Θυμάστε που μικροί παίζαμε με σαπουνόφουσκες; Που βουτούσαμε ένα εξαρτηματάκι μέσα σ΄ένα μπουκαλάκι με σαπουνόνερο, το φυσούσαμε και κάναμε φούσκες; Πόσο χαιρόμασταν στη θέα μιας μεγάλης φούσκας; Πόσο περήφανοι νιώθαμε πoυ καταφέρναμε μια μεγάλη φούσκα; Πόσο ανταγωνιστικοί γινόμασταν ως προς το ποιανού η φούσκα θα ήταν μεγαλύτερη ή θα διαρκούσε λίγο περισσότερο πριν σκάσει; Πόσο μας γοήτευε η θέα  μιας μπάλας σαπουνόνερου που αιωρείτο για λίγο στον αέρα, με backround τα όνειρα μας ώσπoυ… ΜΠΑΜ.

Οι φούσκες ποτέ δεν ήταν τόσο αθώες. Για να το θέσω λίγο καλύτερα: oι φούσκες δεν μας γοήτευαν ποτέ τόσο τυχαία. Ήταν μια προοικονομία για το μετά. Γιατί τις φούσκες ποτέ δεν σταματάμε να τις αναζητούμε κι ως ενήλικες. Συνεχώς μπαίνουμε ή ψάχνουμε να μπούμε σε ασφαλή περιβάλλοντα, ακόμη κι αν είναι εύθραυστα. Σε φανταχτερά περιβάλλοντα ακόμη κι αν ξέρουμε πως η διάρκεια τους δεν θα είναι μεγάλη. Αναζητούμε διαρκώς φούσκες να μας προστατεύσουν από την ωμή πραγματικότητα, από το να δούμε τα πράγματα ως είναι, να τα αποδεχτούμε κι αν χρειαστεί να τα διορθώσουμε. Προτιμούμε να ζούμε μέσα σε μια μπάλα από νερό που ανά πάσα στιγμή μπορεί να σκάσει αφήνοντάς μας μετέωρους στο κενό. Μόνο και μόνο για να ζήσουμε για λίγο σε έναν μικρόκοσμο ιδανικά πλασμένο για εμάς. Βλέπουμε τον κόσμο μέσα από την φούσκα μας, αλλά τον βλέπουμε παραμορφωμένο, τον βλέπουμε όπως μας επιτρέπει η φούσκα που έχουμε διαλέξει ή έχουν διαλέξει για εμάς να τον δούμε. Κι όταν η φούσκα σκάει, ψάχνουμε απελπισμένοι, αποκαμωμένοι πια, την επόμενη φούσκα, διότι φοβόμαστε το κενό. Διότι μένοντας στο κενό θα αναγκαστούμε να πετάξουμε για να επιβιώσουμε κι αυτό δεν το θέλουμε, λόγω φόβου ή επειδή νομίζουμε πως δεν το μπορούμε.

Συχνά φοβόμαστε να βγάλουμε φτερά, γιατί ξέρουμε πως άπαξ κι αποκτήσουμε φτερά δεν θα μπορέσουμε ποτέ ξανά να κλειστούμε στη φούσκα μας, θ΄ αναζητούμε πάντα τα κενά αέρος για να γελάμε με τα λίγα δευτερόλεπτα απώλειας της αίσθησης του πού βρισκόμαστε, να γελάμε με τα παιχνίδια της βαρύτητας.  Άπαξ και γνωρίσουμε την πολυτιμότητα του κενού, δεν θα μπορέσουμε ποτέ ξανά να βολευτούμε στην στενοχώρια ή την στενοχωρία μιας αποστειρωμένης και οριοθετημένης οικειότητας, η οποία όσο είμαστε εντός της φούσκας φαντάζει απολύτως ελκυστική έως κι απαραίτητη. Γι΄αυτό, συχνά και πολλοί- όχι πάντα και όλοι- προτιμούμε την οικειότητα και την ασφάλεια της δικής μας φούσκας. Άντε στην καλύτερη των περιπτώσεων να ακουμπήσουμε λίγο σε καμιά διπλανή φούσκα που μπορεί να βρεθεί στο διάβα μας, αλλά κι εκεί ακόμη, αν με την επαφή, την τριβή, οι φούσκες σκάσουν, κάθε κάτοχος της φούσκας θ΄ανατρέξει να βρει μια νέα. Δεν θ΄αφεθεί στη μαγεία του κενού, του αγνώστου, στον καθαρό αέρα που υπάρχει έξω από τις φούσκες.

Δεν είναι μάλιστα τυχαίο, που πλέον οι φούσκες βγαίνουν σε ακόμη μεγαλύτερα μεγέθη. Δεν έχετε δει ζογκλέρ στις πλατείες να κάνουν τεράστιες φούσκες που τις κυνηγούν τα παιδιά; Πόσες πολλές φορές δεν έχουμε χαμογελάσει στη θέα τους ως ενήλικες; Όσο πιο μεγάλη η φούσκα, τόσο πιο πολύ ενθουσιαζόμαστε και σαν μεγάλοι. Έστω μειδιάζουμε, όσο σκληροί κι αν φερόμαστε να είμαστε. Να είναι άραγε μόνο η ανάμνηση μιας παιδικής αθωότητας αυτό που μας προκαλεί εκείνο το χαμόγελο κι εκείνο το μειδίαμα, στο οποίο αποτυπώνεται μια γλυκιά μελαγχολία; Ή μήπως να είναι και το ότι σε αυτές τις απτές φούσκες, αναγνωρίζουμε συχνά και την ασφάλεια, την οικειότητα της δικής μας νοητής φούσκας; Δεν ξέρω. Ούτε μπορώ να ξέρω. Το μόνο που μπορώ είναι να θυμηθώ πως ο ενθουσιασμός μου να φτιάχνω φούσκες ούσα μικρή ήταν τεράστιος, αλλά η λύτρωση του να τις βλέπω να σκάνε στον αέρα ήταν τρανότερη. Μάλιστα όσο μεγαλύτερη  η φούσκα, τόσο μεγαλύτερο το μπαμ κι όσο μεγαλύτερο το μπαμ, τόσο μεγαλύτερη και η λύτρωση.

Τώρα θα μου πείτε ποιο μπαμ ρε συ, Μαρία; Έχεις ακούσει καμιά φούσκα από σαπουνόνερο να παράγει ήχο, όταν σκάει και μάλιστα τόσο δυνατό, τόσο εκκωφαντικό; Kι από πλευράς μου, θα σας απαντήσω πως υπάρχουν φούσκες, φτιαγμένες από τόσο εύθραυστα υλικά- όσο ένα σαπούνι και λίγο νερό- που, όταν σκάνε, τραντάζεται η γη ολάκερη, ειδικά, αν οι φούσκες σκάσουν όλες μαζί και ταυτόχρονα. Κι επαναλαμβάνω: ειδικά, αν οι φούσκες σκάσουν όλες μαζί και ταυτόχρονα.

Εις το επανιδείν!


 

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΤο Τραγούδι της Ημέρας
Επόμενο άρθροΟι πενιές του ανθρώπου
Μαρία Λιάκου
Γεννήθηκα στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1995 και μεγάλωσα σε επαρχιακή πόλη της Βοιωτίας, με καταγωγή από ορεινό χωριό της Καρδίτσας. Το 2018 αποφοίτησα από το τμήμα της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από μικρή θυμάμαι τον εαυτό μου μπροστά σε έναν καθρέφτη να μιλάω σε ένα αόρατο κοινό εκφράζοντας τις απόψεις και τις σκέψεις μου. Αυτή μου η ανάγκη ενσαρκώθηκε πριν κάποια χρόνια με τη δημιουργία του προσωπικού μου blog στο διαδίκτυο. Μου αρέσει η μυρωδιά του γιασεμιού, οι παφλασμοί των κυμάτων, τα μικρά κυκλαδονήσια και τα πεφταστέρια, ενώ παράλληλα φλερτάρω με την ιδέα της προσωρινής διαμονής σε κάποιο ήσυχο νησί. Με τρομάζουν η απώλεια, τα κενά βλέμματα, η συνήθεια και ότι τα δεδομένα κάποια στιγμή θα γίνουν ζητούμενα. Απεχθάνομαι το δήθεν, την αδικία και την υπεροψία. Αγαπώ τα ζουμερά μαγουλάκια των μωρών, τον εθελοντισμό, τα καθαρά βλέμματα και τους διαλλακτικούς ανθρώπους με κοινωνικές ανησυχίες. Θαυμάζω τους μαχητικούς ανθρώπους με όραμα και πίστη στα όνειρά τους. Προσπαθώ να εμπιστεύομαι την ροή των πραγμάτων και να γίνω ο άνθρωπος που ο μικρός μου εαυτός θα θαύμαζε. Τέλος, όταν η σκέψη ψάχνει καταφύγιο, ανασύρει την εξής εικόνα: καλοκαίρι στο χωριό, να τρώω τα γεμιστά της μαμάς κάτω από τον έλατο στην αυλή, με θέα το δάσος. Τάσσομαι υπέρ της φιλοσοφικής αρχής πως ο άνθρωπος γεννιέται ως “λευκός πίνακας” και διαμορφώνεται από τα βιώματα και τις εμπειρίες κατά τη διάρκεια της ζωής του για αυτό και η ενότητά μου ακούει στο όνομα “Tabula Rasa”.