Στη γεωμετρία δεν ήμουν ποτέ καλή. Ίσως, μάλιστα το χειρότερο μου σχήμα να ήταν ο κύκλος. Αυτόν τον άτιμο τον διαβήτη, όσο και αν με γοήτευε η παρουσία του στην κασετίνα μου, ποτέ δεν τον συμπάθησα. Ποτέ δεν μπήκε στη λίστα των φίλων μου, διότι ποτέ δεν κατάφερα να σχηματίσω έναν κύκλο της προκοπής. Εκεί που έλεγα πως το ‘χω, πως ,ναι, επιτέλους θα κλείσω τον κύκλο μου, καταστροφή… Μέσα σε ένα μόλις δευτερόλεπτο, να σου μια γραμμή να διασχίζει από τη μία ως την άλλη άκρη τη χάρτινη κόλλα μου. Κάπως έτσι λοιπόν, ο γεωμετρικός κύκλος μου δεν έφτανε στο τέλος του ποτέ.

Ωστόσο, τα κουσούρια λένε πως μένουν, με αποτέλεσμα πολλοί από τους  ανθρώπους που δυσκολεύονταν να χειριστούν τον διαβήτη ως παιδιά, να δυσκολεύονται να τον χειριστούν και ως μεγάλοι. Δυσκολεύονται να κλείσουν κύκλους ανθρώπων, διαπροσωπικών σχέσεων, καταστάσεων. Πιστεύουν πως πάντα αξίζει να μείνει μια μικρή χαραμάδα ανοιχτή. Πως πρέπει την τελευταία στιγμή να φύγει ο γραφίτης του μέσα τους και να τραβήξει άτσαλα μια γραμμή. Προτιμούν αυτή την άτσαλα δομημένη γραμμή παρά τον τέλειο, ερμητικά κλειστό κύκλο. Νομίζουν πως έχουν να δώσουν και να πάρουν και άλλα. Και άλλα και άλλα και άλλα. Ξεχνούν όμως, πως οι κύκλοι είναι για να κλείνουν, να γίνονται τέλειοι, να φτάνουν στο τέλος. Άλλωστε, ό,τι αφήνεται ανοιχτό, στοιβάζεται. Στριμώχνεται με αυτό που έχει ήδη αφεθεί ανοιχτό και με αυτό που εσκεμμένα θα αφεθεί. Όμως έτσι, δεν μπορεί να αναπνεύσει τίποτα καινούριο και κατ’ επέκταση ούτε εκείνοι.

Κάθε πράγμα, κάθε κατάσταση έχει αρχή, μέση και τέλος. Και ειδικά το τέλος, οφείλουμε και ωφελούμαστε με  να το σεβόμαστε. Είναι το επισφράγισμα της αρχής και της μέσης. Είναι η απόδειξη πως αυτά τα δύο υπήρξαν. Και ,αν άξιζαν, τους αξίζει και ένα αξιοπρεπές φινάλε. Το τέλος δεν είναι κακό, δεν είναι αποτυχία. Είναι η φυσική ροή. Σηματοδοτεί νέες αρχές. Μόνο που για να είναι οι αρχές νέες, πρέπει τα τέλη να έχουν το πρόσημο του οριστικού. Διαφορετικά, δεν μιλάμε για νέες αρχές, μα για ξεκινήματα – ουρές όσων φοβόμαστε ή δεν θέλουμε να κλείσουμε.

Αγαπητοί μου αναγνώστες, ας συμφωνήσουμε σε κάτι. Ό, τι είναι να μείνει, ας μείνει. Και ό,τι είναι να φύγει, ας φύγει. Οφείλουμε να εκτιμούμε το πρώτο και να σεβόμαστε το δεύτερο. Ας αφήσει λοιπόν καθείς τον κύκλο τον ζωγραφισμένο με κιμωλία- ωσάν άλλος Μπρεχτ- στην άκρη. Διότι, ο κύκλος, όσο μένει ζωγραφισμένος με κιμωλία, εύκολα παραβιάζεται. Τον σβήνουμε, τον φτιάχνουμε και φτου και από την αρχή. Οι κύκλοι -μάλλον- πρέπει να χαράζονται με σίδερο. Μια που ανοίγουν , μια που κλείνουν και μια που δεν ξανανοίγουν, ώστε να μένει στο καλό χώρος, να ανοιγοκλείσει καινούριους κύκλους..


 

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΗ ΣΑΡΚΑ |Τίτος Πατρίκιος
Επόμενο άρθροΣυμβολική προβολή χωρίς θεατές στο Ολύμπιον |61ο ΦΚΘ
Γεννήθηκα στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1995 και μεγάλωσα σε επαρχιακή πόλη της Βοιωτίας, με καταγωγή από ορεινό χωριό της Καρδίτσας. Το 2018 αποφοίτησα από το τμήμα της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από μικρή θυμάμαι τον εαυτό μου μπροστά σε έναν καθρέφτη να μιλάω σε ένα αόρατο κοινό εκφράζοντας τις απόψεις και τις σκέψεις μου. Αυτή μου η ανάγκη ενσαρκώθηκε πριν κάποια χρόνια με τη δημιουργία του προσωπικού μου blog στο διαδίκτυο. Μου αρέσει η μυρωδιά του γιασεμιού, οι παφλασμοί των κυμάτων, τα μικρά κυκλαδονήσια και τα πεφταστέρια, ενώ παράλληλα φλερτάρω με την ιδέα της προσωρινής διαμονής σε κάποιο ήσυχο νησί. Με τρομάζουν η απώλεια, τα κενά βλέμματα, η συνήθεια και ότι τα δεδομένα κάποια στιγμή θα γίνουν ζητούμενα. Απεχθάνομαι το δήθεν, την αδικία και την υπεροψία. Αγαπώ τα ζουμερά μαγουλάκια των μωρών, τον εθελοντισμό, τα καθαρά βλέμματα και τους διαλλακτικούς ανθρώπους με κοινωνικές ανησυχίες. Θαυμάζω τους μαχητικούς ανθρώπους με όραμα και πίστη στα όνειρά τους. Προσπαθώ να εμπιστεύομαι την ροή των πραγμάτων και να γίνω ο άνθρωπος που ο μικρός μου εαυτός θα θαύμαζε. Τέλος, όταν η σκέψη ψάχνει καταφύγιο, ανασύρει την εξής εικόνα: καλοκαίρι στο χωριό, να τρώω τα γεμιστά της μαμάς κάτω από τον έλατο στην αυλή, με θέα το δάσος. Τάσσομαι υπέρ της φιλοσοφικής αρχής πως ο άνθρωπος γεννιέται ως “λευκός πίνακας” και διαμορφώνεται από τα βιώματα και τις εμπειρίες κατά τη διάρκεια της ζωής του για αυτό και η ενότητά μου ακούει στο όνομα “Tabula Rasa”.