Κι αν έπρεπε να γκρεμίσεις έναν ολόκληρο κόσμο συθέμελα, και να τον ξαναχτίσεις από την αρχή, θα είχες άραγε το θάρρος; Πόσο μάλλον αν ο κόσμος αυτός δεν ήταν άλλος από το μικρόκοσμό σου, το ασφαλές και δεδομένο σου καταφύγιο, με τις φθορές του και τη λάμψη του, με το φως του και το σκοτάδι του. Αν έπρεπε να αφήσεις για λίγο τα ωραία σου δεκανίκια, ή ακόμα και να περπατήσεις στο ένα σου πόδι, κουτσός και ξυπόλυτος, θα άντεχες το βάρος σου και το βάρος της ψυχής σου; Θα ήσουν έτοιμος να δυσαρεστήσεις πρόσκαιρα όλους εκείνους τους αδιάκριτους, εξωτερικούς παρατηρητές, που τώρα σε επευφημούν και σε προορίζουν για μια αξιοζήλευτη θέση στην αξιοθρήνητη πολιτεία τους; (Ναι, για αυτήν μιλάω, «τήν πολιτεία πού ὅλους μᾶς ἀντέχει στή ράχη της, μέ τίς μικρότητές μας, τίς κακίες, τίς ἔχτρες μας, μέ τίς φιλοδοξίες, τήν ἄγνοιά μας καί τά γερατειά μας»*). Θα είχες λοιπόν το θάρρος να ταυτίσεις το έτερο εγώ με το υπερεγώ σου και να αφουγκραστείς επιτέλους τον ήχο των βημάτων σου;

Κατά πάσα πιθανότητα όχι. Γιατί πάντα, ή τουλάχιστον σχεδόν πάντα, στο κατώφλι της νέας ζωής, θα νιώσεις τις αποσκευές σου πιο βαριές από ποτέ, θα γυρίσεις πίσω και θα αναπολήσεις όσα έφυγαν και θα κλάψεις για όσα δε θα ‘ρθουν και θα διστάσεις, ίσως και να κάνεις πίσω. Μονάχα όταν κλείσεις την πόρτα πίσω σου, θα καταλάβεις πως η ισχυρότερη ένδειξη μιας σωστής επιλογής δεν είναι παρά ο φόβος, πως η αρχή σου βρίσκεται εκεί, στο εκάστοτε τέλος σου… Και τι συμβαίνει με όσους αδυνατούν να προσπεράσουν την τελεία τους, με όσους νιώθουν το κορμί τους να πυρακτώνεται από την ανυπαρξία, ωστόσο το ένα τους πόδι παραμένει πάντα κολλημένο στο κούφιο παρελθόν τους; Εκείνοι, που τίποτα πια δεν έχουν να χάσουν ούτε και να κερδίσουν, που προβάλλουν ως άλλοθι τη στάχτη που θα σκορπίσουν με αυτή τους την απόφαση και που τελικά σωπαίνουν, όλοι αυτοί αρκούνται στο να βυζαίνουν τα ανυπότακτα όνειρά τους. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, οι συνεσταλμένοι, οι άτολμοι και οι δυστυχισμένοι γίνονται κάποτε οι καλύτεροι ονειροπόλοι…


 

*Απόσπασμα από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος», Γιάννης Ρίτσος.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθρο“‘Oλιβερ Τουίστ” στο Θέατρο Πειραιώς 131 από 27 Νοεμβρίου
Επόμενο άρθροΗ Τέχνη της Καλοπέρασης, Mark Twain
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1999. Είναι φοιτήτρια του τμήματος Φαρμακευτικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το ενδιαφέρον και η προσήλωσή της στο αντικείμενο σπουδών της, στον άνθρωπο και την υγεία, είναι αδιαμφισβήτητα και άμεσα συνυφασμένα με το ανήσυχο πνεύμα της. Ωστόσο, από πολύ μικρή ηλικία πίστεψε στη δύναμη της συγγραφικής πένας, γιατί ένιωσε πως οι λέξεις αναπνέουν, ενώ στοιβαγμένες στη σειρά, αποκτούν ένα βάθος ασύλληπτο. Έτσι, έχει επιλέξει να πορεύεται παρέα με το αστείρευτο μεράκι της, την τέχνη της γραφής και ιδιαίτερα της ποίησης. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής και έχει συμμετάσχει σε μαθητικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, σε ορισμένους εκ των οποίων διακρίθηκε. Υπήρξε μέλος της συγγραφικής ομάδας στο blog του TEDxUoM 2019. Τον περασμένο χρόνο ένα ποίημά της συμπεριλήφθηκε σε έντυπη ποιητική συλλογή. Πέρα από την ποίηση και τη λογοτεχνία, αγαπά τις ξένες γλώσσες, τα ταξίδια, την έντεχνη μουσική και τις τέχνες στο σύνολό τους, με ιδιαίτερη αδυναμία στο θέατρο, χάρη στον ιδιαίτερο παλμό και τη μαγεία του. Νοσταλγική και ταυτόχρονα αεικίνητη, απεχθάνεται τη στασιμότητα και πιστεύει στη ζωή και το φως. Όπως άλλωστε της αρέσει να δανείζεται από το Γ. Ρίτσο: «Εμείς δεν ξέρουμε τι είναι η ομίχλη. Εμείς που λες όλα τα φτιάχνουμε στο φως.»