Το μπαρ είναι άδειο και υγρό.
Δεν ξέρω αν είναι η κούραση από αυτόν τον αιώνα, πάντως η μυρωδιά του δεν μου αρέσει.
Και όμως στέκομαι ακόμα εδώ.
Και οι ώρες περνούν σαν άδεια τραίνα.
Περιμένοντας να ακούσω νέα για εσένα.
Από εσένα. Δύο λόγια έπρεπε να πεις, στέρεψαν και αυτά.
Στέρεψε και η ζωή μαζί, για κάποιαν ώρα.
Μην χαλάς τις στιγμές γιατί μετά δεν θα υπάρχει τίποτα όμορφο να θυμάσαι.
Θυμάμαι, ξαφνικά ερχόσουν και όλα ήταν διαφορετικά.
Και όλη μέρα σε περίμενα.
Και ήρθε ο καιρός να φύγεις.
Δεν έβγαλες μια λέξη.
Προσκυνάς την μοίρα σου και δεν μπαίνεις στην μάχη.
Μην πάρεις τα πόδια από το κρεβάτι και πατήσεις στο πάτωμα.
Μην σηκωθείς.
Και σε περιμένω στα καφέ που συχνάζαμε.
Περιμένοντας να φανείς.
Μα σου έχω πει.
Μπορώ να σε φιλήσω από τα δάχτυλα των ποδιών σου, που τόσο βαριέσαι να βάφεις, μέχρι τις ξανθές σου τούφες πάνω πάνω.
Και όλα σου τα λόγια σε παρελθοντικό χρόνο.
Ζηλεύω τον εγωισμό σου.
Αλήθεια τον ζηλεύω.
Και μου την έλεγες από ενδιαφέρον.
Ανησυχούσες για έμενα.
Ήταν όμορφα.
Σου ζήτησα να γίνεις σκληρή μαζί μου.
Κάποιες φορές πρέπει να με πληγώνεις.
Και σε περιμένω ακόμα.
 
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΤο Τραγούδι της Ημέρας | 18/12/2018
Επόμενο άρθροTo Tραγούδι της Ημέρας | 19/12/2018
Παναγιώτης Ρώνης
Γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1991 στα Γιαννιτσά. Αφού αποφοίτησε από το Γενικό Λύκειο το 2009, έγινε δεκτός στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Leeds στην Αγγλία. Η συναναστροφή του στο πανεπιστήμιο με φοιτητές όλων των εθνοτήτων και κοινωνικών στρωμάτων του κίνησε το ενδιαφέρον για τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Μετά από τρία χρόνια εργασίας στην Καρλσρούη της Γερμανίας, οδηγήθηκε στη Βιέννη, όπου ζει και σπουδάζει σήμερα στο τμήμα Φιλοσοφίας. Του αρέσει να γράφει, παρόλη την αγωνία που συνοδεύει πάντα αυτή τη διαδικασία. Τα ποιήματά του χαρακτηρίζει άλλοτε μια υπαρξιακή χροιά και άλλοτε μια ερωτική διάθεση. Έχει εμπνευστεί από Καββαδία, Σαχτούρη, Σάρτρ, Καμύ και θαυμάζει τον Γιάννη Ρίτσο. Τον προβληματίζει ο τρόπος λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών και συνάμα η απόσταση από τις ανάγκες του ατόμου που αυτές δημιουργούν. Άλλωστε όπως γράφει στο ποίημα του «Συνείδηση», «Ο άθλος της καθημερινής παράνοιας το έχει να εκμαυλίζει κάθε μορφή ζείδωρων συναισθημάτων. Να χτίζει τείχη που φτάνουν ψηλά, πολύ ψηλά, εις στον απόλυτο Δανδή που τόσο θέλει να μοιάσει». Είναι περίεργος να δει την αντανάκλαση των ποιημάτων του πάνω στους αναγνώστες.