Σήμερα θα μιλήσουμε για ήρωες και αντιήρωες.

Η αλήθεια είναι πως την τελευταία εβδομάδα συναναστράφηκα αρκετά με αμφότερους. Πέρασα από τους ήρωες του Στάινμπεκ και του Χέμινγουεϊ στους αντιήρωες του Ντοστογιέφσκι και του Καμύ. Κάθε ευγενική μορφή από το “Άνθρωποι και ποντίκια” και το “Ο γέρος και η θάλασσα” καταρρίφθηκε από τις απόμακρες , τις οριακά απόκοσμες -για τα μάτια ενός μέσου ανθρώπου- φιγούρες από τον “Ξένο” και το “Υπόγειο”. Με τους πρώτους ταυτίστηκα πιο εύκολα. Βασικά, με τους πρώτους ταυτίστηκα. Τελεία. Όμως, με τους δεύτερους προβληματίστηκα. Υπήρξαν φορές που πάσχισα να βρω μεταξύ εμού και εκείνων κάποιο σημείο αναφοράς. Ένιωσα έως και άβολα. Στριφογύρισα στην καρέκλα μου, διάβασα αναλύσεις επί αναλύσεων, κριτικές επί κριτικών  για να μπορέσω να τρυπώσω στα ενδότερα της ψυχοσύνθεσής τους.

Με τον Λένι και το μικρό κτήμα που ονειρευόταν αγαλλίασα, ένιωσα την αθωότητα, ακούμπησα σε αυτήν και τα δικά μου απλά όνειρα σε έναν κόσμο τόσο σύνθετο. Με τον Τζώρτζ και τον υποκινούμενο από μεγαλειώδη αγάπη φόνο του αναρρίγησα και αναρωτήθηκα αν τελικά το κίνητρο μπορεί να αποποινικοποιήσει εγκλήματα στη συνείδησή μας. Με τον γέρο στη θάλασσα συναντήθηκα σε κάποιες αλήθειες του, όπως το ότι “ο άνθρωπος μπορεί να καταστρέφεται, μα όχι να νικιέται.”

Όμως, με τον Μερσώ και τον άνθρωπο του Υπογείου ταράχτηκα. Θορυβήθηκα από την αφοπλιστική ειλικρίνεια και την κραυγαλέα αδιαφορία του πρώτου. Αναστατώθηκα από την απόλυτη ηδονή που βρίσκει στην απελπισία ο δεύτερος.

Στους ήρωες με καθήλωσε η αίγλη της απλότητάς τους, ενώ στους αντιήρωες η απλότητα με την οποία παρουσίασαν την πολυπλοκότητά τους. Οι ήρωες ακούμπησαν στις αλήθειες που συζητούμε συχνά, ακόμη κι αν τις εφαρμόζουμε σπάνια, όμως οι αντιήρωες ήρθαν να ταρακουνήσουν κομμάτια του παγόβουνου που αγγίζουν σχεδόν βυθό. Και όσο και αν ερωτεύτηκα τους ήρωες, με τους αντιήρωες ίσως βίωσα έναν έρωτα πλατωνικό. Στην καρδιά μου έβαλα τους πρώτους, όμως στην βόλτα μου, με τα ακουστικά στα αυτιά και τα μάτια στον μεγάλο αυτοκινητόδορμο, σκεφτόμουν τους δεύτερους. Εκείνους τους έβαλα στο μυαλό μου, μήπως, μέσα από το δικό τους ακατανόητο σκοτάδι, μπορέσω να βρω το δικό μου φως.

Και ξέρετε κάτι; Δεν ξέρω αν σας τους παρουσίασα όπως θα έπρεπε, ούτε ξέρω αν τα έχω κατανοήσει όλα σωστά. Βέβαια, τούτο,όπως θα έλεγε και ο Μερσώ, δεν έχει σημασία. Τούτο είναι αδιάφορο. Διότι, στο τέλος ίσως μετρά μονάχα αυτό: να καταλάβουμε πως και οι αντιήρωες σε έναν διαφορετικά πλασμένο κόσμο, σε ένα παράλληλο ίσως σύμπαν, απολαμβάνουν τιμές ηρώων.

 

Εις το επανιδείν!


 

Γράφει η Μαρία Λιάκου.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΑγάπα τους γονείς σου, δεν θα τους έχεις για πάντα
Επόμενο άρθροΜητέρα |Ευδοκία Αναγνώστου
Μαρία Λιάκου
Γεννήθηκα στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1995 και μεγάλωσα σε επαρχιακή πόλη της Βοιωτίας, με καταγωγή από ορεινό χωριό της Καρδίτσας. Το 2018 αποφοίτησα από το τμήμα της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από μικρή θυμάμαι τον εαυτό μου μπροστά σε έναν καθρέφτη να μιλάω σε ένα αόρατο κοινό εκφράζοντας τις απόψεις και τις σκέψεις μου. Αυτή μου η ανάγκη ενσαρκώθηκε πριν κάποια χρόνια με τη δημιουργία του προσωπικού μου blog στο διαδίκτυο. Μου αρέσει η μυρωδιά του γιασεμιού, οι παφλασμοί των κυμάτων, τα μικρά κυκλαδονήσια και τα πεφταστέρια, ενώ παράλληλα φλερτάρω με την ιδέα της προσωρινής διαμονής σε κάποιο ήσυχο νησί. Με τρομάζουν η απώλεια, τα κενά βλέμματα, η συνήθεια και ότι τα δεδομένα κάποια στιγμή θα γίνουν ζητούμενα. Απεχθάνομαι το δήθεν, την αδικία και την υπεροψία. Αγαπώ τα ζουμερά μαγουλάκια των μωρών, τον εθελοντισμό, τα καθαρά βλέμματα και τους διαλλακτικούς ανθρώπους με κοινωνικές ανησυχίες. Θαυμάζω τους μαχητικούς ανθρώπους με όραμα και πίστη στα όνειρά τους. Προσπαθώ να εμπιστεύομαι την ροή των πραγμάτων και να γίνω ο άνθρωπος που ο μικρός μου εαυτός θα θαύμαζε. Τέλος, όταν η σκέψη ψάχνει καταφύγιο, ανασύρει την εξής εικόνα: καλοκαίρι στο χωριό, να τρώω τα γεμιστά της μαμάς κάτω από τον έλατο στην αυλή, με θέα το δάσος. Τάσσομαι υπέρ της φιλοσοφικής αρχής πως ο άνθρωπος γεννιέται ως “λευκός πίνακας” και διαμορφώνεται από τα βιώματα και τις εμπειρίες κατά τη διάρκεια της ζωής του για αυτό και η ενότητά μου ακούει στο όνομα “Tabula Rasa”.