Σκηνοθεσία: Νίκος Χατζηπαπάς, Θέατρο Αντιγόνη Βαλάκου (ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας).

 

Λίγα λόγια για το έργο

 

Ο Ζιλ Ντε Ραι (1404-1440), στρατάρχης της Γαλλίας και σύντροφος της Ζαν ντ’ Αρκ, ήταν, κυρίως ένας τραγικός εγκληματίας, ένας κατά συρροή δολοφόνος, χαρακτηρίστηκε ως ένας από τους δέκα μεγαλύτερους κατά συρροή δολοφόνους όλων των εποχών! Κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία, σοδομισμό και μαύρη μαγεία. Καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού και κάψιμο στην πυρά. Στις 26 Οκτωβρίου του 1440, ο Ζιλ ντε Ραι κρεμάστηκε. Το σώμα του διαμελίστηκε, κάηκε και η τέφρα δόθηκε σε συγγενικά πρόσωπα για να ταφεί.

Ο Ούγκο Κλάους στο κείμενο του (1989) καταγράφει τα πρακτικά της δίκης του Ζιλ ντε Ραι τα οποία έχουν σωθεί στο ακέραιο τους, όπως επίσης και τα πρακτικά της πολιτικής του δίκης. Η απολογία της δίκης γράφεται σε μορφή θεατρικού μονολόγου.

«Στο έργο «O Ζιλ και η Νύχτα» συνυπάρχουν δύο πλαίσια, ένα πραγματικό και ένα φανταστικό. Το πραγματικό πλαίσιο προσδιορίζεται από την απολογία του Ζιλ ντε Ραι στην Ιερά Εξέταση το 1440… Και σε ένα φανταστικό πλαίσιο που αναφέρεται στις σκέψεις και σ’ έναν εσωτερικό διάλογο του Ζιλ Ντε Ραι με την Ιωάννα της Λωραίνης και τον δαίμονα Μπαρόν», αναφέρει το σημείωμα του σκηνοθέτη.

Στην Ελλάδα, νομίζω ότι είναι η δεύτερη φορά που ανεβαίνει στην ελληνική σκηνή, μια ήταν με την Δήμητρα Χατούπη στον ομώνυμο ρόλο και σε σκηνοθεσία της Φωτεινής Σισκοπούλου, στο θέατρο του Νέου Κόσμου, το 2002. Η παράσταση αυτή του Νίκου Χατζηπαπά από το θέατρο Σημείο κάνει στάση στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας για δυο παραστάσεις (18-19/03/2019).

 

Λίγα λόγια για την παράσταση

Ο εσταυρωμένος Ιησούς (γλυπτό του Κώστα Παπαδόπουλου) δημιουργεί ακόμα και πριν την έναρξη της παράστασης ένα ενοχικό αίσθημα, ένα γενικό κατηγορώ στους συνειδητοποιημένους, έστω, θεατές. Η ατμόσφαιρα της παράστασης κουμπώνει με το θέμα που εκτυλίσσεται μπροστά μας και κερδίζει την θεατρική ψευδαίσθηση, από την αρχή, μπροστά σ’ ένα τέτοιο θεατρικό και θεαματικό, δύσκολο εγχείρημα. Ο Νίκος Χατζηπαπάς ερμηνεύει και σκηνοθετεί τον εαυτό του ως τον σατανικό στρατάρχη Ζιλ ντε Ραι., σε μια παράσταση της οποίας η διάρκεια ήταν δυόμιση ώρες. Το να σκηνοθετεί κάποιος τον εαυτό του, εξαρχής, θέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο. Χάνεται κάθε αίσθηση σκηνοθετικού ελέγχου και έτσι ο ηθοποιός-σκηνοθέτης μπορεί εύκολα να μεταβεί σε ανεξέλεγκτα υποκριτικά «ντελίρια». Έτσι και ο Νίκος Χατζηπαπάς έχει τα πάνω του και τα κάτω του σε αυτή την παράσταση. Σε μια γενικώς, ομολογουμένη «απολογία» σίγουρα ο Χατζηπαπάς στέκεται ικανός υποκριτικά και μας τέρπει σε έναν τέτοιο ιδιάζοντα ρόλο, εκείνον του δολοφόνου και σατανικού στρατάρχη με δύναμη και επιρροή στην τότε (1440) κοινωνία της Γαλλίας. Σε μια ειδικώς, προσωπική, ομολογία ο Χατζηπαπάς πέφτει και αποτυγχάνει ερμηνευτικά στα πιο σημαντικά σημεία του έργου. Η στιγμή όπου η μετάνοια και ομολογία του Ζιλ φτάνει στο αποκορύφωμα και φτάνει στο σημείο να «φάει» τα δάκτυλα του, ως αυτοτιμωρία ή την στιγμή που βάζει τα χέρια του στην φωτιά, ο Χατζηπαπάς στέκεται χλιαρός και παράλληλα υπερβολικός υποκριτικά. Ο λόγος του στομφώδης, υπερβολικός και δυνατός, όπως τις παλιές καλές εποχές του Ροντήρη, μας παίρνει στην κυριολεξία τα αυτιά και μας κάνει να κάνουμε ένα βήμα πίσω στο κάθισμα.

Ο ρόλος αυτός του Ζιλ, όντας, βαρύθημος, έχει ανάγκες να χρωματιστεί από μια υποκριτική τεχνική απλή και σιωπηρή. Ακόμα και στην πρώτη φανταστική εκδοχή όπου ο Ζιλ Ντε Ραι πέφτει σ’ ένα εσωτερικό μονόλογο με την Ιωάννα της Λωραίνης και τον δαίμονα Μπαρόν, τα κουστούμια (Λίτσα Κυρίτση) προσθέτουν βάρος στον ήδη πομπώδη και αβανταδόρικο ρόλο. Το παλτό και οι μπότες ακουγόντουσαν μέσα στην ησυχία της ομολογίας και αποσπούσαν την προσοχή, τη συγκέντρωση ή και τα νεύρα του θεατή. Το κόκκινο χρώμα, στα αιματοβαμμένα χέρια και πόδια του Ζιλ, στο δεύτερο μέρος της παράστασης, δείκτης των βασανιστηρίων του, της αυτοτιμωρίας; του αλλά και δείκτης του Διαβολικού του χαρακτήρα. Επίσης, τα μάτια του Χατζηπαπά, ορισμένες φορές, σπινθήριζαν αυτό το διαβολικό αυτό το κόκκινο που πρέπει να έχει και έχει αυτός ο χαρακτήρας.

Τα μουσικά ψαλμωδικά διαλείμματα από τον Πάνο Λαμπρίση σε μουσική επιμέλεια της Ελίζα Χατζηπαπά, ενέτειναν τον ιεροεξεταστικό χαρακτήρα του έργου και μας γαλήνευαν την ψυχή. Το να στήνεται μια παράσταση που ξεφεύγει χρονικά την μια ώρα και ένα τέταρτο, στις μέρες μας, μου φαίνεται αδιανόητο. Πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για έναν μονόλογο! Η προσπάθεια, βέβαια, και το δόσιμο και η αγάπη του Νίκου Χατζηπαπά για τον ρόλο αξίζει να χειροκροτηθεί και ανέδειξε τις αδυναμίες και τα προτερήματα που έχει το να αναλαμβάνει και να εντρυφεί κανείς σκηνοθετικά και ερμηνευτικά σ’ έναν ρόλο.

 

Γράφει η Μαρία-Ευθυμία Γιαννάτου

(Θεατρολόγος-θεατροπαιδαγωγός)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.