dimotiki_pinakothiki_thessalonikis

Μαριάννα Ιγνατάκη

Σε ένα βαθύ, σκοτεινό δάσος έπλεκαν τα γένια ερωτευμένων παπαγάλων

Εγκαίνια: Δευτέρα 19 Νοεμβρίου, 8 μ.μ.

Διάρκεια: 19.11.18 – 05.01.19

 

Η ατομική έκθεση της Μαριάννας Ιγνατάκη στο Αλατζά Ιμαρέτ πραγματεύεται θέματα φύλου, ταυτότητας, ετερότητας και αποκλεισμού, μέσα από μορφές που αγγίζουν παράλληλα το όμορφο και το γκροτέσκο.  Μορφές κυρίαρχες και κυριαρχικές, χωρίς σημάδια ευαλωτότητας, κρύβονται ή αποκαλύπτονται μέσα από μάσκες ή πίσω από μαλλιά, ενώ έννοιες όπως το γελοίο και το τρομερό συνυπάρχουν και εναλλάσσονται.

Με αναφορές στην κινεζική φιλοσοφία και παράδοση, σε γενειοφόρες κυρίες και μαλλιανθρώπους, στο τσίρκο αλλά και την όπερα, η καλλιτέxνις μας βάζει σε έναν κόσμο όπου το “διαφέρειν” δεν αποτελεί μόνο το θέμα κάποιου αστικού μύθου, κλισέ ή καρναβαλικής μεταμφίεσης, το αντικείμενο ανθρωπολογικής περιέργειας ή γελοιοποίησης, αλλά και μια νέα κανονικότητα.

Θέματα ρατσισμού και φυλής, τίθενται πλάι-πλάι με θέματα ταυτότητας φύλου. Η γενειάδα σε μια λευκή γυναίκα θέτει υπό αμφισβήτηση μόνο το φύλο της στις θεωρίες του Δαρβίνου πάνω στη σεξουαλική επιλογή, ενώ μια γενειάδα σε μια μαύρη γυναίκα αμφισβητεί ακόμη και το είδος της. Όμοια, περιπτώσεις όπου η ταυτότητα ή η έκφραση του φύλου διαφέρει από το εκχωρημένο φύλο τους, αντιμετωπίζονται ως εξωτικά πουλιά. Η Ιγνατάκη με τα έργα της μας μεταφέρει ακριβώς εκεί, σε εκείνο το βαθύ, σκοτεινό δάσος με τους ερωτευμένους παπαγάλους.

Η Μαριάννα Ιγνατάκη γεννήθηκε το 1977 στη Θεσσαλονίκη και ζει στο Βερολίνο. Ξεκίνησε τις σπουδές της στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Technische Universität της Βιέννης και στη συνέχεια μετακόμισε στη Γαλλία για να σπουδάσει εικαστικά στη Σχολή Καλών Τεχνών του Σέντ Ετιέν. Το διάστημα 2010-2017 έζησε και εργάστηκε στο Πεκίνο. Έχει κάνει έξι ατομικές εκθέσεις: τις “Η Josie, η Πανοπλία και ο Μαλλιάνθρωπος” στη γκαλερί CAN Christina Androulidaki στην Αθήνα (2017), “The End of Magic” στο Outpost project space στο Άμστερνταμ (2012), “Sphinx” στη γκαλερί Fake Space στο Πεκίνο (2011), “This Joke Ain’t Funny Anymore” σε επιμέλεια του Απόστολου Καλφόπουλου στη γκαλερί Ζήνα Αθανασιάδου στη Θεσσαλονίκη (2009), “Coitus Interruptus” (διπλή ατομική) στο Public Room Project Space στα Σκόπια (2008) και μία ακόμη έκθεση με τη συνεργασία της γκαλερί Λόλα Νικολάου στη γκαλερί Φλέμινγκ στη Θεσσαλονίκη (2004). Έχει συμμετάσχει σε πλήθος ομαδικών εκθέσεων σε Ελλάδα, Κίνα, Ισπανία, Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία και στις ΗΠΑ. Εκπροσωπείται από τη γκαλερί CAN, Αθήνα  | www.can-gallery.com

Marianna Ignataki, detail of Mo Yi- web

Εγκαίνια: Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018 στις 20:00

Διάρκεια: 19 Νοεμβρίου 2018 – 5 Ιανουαρίου 2019

Ωράριο:  Τρίτη – Σάββατο 11:00-18:00

Οργάνωση

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΛΑΤΖΑ ΙΜΑΡΕΤ | Κασσάνδρου 91-93 | 54633, Θεσσαλονίκη |pinakothiki@thessaloniki.gr

 

dimotiki_pinakothiki_thessalonikis

PRESS RELEASE

Marianna Ignataki

In a deep, dark forest they were braiding the beards of parrots in love

Opening: Monday 19 of November, 8 p.m.

Duration: 19.11.18 – 05.01.19

 

Marianna Ignataki’s solo exhibition at Alatza Imaret deals with issues of gender, identity, otherness and exclusion, through images and sculptures that seem both beautiful and grotesque. Figures that appear both dominant and dominating, that show no signs of vulnerability that lie hidden or reveal themselves behind masks or hair, juxtapose alternating and coexisting concepts of both the terrible and the absurd.

Referencing Chinese philosophy and tradition, bearded ladies and hairmen, the circus and the opera, the artist introduces us to a world where “being different» is not only the subject of urban myths, clichés or carnival disguises, the subject of anthropological curiosity or ridicule but a new reality/regularity.

Issues of racism and race are placed side by side to issues of gender identity. According to Darwin’s theories of sexual choice the beard of a white woman only casts doubt on her gender, while a beard in a black woman even disputes her origin as human. Similarly, instances where gender identity or gender expression differs from the assigned sex are treated as exotic birds. Ignataki’s works take us exactly there, into the deep, dark forest where there are parrots in love.

Marianna Ignataki was born in Thessaloniki in 1977 and she currently lives in Berlin. She begun her studies in architecture at the Technische Universität in Vienna and then she moved to France where she studied Visual Arts at the School of Fine Arts of Saint-Etienne. Between 2010-2017 she lived and worked in Beijing, China. She has had six solo exhibitions to date, namely “Josie, the Armor and the Hairman” at CAN Christina Androulidaki gallery, Athens (2017), ”The End of Magic» at Outpost Project Space, Amsterdam (2012), «Sphinx» at Fake Space gallery, Beijing (2011), «This Joke Ain’t Funny Anymore» curated by Apostolos Kalfopoulos at Zina Athanasiadou gallery, Thessaloniki (2009), «Coitus Interruptus» (double solo show) at Public Room Project Space, Skopje (2008), and one more show in cooperation with Lola Nikolaou at Fleming gallery, Thessaloniki (2004). She has participated in a number of group shows in Greece, China, Spain, Holland, France, Germany and the US. She is represented by CAN Christina Androulidaki gallery, Athens | www.can-gallery.com

 

Opening: Monday, 19 November 2018 at 20:00

Duration: 19 November 2018 – 5 January 2019

Hours: Tuesday – Saturday 11:00-18:00

Organized by

MUNICIPAL ART GALLERY OF THESSALONIKI

ALACA IMARET | Kassandrou 91-93 | 54633, Thessaloniki | Greece

pinakothiki@thessaloniki.gr

 

Μαριάννα Ιγνατάκη | Ατομική Έκθεση

Σε ένα βαθύ, σκοτεινό δάσος έπλεκαν τα γένια ερωτευμένων παπαγάλων

Στο εικαστικό έργο της Μαριάννας Ιγνατάκη, σημείωνε ο Απόστολος Καλφόπουλος, σ’ ένα διεισδυτικό κείμενο στον κατάλογο της προηγούμενης έκθεσής της στην Θεσσαλονίκη, «This joke ain’t funny anymore», στεκόμαστε απέναντι από τις επιταγές του ιδεατού σώματος που συνοψίζονται στο τριαδικό σχήμα Όμορφο-Λογικό-Ηθικό. Στις επιταγές αυτές, το Γκροτέσκο αντιπαραβάλλει το Άσχημο, το Παράλογο και το Ανήθικο, την ίδια την Ετερότητα. Όμως αυτή η ετερότητα δεν είναι εντελώς ξένη. Η Rosi Braidotti την ονομάζει «οικεία ξενικότητα». H Julia Kristeva υποστηρίζει ότι αυτή η ετερότητα περικλείει εκείνες τις αβίωτες, επαίσχυντες και ανοίκειες ζώνες της κοινωνικής ζωής.. Το υποκείμενο συγκροτείται μέσω της δύναμης του αποκλεισμού της ετερότητας. Το γκροτέσκο σώμα είναι το σώμα αυτού του αποκλεισμού.

Tο σημείωμα του επιμελητή της πρόσφατης έκθεσής της με τον τίτλο Η Josie, η Πανοπλία και ο Μαλλιάνθρωπος, στην CAN Christina Androulidaki Gallery στην Αθήνα, αναφερόταν στην ιδέα της παραμόρφωσης (body modification) και της χρήσης του «σώματος ως κρησφύγετο» και ―εύστοχα― αναδείκνυε συνδέσεις με το φαντασιακό φορτίο της Κίνας, όπου εργαζόταν πριν εγκατασταθεί στο Βερολίνο, καθώς και με τομείς της κοινωνικής θεωρίας, για τους οποίους το ανθρώπινο σώμα διαμορφώνει και μεταρρυθμίζει τη δομή της κοινωνίας, ενώ παράλληλα διαμορφώνεται και το ίδιο μέσα από την κοινωνία η οποία αλλάζει.

Όλα αυτά, που μπορούν να προκαλέσουν  έξαψη ή  καχυποψία στον ανθρωπολόγο, κάνοντας τον ψυχαναλυτή να τρίβει τα χέρια του, εξακολουθούν να υπάρχουν στη δουλειά του Αλατζά Ιμαρέτ. Η Έφη Ζουμπούλη* θα μπορούσε να εντοπίσει τις τρεις τεχνικές, που η βιβλιογραφία συνδέει με το γκροτέσκο, την παρουσία επινοημένων συγχωνευμένων μορφών ή σύνθετων δημιουργημάτων, τη «βεβήλωση» και την «υπερβολή», εφαρμοσμένες πάνω σε υφιστάμενες ιδέες και έννοιες και την αντιπαράθεση ανάμεσα στο γελοίο και το τρομερό. Θα μπορούσε να επαληθεύσει τη διαπίστωσή της ότι Η γλώσσα του γκροτέσκου φαίνεται να αναδύει δύο βασικές ιδιότητες σαν αίσθηση: τη μοναξιά και την επικινδυνότητα. Είναι ταυτόχρονα σκιερή και σκιαγμένη θα έλεγε κανείς, τρομακτική και τρομαγμένη. Σου αφηγείται το φόβο της αλλά την ίδια στιγμή και τον δικό σου.

Ωστόσο, το ερμηνευτικό σχήμα με συντεταγμένες Ιερώνυμο, Αρτώ, Μπατάιγ, Κλοσσόφσκι, Μίκυ, Μάνγκα και Μαρκήσιο κάπου αισθάνεται αμήχανα. Έχω μια αίσθηση ότι η διακύβευση περιπλέκεται και συγχρόνως ορίζεται, σχεδόν με όρους νομικού κειμένου, από την ίδια την Μαριάννα Ιγνατάκη: […] Μεταξύ των θεμάτων είναι πορτραίτα με καλυμμένα πρόσωπα και «μαλλιάνθρωποι», καθώς και σκηνές που δείχνουν επαναλήψεις, ακολουθώντας μιας μορφής γεωμετρία. Αυτό που με ενδιαφέρει σε αυτές τις σκηνές είναι ότι βρίσκονται στα όρια του κωμικοτραγικού και του γελοίου, φέρνοντας στο μυαλό μου λέξεις όπως ακροβασία, παραμόρφωση και έκσταση[…] Ή, ο τίτλος της έκθεσης: «Σε ένα βαθύ, σκοτεινό δάσος έπλεκαν τα γένια ερωτευμένων παπαγάλων» (In a deep, dark forest they were braiding the beards of parrots in love). […] Μου αρέσει να σκέφτομαι αυτή την έκθεση σαν ένα τρελό χορό από περίεργα, μυστηριώδη όντα, σε ένα σκοτεινό δάσος […] ‘Οπως το δάσος όπου οδηγεί η πύλη της τοιχογραφίας που μπορεί να δει κανείς μπαίνοντας στο Αλατζά Ιμαρέτ. Ως προς τον παπαγάλο τώρα, προέκυψε από μια σκηνή που διάβασα στο βιβλίο του Enrique Vila-Matas «Στο Κάσσελ δεν υπάρχει λογική», στην οποία το αφεντικό ενός παπαγάλου τον σκοτώνει γιατί δεν μπορούσε να του πει «σ’ αγαπώ» […] Μου αρέσει πολύ αυτή η σκηνή γιατί νομίζω ότι ταιριάζει ακριβώς με το κλίμα στο οποίο κινείται η δουλειά μου […]. Όσο για τη λειτουργία της μάσκας, «Ένας ερωτισμός όπου το κεφάλι δεν πρέπει, δεν μπορεί να συμμετέχει».

Η αφαίρεση και ο κριτικός αναστοχασμός στο σημείωμα, που διαβάζουμε στην ιστοσελίδα της, ενισχύουν την υποψία ότι στο έργο της Μαριάννας Ιγνατάκη δεν έχουμε να κάνουμε με μια μονοσήμαντη αντιστοίχιση ανθρωπολογικών ή ψυχαναλυτικών συλλήψεων με οπτικά προϊόντα, όσο με ένα αμάλγαμα, του οποίου η συγκαλυμμένη υψηλή συγκέντρωση υδραργύρου απειλεί κάθε σημασιολογική περιπλάνησή μας: Η χρήση της ακουαρέλας της επιτρέπει να εισέλθει σε έναν ασαφή, υποσυνείδητο κόσμο, ο οποίος κατακλύζεται από εικόνες μιας δικής της μυθολογίας. Η δουλειά της κυμαίνεται από μινιμαλιστικές σκηνές και πορτραίτα έως υπερβολικές, κιτς, ροκοκό εμπνεύσεως συνθέσεις. Εργάζεται πάνω σε αρχειακό υλικό, που έχει αναφορές στην ιστορία, την τέχνη και τη μόδα. Η ρευστότητα του υλικού της επιβάλλει μια συνθήκη διαρκούς επαναπροσδιορισμού στις εικόνες, αποκαλύπτοντας έτσι το λόγο, για τον οποίο αυτές εξαρχής επιλέχθηκαν ως σημεία εκκίνησης. Στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που αναπτύσσεται με λογική κολλάζ, κατασκευάζει αμφίσημες, σουρεαλιστικές σκηνές, που παίζουν με την έννοια του παραλόγου, συσχετίζοντας εμφανώς ετερογενή στοιχεία, τα οποία συνδέει η οργάνωση της σύνθεσης. Εισάγοντας απροσδόκητες λεπτομέρειες, συχνά με μια αίσθηση σκοτεινού χιούμορ, η αρχική σημασία των φαινομενικά συνηθισμένων σκηνών αναστρέφεται ή διαστρέφεται, καταλήγοντας σε καταστάσεις ειρωνικές, παράξενες και γκροτέσκες.

Οι αλλόκοτες τελετουργίες στις εικόνες της Μαριάννας Ιγνατάκη είναι άλλος ένας αντιπερισπασμός του ζωγράφου-ταχυδακτυλουργού, που εκτρέπει τον θεατή σε μια διαδικασία αποκρυπτογράφησης του αφηγηματικού μίτου, χωρίς να τον προειδοποιεί ότι εδώ δεν υπάρχει η ασφάλεια μιας «προγραμματικής» ζωγραφικής, αλλά η ανησυχία του παιχνιδιού χωρίς κανόνες. Ότι είναι αναγκαίο να βουτήξει στην τελετουργία της «κατασκευής» του πίνακα, να αισθανθεί στο δικό του σώμα τον τρόπο με τον οποίο αυτή η αισθησιακή απτική σχέση του πινέλου με την επιφάνεια του χαρτιού αναπτύσσει μια ασταθή σχέση έλξης με το ανοίκειο, σχεδόν σαν εκείνη του Dante Gabriel Rossetti με την κόμη μίας Αυρηλίας (ή μίας Λίλιθ).

Αφήνοντας τον Καλλιτέχνη-Μάγο να διερευνά την όψη του αρρήτου, η ισορροπίστρια Μαριάννα Ιγνατάκη σημαδεύει στο ανθρώπινο, δίνοντας μορφή στο απροσδιόριστο που φλερτάρει με το πραγματικό, λοξοκοιτάζοντας συγχρόνως στην επικράτεια της παραβίασης και της επιθυμίας. Η θεματολογία-προπέτασμα του βίντατζ φωτογραφικού υλικού από τη δύση (φωτογραφίσεις γυναικών με μακριά μαλλιά έως και yoga practicioners) και από την ιαπωνική ιστορία δημιουργεί ένα πολλαπλά αναγνώσιμο πλέγμα εικόνων, αποσπασματικών αφηγήσεων και ζωγραφικών χειρισμών. Οι εικόνες με τις ελεύθερες δύτριες του Ιάπωνα φωτογράφου Yoshiyuki Iwase της επιτρέπουν μια κατάδυση, χωρίς αναπνευστήρα, στον ταμιευτήρα των εμμονών και της εμμονής με τον γρίφο της ζωγραφικής.

*Έφη Ζουμπούλη, Grotesque is my middle name, με αφορμή εικόνες των Suehiro Maruo και Takato Yamamoto, Ερευνητική εργασία, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Α.Π.Θ. 2013

Δημήτρης Φράγκος

Ζωγράφος

Καθηγητής Τμήματος Αρχιτεκτόνων Α.Π.Θ. 

 

Marianna Ignataki | Solo show

In a deep, dark forest they were braiding the beards of parrots in love

In Marianna Ignataki’s work -as Apostolos Kalfopoulos notes in his penetrating text in the exhibition catalogue of her last solo show in Thessaloniki entitled “This joke ain’t funny anymore”- we stand against the imperatives of the ideal body, which are summarized in the triadic form of Beauty-Reason-Ethics. In these imperatives, the Grotesque is juxtaposed to the Ugly, the Absurd and the Immoral, Otherness itself. But this Otherness is not entirely unfamiliar. Rosi Braidotti calls it a “familiar strangeness”. Julia Kristeva claims that this Otherness contains those unbearable, shameful and insensible zones of social life. The subject is constituted through the power of exclusion of the Otherness. The grotesque body is the body of this blockage.

The curator’s note in her recent solo show entitled “Josie, the Armour and the Hairman” at CAN Christina Androulidaki Gallery in Athens, refers to the idea of ​​body modification and the use of the “body as a hiding place” and – aptly – brought to view connections with the imaginary baggage of China, where Ignataki has been working before she settled in Berlin, as well as with areas of social theory where the human body shapes and reforms the structure of society, while, at the same time, it also transforms itself through a changing society.

All this that may cause excitement or suspicion to an anthropologist, or make a psychoanalyst rub his hands, still exists in the work on view at Alaca Imaret. Efi Zoumbouli* would be able to locate the three techniques which the bibliography associates to the grotesque, the presence of invented fused forms or complex creations, the “desecration” and “exaggeration”, applied on existing ideas and concepts and the juxtaposition between the ridiculous and the terrible. She could verify her view that two basic properties appear to emerge as a sensation from the language of the Grotesque: loneliness and risk. One would say that it is both shadowy and shady, frightening and frightened. She talks about her fear and at the same time about yours.

However, the interpretive system which uses Hieronymus, Artaud, Bataille, Klossowski, Mickey, Manga and Marquis as its coordinates feels somewhat embarrassed. I have a feeling that the risk becomes complicated and at the same time it becomes defined, with almost legal terms by Marianna Ignataki herself:  “Among her subjects, there are portraits with covered faces and ‘hairmen’, as well as scenes which repeat themselves with some kind of geometry. What interests me in these scenes, is that they stand on the verge of the tragicomic and the ridiculous, that bring to mind words like equilibrium, distortion and ecstasy […] Or, the title of the exhibition: “In a deep, dark forest they were braiding the beards of parrots in love”. […] I enjoy thinking of this exhibition as a crazy dance of strange, mysterious beings in a dark forest […] Like the forest that the gate leads you on the mural of the Alaca Imaret. Now, as for the parrot, it came out of a scene I read in Enrique Vila-Matas’ book “The Illogic of Kassel”, where the owner of a parrot kills him because he could not tell him “I love you” […] I really like this scene because I think it suits exactly the atmosphere of my work. […] As for the use of the mask, it is about “An eroticism where the head should not, could not participate”.

The abstraction and the critical reflection we read in the note on her website strengthens the suspicion that Marianna Ignataki’s work is not about a univocal mapping of anthropological or psychoanalytical concepts with visual artifacts, but an amalgam, of which the subtle high mercury concentration threatens every semantic wandering of ours: The use of watercolor enables Ignataki to enter into a vague, subliminal world, filled with images of her own mythology. Her work ranges from minimalistic scenes and portraits, to exaggerated, kitsch, Rococo-inspired compositions. She works with archival material that references history, art and fashion. The fluidity of her material, imposes a condition of constant redefinition in the images, thus revealing the reason for which they were originally chosen as starting points. As part of a process that develops with a collage-like logic, constructs ambiguous, surrealistic scenes that flirt with the notion of the absurd by combining seemingly heterogeneous elements, which are subtly linked through the organization of the composition. By introducing unexpected details, often with a sense of dark humor, the original meaning of seemingly ordinary scenes is reversed or distortedresulting to ironic, bizarre and grotesque situations.

The odd rituals in Marianna Ignataki’s pictures are another distraction of the Painter-Magician, which diverts the viewer into a process of deciphering the narrative, without warning them that here there is no security of a “programmatic” painting, but the concern of a game without rules. That it is necessary to dive into the ritual of the “fabrication” of the painting, to feel, in his own body, the manner in which this sensual, haptic relationship of the brush with the paper surface develops an unstable relationship with the unfamiliar, almost like the one that Dante Gabriel Rossetti had with the hair of an Aurelia (or a Lilith).

Leaving the Artist-Magician to explore the aspect of the irrational, the equilibrist Marianna Ignataki, marks the human, giving shape to the indefinable that flirts with the real, while, at the same time, is wandering in the territory of violation and desire. The subject-pretence of vintage photographic material from the west (from photographs of long-haired women to yoga practitioners) and from Japanese history creates a multi-readable grid of images, fractured narratives and painting gestures. The images of the free divers of the Japanese photographer, Yoshiyuki Iwase, allow her to dive, without a snorkel, into the reservoir of obsessions and into the obsession of the painting puzzle.

* Efi Zoumbouli, Grotesque is my middle name, on the occasion of images by Suehiro Maruo and Takato Yamamoto, Research paper, Department of Architecture, Aristotle University of Thessaloniki, 2013.

Dimitris Fragos

Painter

Professor, Department of Architecture, Aristotle University of Thessaloniki

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθρο«mitra»: Ατομική εικαστική έκθεση της Εγκράτειας Ρούμπου στο Γενί Τζαμί
Επόμενο άρθροMια παρουσία στην απουσία σου | Γιώργης Κότσιρας  
Avatar
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων σχέσεων/ Ψηφιακών Μέσων και Επικοινωνίας. Από το 2017 φοιτά στο Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Παράλληλα παρακολουθεί σεμινάρια στην Συμβουλευτική ψυχικής υγείας και το Ραδιόφωνο. Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία. Η πρώτη της φωτογραφική έκθεση είχε θέμα το νησί της Φολεγάνδρου και παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη το 2017. ‘Εχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις φωτογραφίας και έργα της εκτίθενται στην «Ολυμπιακή Δημοτική Πινακοθήκη Σπύρος Λούης» στο Μαρούσι στα πλαίσια της εκδήλωσης «2ο Φεστιβάλ Εικόνας Τέχνης και Πολιτισμού» για το 2017. Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τους περίπατους, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του ελληνικού καφέ από την κούπα της μαμάς της. Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την πηγαία ευγένεια, τις ευχές, τις πράξεις που έχουν ένα τεκμήριο αγάπης μέσα τους, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό, τα βλέμματα που δεν έχουν ανάγκη από φίλτρα φωτογραφικά για να δείξουν την λάμψη τους. Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει ,πια, πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια... Πιστεύει… στο αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων. Αισθάνεται… ευγνωμοσύνη, εμπιστοσύνη, ελευθερία… Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή… Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό. Τώρα το ‘’Ολόγραμμα’’ ξεκινά το ταξίδι του στον κόσμο του Πολιτισμού και των Τεχνών, του Βιβλίου και της Ποίησης, των Μουσείων και των Εικαστικών, της Φωτογραφίας και της Μουσικής με συνεπιβάτες του εσάς…