Πρόσφατα ολοκλήρωσα την ανάγνωση ενός βιβλίου, το οποίο ανάμεσα σ΄ άλλα μιλούσε για την αναγκαιότητα και τη σημαντικότητα της φαντασίας. Συγκεκριμένα δε, έχω υπογραμμίσει το εξής: << Η φαντασία είναι το μέρος από το οποίο ξεκινούν οι προσωπικές και οι παγκόσμιες επαναστάσεις>>.

Μεταφερόμαστε λοιπόν στο πρόσφατο παρελθόν. Έχουμε 4 Μαϊου και -κατόπιν σχετικής μεταφοράς- τιμάται  σήμερα η εργατική εξέγερση της 1ης Μαϊου του 1886 στο Σικάγο. Πράγματι, το οχτάωρο που διεκδικήθηκε από την εργατική τάξη του τότε και άλλες -προγενέστερες αυτής- δεν υπήρχε σαν δεδομένο, αλλά η φαντασία, το όραμα για καλύτερες εργασιακές συνθήκες το έφερε στο προσκήνιο σαν ιδέα· μια ιδέα που ενσαρκώθηκε σε σχέδιο κι εν τέλει έγινε πράξη.

Η φαντασία λοιπόν δεν είναι για τους φαντασμένους. Η φαντασία είναι το πρώτο δομικό υλικό στον δρόμο για την δημιουργία της καλύτερης εκδοχής της ζωής μας, του εαυτού μας ,όσων επιθυμούμε να πετύχουμε. Αν λοιπόν δεν φανταστούμε το οτιδήποτε, πώς θα αποκτήσουμε το κάτι; Και από τη στιγμή που θα το φανταστούμε, θα πρέπει να καταστρώσουμε κι ένα σχέδιο για την εφαρμογή του οράματος.  Ένα σχέδιο, ένα πλάνο, το οποίο θα μας φέρνει όλο και πιο κοντά στο δικό μας ιδανικό.

Όταν διάβασα λοιπόν αυτή τη φράση και όσα ακολούθησαν, χτύπησε το εσωτερικό μου καμπανάκι. Αναρωτήθηκα λοιπόν τα εξής: αν εξακολουθώ να φαντάζομαι-οραματίζομαι, κι αν δεν φαντάζομαι πότε σταμάτησα να το κάνω και γιατί, πότε ήταν η τελευταία φορά που φαντάστηκα κάτι. Και τέλος, αναρωτήθηκα:  πότε ήταν η τελευταία φορά που βγήκα από την ρουτίνα του μικρόκοσμού μου και με είδα σαν μια κουκκίδα πάνω σε μια άλλη μεγαλύτερη κουκκίδα, αμφότερες μέρη ενός άπειρου σύμπαντος, πράγμα πολύ αγχωτικό και συνάμα πολύ συναρπαστικό και ανακουφιστικό;

Θυμήθηκα για αρχή, ότι όταν ήμουν μικρή με φανταζόμουν να κάνω πέντε επαγγέλματα ταυτόχρονα, εντελώς άσχετα μεταξύ τους και πίστευα- ΑΛΗΘΕΙΑ, ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΑ- πως χρονικά θα μπορούσα να τα κάνω και τα πέντε. Μάλιστα, είχα βγάλει και το ημερήσιο πρόγραμμα και μια χαρά τα είχα βολέψει όλα. Μετά, μάλλον ανακάλυψα πως η μέρα έχει μόνο είκοσι τέσσερις ώρες , οπότε πήγα παρακάτω. Αργότερα πάλι, με θυμάμαι να με φαντάζομαι ως ενήλικη, ψηλή με ίσια μαλλιά, αλλά κι αυτό απέτυχε, διότι μεταγενέστερα, μάλλον ενημερώθηκα για τα γονίδια. Ωστόσο, αυτό που θυμάμαι να με φαντάζομαι από πάντα ως ΄΄μεγάλη΄΄ είναι με χαμόγελο, με ωραίες παρέες, χαρούμενη. Ποτέ, μα ποτέ-μα ποτέ- δεν μ΄ έχω φανταστεί χωρίς χαρά και χωρίς χαμόγελο. Και μεγαλώνοντας κατάλαβα, πως κι αυτό θα αποτύγχανε , διότι δεν είμαστε ρομπότ, ούτε είμαστε ρυθμισμένοι όλοι έτσι, που να μπορούμε να βλέπουμε πάντα τη μεγάλη εικόνα και την μεγάλη απάτη των κουτακίων, στα οποία πολλές φορές πασχίζουμε να χωρέσουμε τη φαντασία, τα θέλω ,τις δυνατότητές μας, την ίδια μας την ευτυχία.

Τώρα, αν με ρωτούσες πώς με φαντάζομαι κάποια στιγμή στη ζωή μου, θα εστίαζα σε κάτι πολύ πρακτικό και κάτι πολύ εσωτερικό. Το πρακτικό είναι πως θα ήθελα για μια φορά να με συναντήσω μπροστά σ΄ ένα παράθυρο που κοιτάει τον ωκεανό-όχι οποιαδήποτε θάλασσα παρακαλώ – νομίζω κάπου στη Ν. Ζηλανδία και όχι για διακοπές, σαν προσωρινή βάση μου, ας πούμε. Και μετά να με συναντήσω στη Ν. Υόρκη σ΄ ένα από αυτά τα διαμερίσματα απ΄ τα οποία βλέπεις τη νύχτα τους ουρανοξύστες κι όλα τα λαμπιόνια της πόλης ν΄ αστράφτουν. Να ξημερώνει και να κατεβαίνω στους δρόμους να χαζεύω τον τόσο κόσμο με τα τόσα διαφορετικά ντυσίματα να πηγαίνουν πάνω κάτω και να νιώθω πάλι τόσο μικρή , τόσο ανώνυμη, να νιώθω την αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, που λέει μια ψυχή στο ομώνυμο βιβλίο. Και μετά να ζήσω και λίγο στη Δονούσα ή σε κάποιο άλλο νησάκι των Κυκλάδων που γυρίζεται με τα πόδια κι όταν ανοίγω το παράθυρο ν΄ ακούω τα κύματα που σκάνε στην ακτή, να κατεβαίνω να πιάνω ψιλή κουβέντα με τον ψαρά για την ψαριά του και να επιστρέφω σπίτι για να φτιάξω γεμιστά, τα οποία θα ακολουθεί ένας ελληνικός καφές με θέα την θάλασσα, καθώς δουλεύω από το laptop.

Το λιγότερο πρακτικό και μάλλον το πιο μπελαλίδικο είναι να γίνω ένας άνθρωπος, ο οποίος θα μπορεί να διαχωρίζει ποιες μάχες αξίζει να δίνει και ποιες όχι, χωρίς ενοχές και χωρίς αυτο-αμφισβήτηση. Ένας άνθρωπος που θα έχει όσο το δυνατόν περισσότερη κατανόηση και ενσυναίσθηση για τα πάντα γύρω του, που θα είναι ήρεμος κι αποκομμένος από καθετί και κάθε όποιον που έχει αποδείξει πως δεν του ταιριάζει, δεν τον εξελίσσει, δεν τον κάνει να απολαμβάνει την ελαφρότητά του. Όσο το δυνατόν λιγότερο δύστροπος και όσο το δυνατόν πιο πιστός στις αξίες, όχι μόνο αυτές που έχει μάθει αλλά κι αυτές που έχει διαλέξει. Λιγότερο απόλυτος και με περισσότερη γνώση. Με μια ομορφιά που πηγάζει από μέσα όχι εξαιτίας των συνθηκών, ούτε καν εξαιτίας των όσων περιβάλλεται. Αντίθετα, με μια ομορφιά που πηγάζει από την ικανοποίηση πως έχει φτάσει τον εαυτό του στο σκαλοπάτι που ήθελε όσον αφορά την προσωπικότητά του.

Ξέρετε πολλές φορές είναι πολύ πιο εύκολο να μένουμε, να εμμένουμε και να επαναπαυόμαστε στο ποιοι είμαστε φύσει ή εξαιτίας των ερεθισμάτων μας και μάλιστα να πιστεύουμε εξαιτίας της προκατάληψης της επιβεβαίωσης πως όντως είμαστε το καλύτερο που μπορούμε, καθώς συνεχώς ψάχνουμε πράγματα, ιδέες, απόψεις άλλων που μας επιβεβαιώνουν. Ωστόσο, νομίζω πως πέρα από ενδιαφέρον έχει και ιδιαίτερη αξία , αφού καταλάβουμε  ποιοι είμαστε, ή έστω αποκτήσουμε επίγνωση κάποιων χαρακτηριστικών και του τρόπου σκέψης μας, να περάσουμε και στην επόμενη ερώτηση που είναι το ποιοι θέλουμε να είμαστε, όχι πλέον φύσει αλλά και θέσει.

Κι αφού φανταστούμε το ποιοι θέλουμε να είμαστε και το πού θέλουμε να συναντήσουμε τον εαυτό μας στο μέλλον, μπορούμε να κάνουμε και κάποια σχέδια για το πώς αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί. Πολύ θεωρητικό έτσι; Συμφωνώ. Όπως και όλος ο παραπάνω φαντασιακός  μου οίστρος. Όμως, θέλω να κάνω τις εξής ερωτήσεις και μ΄ αυτές θα κλείσω:

 

Πόσο συχνά σκέφτεσαι πόσο ωραία θα ήταν να ζούσες κι άλλες ζωές επί Γης ή έστω σε κάποιο παράλληλο σύμπαν;

 

Πόσες περισσότερες πιθανότητες δίνεις να γίνει κάτι που δεν έχεις καν φανταστεί, από το να γίνει αυτό που έστω έχεις φανταστεί;

Υ.Γ.1: ο τίτλος του βιβλίου που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο είναι <<Αδάμαστη>>.

Υ.Γ.2 : το περιεχόμενο του παρόντος κειμένου με κάποιες σημαντικές προσθήκες, υπάρχει και σε μορφή podcast και μπορεί κανείς να το βρει στο spotify με το όνομα <<pull-όβερ>>!

Εις το επανιδείν!


 

Γράφει η Μαρία Λιάκου.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΠαρουσία |Αλέξης Τραϊνός
Επόμενο άρθροΠώς μπορείς… |Ανδρέας Αγγελάκης
Γεννήθηκα στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1995 και μεγάλωσα σε επαρχιακή πόλη της Βοιωτίας, με καταγωγή από ορεινό χωριό της Καρδίτσας. Το 2018 αποφοίτησα από το τμήμα της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από μικρή θυμάμαι τον εαυτό μου μπροστά σε έναν καθρέφτη να μιλάω σε ένα αόρατο κοινό εκφράζοντας τις απόψεις και τις σκέψεις μου. Αυτή μου η ανάγκη ενσαρκώθηκε πριν κάποια χρόνια με τη δημιουργία του προσωπικού μου blog στο διαδίκτυο. Μου αρέσει η μυρωδιά του γιασεμιού, οι παφλασμοί των κυμάτων, τα μικρά κυκλαδονήσια και τα πεφταστέρια, ενώ παράλληλα φλερτάρω με την ιδέα της προσωρινής διαμονής σε κάποιο ήσυχο νησί. Με τρομάζουν η απώλεια, τα κενά βλέμματα, η συνήθεια και ότι τα δεδομένα κάποια στιγμή θα γίνουν ζητούμενα. Απεχθάνομαι το δήθεν, την αδικία και την υπεροψία. Αγαπώ τα ζουμερά μαγουλάκια των μωρών, τον εθελοντισμό, τα καθαρά βλέμματα και τους διαλλακτικούς ανθρώπους με κοινωνικές ανησυχίες. Θαυμάζω τους μαχητικούς ανθρώπους με όραμα και πίστη στα όνειρά τους. Προσπαθώ να εμπιστεύομαι την ροή των πραγμάτων και να γίνω ο άνθρωπος που ο μικρός μου εαυτός θα θαύμαζε. Τέλος, όταν η σκέψη ψάχνει καταφύγιο, ανασύρει την εξής εικόνα: καλοκαίρι στο χωριό, να τρώω τα γεμιστά της μαμάς κάτω από τον έλατο στην αυλή, με θέα το δάσος. Τάσσομαι υπέρ της φιλοσοφικής αρχής πως ο άνθρωπος γεννιέται ως “λευκός πίνακας” και διαμορφώνεται από τα βιώματα και τις εμπειρίες κατά τη διάρκεια της ζωής του για αυτό και η ενότητά μου ακούει στο όνομα “Tabula Rasa”.