόλυτο Δανδή που τόσο θέλει να μοιάσει». Είναι περίεργος να δει την αντανάκλαση των ποιημάτων του πάνω στους αναγνώστες.