Η νύχτα περνά. Τα σύννεφα κυλούν σχηματίζοντας μορφές δαιμόνων. Η ώρα είναι δέκα το βράδυ ενός θλιβερού χειμώνα. Σβήνω το τσιγάρο και σκέφτομαι ήδη το επόμενο. Σκέφτομαι κατά ποιο τρόπο και αν πάρω την επόμενη μου ανάσα. Σκέφτομαι εσένα και τις λιακάδες καταμεσής ενός άλλου θλιβερού χειμώνα. Είχαμε όμως τις λιακάδες.
Είναι δέκα και τα παραθυρόφυλλα κλειστά. Σκέφτομαι πως τα βράδια κοιμάσαι ήσυχη πια χωρίς να ανάβεις ευλαβικά τα κεριά σου. Αμφισβητώ πως δεν με σκέφτεσαι και εγώ γιατί να ανοίξω τα μάτια μου; Για να δείτε το λευκό τους;

Φοβάμαι πως έχει απομείνει μόνο το λευκό.
Θυμάμαι τα χείλη σου και τα σγουρά σου μαλλιά. Τις ξανθές σου τούφες. Διάολε, τα φιλιά σου με κατάπιναν ολόκληρο. Ήταν σαν είχα ψυχή και η αλήθεια είναι πως πονούσα. Μου άρεσε όμως. Αγάπη είναι να βγάζεις τα μάτια σου με τα ίδια σου τα χέρια σαν τον Οιδίποδα. Αυτός διέπραξε έγκλημα καθότι ερωτευμένος με την μάνα του και εγώ με κάποια που μοιάζει στη δική μου.

Θυμάμαι να σε δαγκώνω κάτω από τα σκεπάσματα. Θυμάμαι να προσπαθώ να σου κλέψω δύο λέξεις. Κάτω από τα σκεπάσματα του θλιβερού χειμώνα, μου έλεγες τα πιο απόκρυφα σου μυστικά και πως σου άρεσε να σε δαγκώνω καθώς τα σώματα μας μάθαιναν δειλά δειλά ακόμη το ένα το άλλο.

Σου είπα να μην με μαλώνεις όταν αμφιβάλλω. Η αμφιβολία γέννησε την ερώτηση και αυτή την γνώση. Η γνώση με την σειρά της, το προπατορικό αμάρτημα. Όλα αυτά, έργο του πιο όμορφου αγγέλου που εγώ είμαι δέσμιος μα και δεσμώτης του. Όπου έρωτας και αμφιβολία. Όπου πάθος και ζήλεια.

Καθόμασταν αντικριστά. Ακούγαμε μουσική, καπνίζαμε και ταξιδεύαμε. Τα φράγκα λίγα αλλά μου έκανες παρέα. Ταξιδεύαμε τα βράδια μαζί ως στις γωνίες της γης όπου χορεύουν αυτόν τον πρωτόγονο χορό. Η σκούφια τους κρατάει από την εποχή της γέννησης. Ο άνθρωπος εξτασιασμένος δίχως να έχει καταλάβει γιατί, χάνονταν στους ρυθμούς της Γαίας. Σε δάγκωσα αλλά έλεγες πως σου αρέσει και εγώ  πονούσα. Με τα τραγούδια τους αποτυπώνουν όλη τους την ιστορία. Συσσωρευμένη στα κλειδιά του ήχου.

Σου ζήτησα μόνο ένα χρόνο και κάτι για να σου σου αποδείξω πως δεν μιλούσα για έρωτα. Ούτε για πάθος, ειδικά για αυτό που πάντα σβήνει. Θυμάμαι εκείνες τις στιγμές, όπου άφηνες μια δέσμη αρωμάτων στα χέρια μου καθώς σε αποχαιρετούσα όταν έφευγες για την δουλειά. Διάολε, ήταν τόσο περίεργο το πόσο έντονα μπορούσε η αύρα τους, σαν τον αέρα που θροΐζει τα φύλλα, να ζει στο πρόσωπο μου. Μιλώ για εκείνες τις ημέρες που ερχόμουν σπίτι σου και τα πάντα φώναζαν το όνομα σου. Το φως ήταν ελάχιστο, εσύ ημίγυμνη και λίγο βρεγμένη από το μπάνιο ενώ εγώ διέτρεχα το ατελές σώμα σου με τα χέρια μου.

Σου είχα πει πως δεν μιλούσα για έρωτα. Ο έρωτας από μόνος του δεν είχε καμία σχέση με αυτό. Δεν μιλώ για μια βαθύτερη επικοινωνία, ούτε φυσικά για αγάπη. Η αγάπη το ‘χει να μας εκμαυλίζει, να μας αλλάζει, να μας αρρωσταίνει. Εγώ σε ήθελα ακατέργαστη όπως την πρώτη φορά που σε είδα. Ήσουν με κάποιον άλλο. Σε κοιτούσα, το κατάλαβες, χαμογέλασες και κοίταξες αλλού ενώ ξεθύμανες ένα τσιγάρο. Δεν ήθελα ποτέ να με μιμηθείς, ούτε να έχουμε κοινές αναμνήσεις από το μέλλον. Ποτέ δεν μου άρεσαν οι προφητείες. Ούτε ήθελα να γίνουμε ένα. Θυμάμαι εκείνες τις στιγμής που η σιωπή ήταν παρέα μας και εμείς χορεύαμε στο ρυθμό της. Όπως η Περσεφόνη που δεν σταμάτησε ποτέ του κύκλου τον χορό. Μιλώ για εκείνες τις στιγμές που ερχόσουν αποκαρδιωμένη από την καθημερινότητα και εγώ σου μαγείρευα μακαρόνια. Από εκεί την στιγμή και όσες ακολούθησαν, δεν περίμενα τίποτα από εσένα. Ενώ τις φορές που ήμουν μόνος, δεν σου ζήτησα να μου κάνεις παρέα. Όμως εσύ ήρθες. Δεν ήθελα να γίνουμε φίλοι. Όμως γίναμε. Κάπως έτσι ένας χρόνος και κάτι πέρασε.

Οι αναμνήσεις δεν με λυπούνται. Δεν με σέβονται. Έρχονται ενώ ταξιδεύω και έχω φτάσει πραγματικά μακριά. Δεν με λυπούνται καθόλου. Έφτασα πια στο δέντρο μας. Τα φύλλα του κιτρίνισαν και πέσαν. Ενώ τώρα αφήνεσαι σε γυάλινες στιγμές, στο χέρι σου κρατάς δύο πακέτα αναμνήσεις. Τα πετάς σε κάποιο κάδο σαν να θέλεις κάποιον να ξεγελάσεις. Αυτή τη φορά δεν θα είμαι εκεί για τις σώσω. Δυστυχώς αυτό δεν είναι απειλή. Όμως εσύ δεν προσποιείσαι ποτέ το χαμόγελο. Ακόμη και όταν πεθαίνεις, ακόμη και όταν ανταλλάσσεις κορμί για μια στιγμή φυγής, εσύ χαμογελάς. Το τζάμι του παραθύρου έχει παγώσει από τα χνώτα αυτού του θλιβερού χειμώνα και έχω μείνει να αναρωτιέμαι αν είναι το ίδιο χαμόγελο. Το χαμόγελο που μου χάριζες όταν με κοιτούσες, όταν ταξιδεύαμε, όταν τελειώναμε παρέα.
Εγκλωβισμένος στου κύκλου τον χορό, με πυρωμένα ναύλα αγόρασα ταξίδι και χάραξα την πορεία μου. Μέχρι που ήρθε η στιγμή και έγινα σκόνη, ξοδεύτηκα, σκορπίστηκα. Πήγα και αλλού. Πήγα στις σκοτεινές γωνίες των πόλεων όπου εκεί οι Ιοκάστες, μόνες πια, μεγαλώνουν τα παιδιά τους. Με άρπαξες από την καθημερινότητα και η καριόλα δεν μου λείπει. Τώρα καταλαβαίνω πως ο έρωτας για την ζωή είναι μια μορφή παράνοιας.

Περνάνε οι σταθμοί. Σταθμός του Μάντσεστερ, σταθμός της Στουτγάρδης, σταθμός της Βιέννης. Παντού ένας σταθμός και παντού χρώματα. Χρώματα πολλά. Σε κάθε σταθμό ένα τέλος περιμένει. Τόσα χρώματα! Διαφορετικά! Ανάμεσά τους, πίσω τους, μπροστά τους κάτι άνθρωποι. Αναμιγνύονται, ανασαίνουν, πλάθονται. Καμία φορά τους ζηλεύω. Στα μάτια τους βλέπεις την απορία. Δεν ξέρουν ούτε αυτοί μα ούτε και εγώ, πως να φερθούν, πως να σταθούν και πως να ελπίζουν. Στης ζωής την δύση, θυμούνται τόσα πολλά. Πέρασαν τόσα χρόνια μάταια, ανεξερεύνητα. Προσπαθώντας να διώξουν την ταυτότητά που τους φόρεσαν. Τους χλεύασαν. «Τα βγάζουν, αλλά τα βγάζουν δύσκολα», ψιθύρισαν οι αστείοι τράγοι.

Όπου αυτοί με την σειρά τους ξέρουν πως να φερθούν, πως να σταθούν και πως να ελπίζουν. Στης ζωής την δύση, θυμούνται τόσα λίγα, καμία λεπτομέρεια και όμως έχουν ζήσει τόσα πολλά. Πέρασαν τα χρόνια μάταια, ανεξερεύνητα. Προσπαθώντας να αποκτήσουν την ταυτότητα που τους επέβαλαν. Τους θαύμασαν. Στα μάτια τους βλέπεις μόνο το λευκό. Και στα δικά μου; Βλέπετε ακόμα το κόκκινο;

Για διάφορους λόγους θα στο πω τώρα. Η αγωνία μας έφερε πιο κοντά. Η μοναξιά της αγωνίας. Η αγωνία εν ώρα ελπίδος. Θα σου πω αυτό που μου έρχεται πρώτο στο μυαλό ή μήπως αυτό είναι ο εγωισμός; Μα εσύ τι φταις; Αν ήμουν στην θέση σου, θα ρωτούσα για ποιο από τα δύο ψάχνω μίαν απάντηση. Νοιάζομαι ακόμη πολύ για να απαντήσω. Δεν ήθελα επικοινωνία ψυχών. Δεν ήθελα να ξέρω τίποτα για εσένα. Δεν ήθελα να γνωρίσω τους φίλους σου, ούτε να ακούσω τι είπαν. Δεν ήθελα να έρθω σπίτι σου, ούτε να μου δείξεις που βάζεις τις πετσέτες. Την σύμπτωση ερωτευτήκαμε τίποτα άλλο. Έγινε η αναγκαιότητα φιλαυτία. Μπροστά από το παγωμένο παράθυρο αναρωτιέμαι αν ξημερώσει, αν θα δω τον ήλιο ξανά ή μήπως αυτό είναι ο εγωισμός; Ξέρω, αποφάσισες να λες μόνο την αλήθεια. Η μοναξιά μας έφερε κοντά. Η αγωνία της μοναξιάς. Η ελπίδα εν ώρα αγωνίας. Για διάφορους λόγους βέβαια δεν στο είπα ποτέ.

Τώρα το παράθυρο έγινε καθρέπτης. Παγωμένος και αυτός. Όσο στέκομαι μπροστά του νοιώθω σαν παιγμένη μαριονέτα. Παρακολουθώ την ζωή και τον θάνατο να τα έχουνε μοιράσει. Δεν με ρώτησαν ποτέ. Παρακολουθώ την χαρά και την λύπη να παίζουν κρυφτό οι δύο τους. Δεν τους πρόδωσα ποτέ. Σε αυτό το δωμάτιο που είναι κρύο όταν καπνίζω και ζεστό όταν βαριέμαι. Άλλοτε γεμάτο με φίλους και άλλοτε γυμνό, παρατηρώ χαμένος στην ίδια μου την πλάνη. Πότε με ενδιαφέρον , πότε χωρίς και έκπληκτος. Άλλοτε στωικά και αδιάφορα. Ενώ εσύ με αφήνεις μόνο με την σιωπή σου. Μόνο στο ταξίδι νοιώθω το χάδι σου. Στο μεταβλητό, εκεί που όλα αλλάζουν και τίποτα ίδιο δεν μένει. Σαν προχωρώ, στην Σκύλλα και την Χάρυβδη, στην Άνοιξη και στον Άδη, ξέρω πως ακόμα σε αγαπώ.

 

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΤο Τραγούδι της Ημέρας
Επόμενο άρθρο1ο Φεστιβάλ «Η Αντανάκλαση της Αναπηρίας στην Τέχνη» στο ΦΚΘ
Παναγιώτης Ρώνης
Γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1991 στα Γιαννιτσά. Αφού αποφοίτησε από το Γενικό Λύκειο το 2009, έγινε δεκτός στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Leeds στην Αγγλία. Η συναναστροφή του στο πανεπιστήμιο με φοιτητές όλων των εθνοτήτων και κοινωνικών στρωμάτων του κίνησε το ενδιαφέρον για τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Μετά από τρία χρόνια εργασίας στην Καρλσρούη της Γερμανίας, οδηγήθηκε στη Βιέννη, όπου ζει και σπουδάζει σήμερα στο τμήμα Φιλοσοφίας. Του αρέσει να γράφει, παρόλη την αγωνία που συνοδεύει πάντα αυτή τη διαδικασία. Τα ποιήματά του χαρακτηρίζει άλλοτε μια υπαρξιακή χροιά και άλλοτε μια ερωτική διάθεση. Έχει εμπνευστεί από Καββαδία, Σαχτούρη, Σάρτρ, Καμύ και θαυμάζει τον Γιάννη Ρίτσο. Τον προβληματίζει ο τρόπος λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών και συνάμα η απόσταση από τις ανάγκες του ατόμου που αυτές δημιουργούν. Άλλωστε όπως γράφει στο ποίημα του «Συνείδηση», «Ο άθλος της καθημερινής παράνοιας το έχει να εκμαυλίζει κάθε μορφή ζείδωρων συναισθημάτων. Να χτίζει τείχη που φτάνουν ψηλά, πολύ ψηλά, εις στον απόλυτο Δανδή που τόσο θέλει να μοιάσει». Είναι περίεργος να δει την αντανάκλαση των ποιημάτων του πάνω στους αναγνώστες.