Ψίθυροι | Παναγιώτης Ρώνης

Το σώμα σου να προχωρά.

Να συμπεριφέρεται όπως αρμόζει.

Και όμως μέσα σου, πίσω από το σακάκι κοιτάς κρυφά.

Να δεις αν κάποιος σε παρακολουθεί.

Αν καταλάβει.

Αν καταλάβει πως προσποιείσαι.

Η αρρώστια σου θα νικηθεί με τον θάνατο.

Μέσα σου κρύβεσαι, για να μπορέσεις να επιβιώσεις.

Μα εκεί μέσα  δεν υπάρχει χρώμα, μουσική, διαστάσεις.

Πάρα μόνο η απόλυτη αλήθεια.

Η ενοχή της ύπαρξης σου θα σε συντροφεύει.

Δεν είσαι οι ρόλοι σου και

ποτέ δεν θα σου φτάνει ο χρόνος.

Η ζωή θα προχωρήσει, όπως πάντα.

Οι φίλοι θα φύγουν και πάνω τους θα μείνει η μαύρη σκόνη μιας πικρής ανάμνησης.

Μαζί τους και οι έρωτες.

Να αντέξεις.

Πρέπει να ξεπεράσεις την ναυτία που τρώει τα σωθικά σου.

Μάταια προσπαθείς να προλάβεις όλα αυτά τα δεινά που ίσως δεν θα συμβούν ποτέ.

Είσαι μια διαδικασία αποστροφής προς τον θάνατο, σε ότι σαπίζει και βρωμάει.

Θα πεθάνεις ούτως ή άλλως.

Ζωντανός είτε νεκρός, δεν μπορείς να χαίρεσαι όταν βιάζεται το αθώο.

Σε ξέρω.

Το ξέρω αυτό το πρόσωπο, γεμάτο τύψεις και ενοχές.

Άσε του μυαλού σου τα φυλακισμένα.

Άσε τα να φύγουν.

Κάποια στιγμή, θα έρθει η ελπίδα.

Θα σε πνίξει με το ίδιο σου το αίμα και οι ψίθυροι θα πάψουν.

 

*Aπό την ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Ρώνη με τίτλο ”Persona non grata”.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΗ ανθρώπινη φωνή στο σπίτι του Μάνου Χατζιδάκι | 2o Ερευνητικό εργαστήριο Φωνής
Επόμενο άρθροTo Tραγούδι της Ημέρας | 22/6/2018
Παναγιώτης Ρώνης
Γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1991 στα Γιαννιτσά. Αφού αποφοίτησε από το Γενικό Λύκειο το 2009, έγινε δεκτός στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Leeds στην Αγγλία. Η συναναστροφή του στο πανεπιστήμιο με φοιτητές όλων των εθνοτήτων και κοινωνικών στρωμάτων του κίνησε το ενδιαφέρον για τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Μετά από τρία χρόνια εργασίας στην Καρλσρούη της Γερμανίας, οδηγήθηκε στη Βιέννη, όπου ζει και σπουδάζει σήμερα στο τμήμα Φιλοσοφίας. Του αρέσει να γράφει, παρόλη την αγωνία που συνοδεύει πάντα αυτή τη διαδικασία. Τα ποιήματά του χαρακτηρίζει άλλοτε μια υπαρξιακή χροιά και άλλοτε μια ερωτική διάθεση. Έχει εμπνευστεί από Καββαδία, Σαχτούρη, Σάρτρ, Καμύ και θαυμάζει τον Γιάννη Ρίτσο. Τον προβληματίζει ο τρόπος λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών και συνάμα η απόσταση από τις ανάγκες του ατόμου που αυτές δημιουργούν. Άλλωστε όπως γράφει στο ποίημα του «Συνείδηση», «Ο άθλος της καθημερινής παράνοιας το έχει να εκμαυλίζει κάθε μορφή ζείδωρων συναισθημάτων. Να χτίζει τείχη που φτάνουν ψηλά, πολύ ψηλά, εις στον απόλυτο Δανδή που τόσο θέλει να μοιάσει». Είναι περίεργος να δει την αντανάκλαση των ποιημάτων του πάνω στους αναγνώστες.