Στο καμένο σπίτι, τρώω πρωινό.

Καταλαβαίνετε: δεν υπάρχει πρωινό, δεν υπάρχει σπίτι

Κι όμως, να που είμαι εδώ.

 

Το κουτάλι που έχει λιώσει ξύνει

το μπολ που έχει λιώσει επίσης.

Κανένας άλλος δεν είναι τριγύρω.

 

Πού πήγαν όλοι, αδελφός και αδελφή,

μητέρα και πατέρας; Έφυγαν στην ακτή,

Ίσως. Τα ρούχα τους είναι ακόμα στις κρεμάστρες,

 

Τα πιάτα τους στοιβαγμένα δίπλα στον νεροχύτη,

που είναι δίπλα στην ξυλόσομπα

με τη σχάρα και το καπνισμένο τσαγερό της,

 

κάθε λεπτομέρεια ολοκάθαρη,

τσίγκινο κύπελλο και κυματιστός καθρέφτης.

Η μέρα είναι φωτεινή και ατραγούδιστη,

 

η λίμνη είναι γαλάζια, το δάσος άγρυπνο.

Στην ανατολή μια στιβάδα σύννεφα

φουσκώνει σιωπηλά σαν μαύρο ψωμί.

 

Μπορώ να δω τις σπείρες στον μουσαμά,

Μπορώ να δω τα ψεγάδια στο γυαλί,

αυτές τις αναλαμπές εκεί που τα χτυπάει ο ήλιος.

 

Δεν μπορώ να δω τα ίδια μου τα χέρια και τα πόδια

Ή να ξεχωρίσω αν πρόκειται για παγίδα ή ευλογία,

Το να βρεθώ εδώ, όπου τα πάντα

 

μέσα σ’ αυτό το σπίτι έχουν τελειώσει από καιρό,

τσαγερό και καθρέφτης, κουτάλι και μπολ,

συμπεριλαμβανομένου του ίδιου μου του κορμιού,

 

συμπεριλαμβανομένου του κορμιού που είχα τότε,

συμπεριλαμβανομένου του κορμιού που έχω τώρα

καθισμένη σε τούτο το τραπέζι του πρωινού, μόνη κι ευτυχισμένη,

 

γυμνά πόδια παιδιού πάνω σε καψαλισμένα σανίδια

(μπορώ σχεδόν να δω)

Στα φλεγόμενα ρούχα μου, το λεπτό πράσινο σορτσάκι

 

και το λερό κίτρινο μπλουζάκι

να βαστούν την καρβουνιασμένη, ανύπαρκτη,

φωτοβόλα σάρκα μου. Πυρακτωμένη.


 

*Από τη συλλογή “Πρωί στο καμένο σπίτι”, 1995
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθρο«Όταν ο Άγιος Βασίλης έχασε τη στολή του» από τις εκδόσεις Διάπλαση
Επόμενο άρθροΘα βάλω σ’ ευθείες το φως, Νικηφόρος Βρεττάκος
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας αλλά και από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Κατέχει πιστοποίηση στο σύστημα γραφής Braille και παρακολουθεί σεμινάρια στον τομέα της Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας. Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία και το ραδιόφωνο. Η πρώτη της φωτογραφική έκθεση είχε θέμα το νησί της Φολεγάνδρου και παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη το 2017. Έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις και έργα της εκτίθενται στην «Ολυμπιακή Δημοτική Πινακοθήκη Σπύρος Λούης» στο Μαρούσι στα πλαίσια της εκδήλωσης «2ο Φεστιβάλ Εικόνας Τέχνης και Πολιτισμού» για το 2017. Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τους περίπατους, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του ελληνικού καφέ από την κούπα της μαμάς της. Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την πηγαία ευγένεια, τις ευχές, τις πράξεις που έχουν ένα τεκμήριο αγάπης μέσα τους, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό, τα βλέμματα που δεν έχουν ανάγκη από φίλτρα φωτογραφικά για να δείξουν την λάμψη τους. Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει -πια- πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια... Πιστεύει… στο Αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων. Αισθάνεται… Ευγνωμοσύνη, Εμπιστοσύνη, Ελευθερία… Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή… Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό.