IF BEALE STREET COULD TALK

του Μπάρυ Τζένκινς

πρωταγωνιστούν οι Κίκι Λέιν, Στέφαν Τζέιμς

Η.Π.Α. 2018

119′

 

Δυο χρόνια μετά τον οσκαρικό θρίαμβο του Moonlight, ο Μπάρυ Τζένκινς μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζέιμς Μπόλντουιν, με ακόμα πιο έντονη αυτή τη φορά την εστίαση στην αφροαμερικανική εμπειρία. Με τον σύντροφο και πατέρα του παιδιού της, Φόνι, φυλακισμένο για ένα έγκλημα που δε διέπραξε, η νεαρή Τις και η οικογένειά της θα πρέπει να επιστρατεύσουν όλα τους τα μέσα για να αποδείξουν την αθωότητά του. Μέσω σύντομων αναδρομών στη ζωή πριν από την σύλληψή του Φονι, ο θεατής γνωρίζει τους δύο πρωταγωνιστές και ακολουθεί μια σχέση που ανθίζει παρά τις αντιξοότητες.

Το Χάρλεμ της δεκαετίας του ’70 παραχωρεί στον Τζένκινς ένα πλούσιο σκηνικό για την εμβάθυνση στις φυλετικές διακρίσεις που παραμένουν ένα από τα χαρακτηριστικότερα μελανά σημεία της αμερικανικής ιστορίας. Ο Φόνι είναι ένα ακόμα όνομα στη μεγάλη λίστα των άδικα τιμωρημένων με κάθειρξη αφροαμερικανών, θυμάτων της αστυνομικής και δικαστικής αμέλειας ενός συστήματος που αρνείται πεισματικά να τους αντιμετωπίσει ως ισότιμους πολίτες. Η ερωτική ευτυχία του νεαρού ζευγαριού όσο βρίσκονταν ο ένας κοντά στον άλλο ήταν η μοναδική τους ασπίδα απέναντι σε έναν εχθρικό κόσμο. Η ασπίδα αυτή όμως θρυμματίζεται από τη βίαιη πραγματικότητα καθώς ολόκληρη η ζωή τους μοιάζει να μπαίνει σε αναμονή. Μέχρι ο Φόνι να ελευθερωθεί, τίποτα δε θα είναι όπως παλιά.

Σε αντιδιαστολή με το αφιλόξενο περιβάλλον, η αγάπη προβάλλεται ως κινητήρια δύναμη που συντηρεί την ελπίδα των πρωταγωνιστών. Η αγάπη θα βοηθήσει τον Φόνι να υπομείνει την καταπίεση των φυλακών, θα παροτρύνει την Τις να συνεχίσει τον αγώνα για την απελευθέρωσή του παρά τις δυσκολίες της εγκυμοσύνης της, ενώ η ίδια αγάπη θα ωθήσει την οικογένειά της να την στηρίξει μέχρι το τέλος. Με αυτό τον τρόπο η ταινία διαμορφώνει ένα κράμα ερωτικής ιστορίας και κοινωνικού δράματος που μοιάζουν να αλληλοϋποστηρίζονται μιας και δεν έχουν ιδιαίτερη ισχύ από μόνα τους.

Η ενασχόληση με τις βαθιά ριζωμένες παθογένειες της αμερικανικής κοινωνίας είναι αναμφίβολα το φόρτε του Τζένκινς. Η συγκεκριμένη του όμως απόπειρα ίσως δεν εμβαθύνει όσο θα έπρεπε. Επιχειρώντας να συσκευάσει μέσα σε δύο ώρες μια αρκετά πλούσια σειρά γεγονότων, η ταινία δίνει περισσότερο βάρος στην αφήγηση, παρά στην αποδόμηση του ίδιου του θέματός της. Παράλληλα, η κεντρική ερωτική ιστορία δεν κατορθώνει να ξεπεράσει τη στερεοτυπική δομή της, καταφεύγοντας σε μια αισθητική κουκλόσπιτου που καταλήγει αδιάφορη. Μεγάλες χρονικές περίοδοι ή συναισθηματικές καταστάσεις καλύπτονται με συνοπτικές αφηγήσεις της πρωταγωνίστριας, μαρτυρώντας μια βιασύνη να καλυφθούν καταστάσεις που όμως θέλουν το χρόνο τους για να ξεδιπλωθούν. Οι σκηνές που επικεντρώνονται σε διαλόγους μεταξύ των πρωταγωνιστών είναι οι μόνες περιπτώσεις στις οποίες αναδεικνύεται πιο έντονα η διεισδυτική ματιά του σκηνοθέτη. Η αναδρομική συζήτηση μεταξύ του Φόνι και ενός πρόσφατα αποφυλακισμένου φίλου του (εξαιρετική η ερμηνεία του Μπράιαν Χένρυ) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της υψηλής συναισθηματικής φόρτισης που μπορεί να επιτευχθεί σε μια φαινομενικά απλή σκηνή δύο ανθρώπων που μιλάνε μεταξύ τους.

Δυστυχώς η «Μπίλ Στριτ» περιορίζεται στο μεγαλύτερο μέρος της σε ένα κοκτέιλ στερεοτυπικού ρομαντισμού και μια χιλιοειπωμένη ιστορία διχοτόμησης μεταξύ καταπιεστή και καταπιεζόμενου, στηριζόμενη περισσότερο σε αφηγηματικά κλισέ παρά σε μια πρωτότυπη προσέγγιση ενός παμπάλαιου (αλλά πάντως διαχρονικού) θέματος.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.