Από ένα παράθυρο.
Πότε σπασμένο, πότε ανοιχτό κι άλλοτε κλειστό.
Πάντα όμως βλέπει κανείς.
Τη ζωή και τον θάνατο.
Τη χαρά και τη λύπη.

Σε ένα δωμάτιο.
Πότε ζεστό, πότε κρύο.
Άλλοτε γεμάτο και αδειανό.
Παρατηρούμε.
Χαμένοι στην ίδια μας την πλάνη.
Πότε με ενδιαφέρον, πότε χωρίς και έκπληκτοι.
Άλλοτε στωικά και αδιάφορα.
Και η ζωή αφήνει την σιωπή της.
Στο δρόμο, το χάδι της.
Στο μεταβλητό.
Εκεί που όλα αλλάζουν και τίποτα ίδιο δεν μένει.

Σαν προχωράς.
Στην Σκύλα και την Χάρυβδη.
Στην Άνοιξη και στον Άδη.
Όμορφη είναι, σαν την αγαπούμε.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθρο«Ένα ποτήρι ακόμη, Τσάρλς» | Αντώνης Τσόκος
Επόμενο άρθροΚάποια μέρα | Dario Jaramillo Agudelo
Παναγιώτης Ρώνης
Γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1991 στα Γιαννιτσά. Αφού αποφοίτησε από το Γενικό Λύκειο το 2009, έγινε δεκτός στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Leeds στην Αγγλία. Η συναναστροφή του στο πανεπιστήμιο με φοιτητές όλων των εθνοτήτων και κοινωνικών στρωμάτων του κίνησε το ενδιαφέρον για τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Μετά από τρία χρόνια εργασίας στην Καρλσρούη της Γερμανίας, οδηγήθηκε στη Βιέννη, όπου ζει και σπουδάζει σήμερα στο τμήμα Φιλοσοφίας. Του αρέσει να γράφει, παρόλη την αγωνία που συνοδεύει πάντα αυτή τη διαδικασία. Τα ποιήματά του χαρακτηρίζει άλλοτε μια υπαρξιακή χροιά και άλλοτε μια ερωτική διάθεση. Έχει εμπνευστεί από Καββαδία, Σαχτούρη, Σάρτρ, Καμύ και θαυμάζει τον Γιάννη Ρίτσο. Τον προβληματίζει ο τρόπος λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών και συνάμα η απόσταση από τις ανάγκες του ατόμου που αυτές δημιουργούν. Άλλωστε όπως γράφει στο ποίημα του «Συνείδηση», «Ο άθλος της καθημερινής παράνοιας το έχει να εκμαυλίζει κάθε μορφή ζείδωρων συναισθημάτων. Να χτίζει τείχη που φτάνουν ψηλά, πολύ ψηλά, εις στον απόλυτο Δανδή που τόσο θέλει να μοιάσει». Είναι περίεργος να δει την αντανάκλαση των ποιημάτων του πάνω στους αναγνώστες.