Πριν από κάμποσα χρόνια έπεσα πάνω στο εξής: “όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει”, είχε πει ο Χατζιδάκις. Πριν από κάποιους μήνες -με τις φωτιές στην Αυστραλία και τις εκατοντάδες εικόνες με καμμένα κοάλα και λοιπά ζωάκια- διάβασα ένα σχόλιο σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης που εν ολίγοις έλεγε το εξής: πως το να βλέπει κανείς συνέχεια τέτοιες εικόνες τον εξοικειώνει σε τέτοιο βαθμό με το θέαμα, ώστε τελικά ο αντίκτυπος να είναι αρνητικός. Συνηθίζει το κακό, το νοσηρό σε τέτοιον βαθμό πια που φτάνει να το θεωρεί φυσιολογικό, ενδεχομένως και υγιές, και τελικά αντί να αναστατώνεται απλώς αδιαφορεί και προσπερνά. Η εικόνα, η είδηση χάνει τη δύναμή της και φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα. Και αν μη τι άλλο,είτε συμφωνούμε είτε διαφωνούμε, είναι μια άποψη με πολύ ενδιαφέρον.

Χρόνια μετά την πρώτη φράση και μήνες μετά την δεύτερη, αποδεικνύεται πως, χωρίς να το έχω καταλάβει νωρίτερα, αμφότερα, έχουν χαραχθεί βαθιά στο υποσυνείδητό μου, αφού τα ανασύρω κάθε που νιώθω πως έχω μουδιάσει απέναντι σε όσα βλέπω ή ακούω να συμβαίνουν. Κάθε που νιώθω πως αισθάνομαι λιγότερη ανησυχία, λιγότερη οργή, γενικότερα λίγη στο να αντιδράσω και να μπω στη διαδικασία να προβληματιστώ για ό, τι μου παρουσιάζεται, τα στροβιλίζω στο μυαλό μου. Μιλώ κοινωνικά. Και μιλώ για την αδράνεια και την απάθεια. Όταν λοιπόν νιώθω πως έχω χαμηλώσει την ένταση στο θυμικό μου απέναντι σε παραστάσεις, σε καταστάσεις, σε εικόνες στο αντίκρισμα των οποίων θα έπρεπε να έχω δυναμώσει την φωνή στο τέρμα, προβληματίζομαι μήπως τελικά αρχίζω και μοιάζω με το τέρας που νόμιζα ότι αντιμάχομαι.(σε αυτό το σημείο ακόμη είμαι στο στάδιο της πρώτης φράσης) Μετά σκέφτομαι πως όταν το φαί που σερβίρεται επί χρόνια στο τραπέζι είναι το ίδιο, είναι επόμενο η γεύση του να αρχίζει να ξεθωριάζει. Ίσως, αυτός να είναι ο λόγος που το φαγητό σερβίρεται με τόση φυσικότητα και τόση συχνότητα: για να φτάσει κανείς στο σημείο να μην ρωτά πια “τί θα φάμε;”, αφού το μενού είναι τόσο προβλέψιμο. Σχεδόν κανονικό, σχεδόν υγιές, σχεδόν φυσικό. (σε αυτό το σημείο έχω ήδη περάσει στον στροβιλισμό του δεύτερου σχολίου).

Από την άλλη, ακόμη και ένα ευσυνείδητο άτομο, ενδεχομένως να αρχίσει να αναπτύσσει σταδιακά και ασυναίσθητα μηχανισμούς άμυνας για να επιβιώσει. Ίσως, αυτό να  κάνει ένα άτομο να μουδιάζει, να μένει απαθές απέναντι σε εικόνες που θα έπρεπε να του ανακατεύουν το μέσα του τόσο, ώστε να φτάνει στο σημείο να ανακατεύει και λίγο την τράπουλα στο έξω του: το να έχει συνηθίσει τόσο το τέρας, ώστε να μην συνειδητοποιεί ότι αρχίζει να του μοιάζει ή να έχει πιστέψει πως αυτή η ομοιότητα είναι η μόνη βιώσιμη οδός.

Όμως, όχι.

Τα μάτια και η συνείδηση δεν πρέπει να συνηθίσουν στην ιδέα ανθρώπων που πεινάνε, που πονάνε, που ξεψυχούν μόνο και μόνο επειδή κάποιοι θεωρούν την ψυχή τους υποδεέστερη.

Στα “Σταφύλια της οργής” του Στάινμπεκ, ο Κέισι, ο πρώην ιεροκήρυκας, κάνει λόγο για μια ενιαία, “κοινή ανθρώπινη ψυχή στην οποία όλοι μετέχουν”.

Και έρχομαι και ρωτώ: πώς γίνεται, όταν πονάει το μέρος, να μην σφαδάζει το όλον;


Γράφει η Μαρία Λιάκου.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΤα μπαλκόνια.
Επόμενο άρθροΔόξα της Κυριακής |Θωμάς Γκόρπας
Μαρία Λιάκου
Γεννήθηκα στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1995 και μεγάλωσα σε επαρχιακή πόλη της Βοιωτίας, με καταγωγή από ορεινό χωριό της Καρδίτσας. Το 2018 αποφοίτησα από το τμήμα της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από μικρή θυμάμαι τον εαυτό μου μπροστά σε έναν καθρέφτη να μιλάω σε ένα αόρατο κοινό εκφράζοντας τις απόψεις και τις σκέψεις μου. Αυτή μου η ανάγκη ενσαρκώθηκε πριν κάποια χρόνια με τη δημιουργία του προσωπικού μου blog στο διαδίκτυο. Μου αρέσει η μυρωδιά του γιασεμιού, οι παφλασμοί των κυμάτων, τα μικρά κυκλαδονήσια και τα πεφταστέρια, ενώ παράλληλα φλερτάρω με την ιδέα της προσωρινής διαμονής σε κάποιο ήσυχο νησί. Με τρομάζουν η απώλεια, τα κενά βλέμματα, η συνήθεια και ότι τα δεδομένα κάποια στιγμή θα γίνουν ζητούμενα. Απεχθάνομαι το δήθεν, την αδικία και την υπεροψία. Αγαπώ τα ζουμερά μαγουλάκια των μωρών, τον εθελοντισμό, τα καθαρά βλέμματα και τους διαλλακτικούς ανθρώπους με κοινωνικές ανησυχίες. Θαυμάζω τους μαχητικούς ανθρώπους με όραμα και πίστη στα όνειρά τους. Προσπαθώ να εμπιστεύομαι την ροή των πραγμάτων και να γίνω ο άνθρωπος που ο μικρός μου εαυτός θα θαύμαζε. Τέλος, όταν η σκέψη ψάχνει καταφύγιο, ανασύρει την εξής εικόνα: καλοκαίρι στο χωριό, να τρώω τα γεμιστά της μαμάς κάτω από τον έλατο στην αυλή, με θέα το δάσος. Τάσσομαι υπέρ της φιλοσοφικής αρχής πως ο άνθρωπος γεννιέται ως “λευκός πίνακας” και διαμορφώνεται από τα βιώματα και τις εμπειρίες κατά τη διάρκεια της ζωής του για αυτό και η ενότητά μου ακούει στο όνομα “Tabula Rasa”.