Με λένε Μαρία- εναλλακτικά, θα λεγόμουν Αγγελική , αλλά επικράτησε η άλλη γιαγιά- και είμαι εικοσιπέντε ετών. Εν τω μεταξύ, όσο πληκτρολογώ το ”εικοσιπέντε”, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο τα χείλη μου ψελλίζουν εικοσιτριών, αλλά δεν έχει και μεγάλη σημασία το πού σταμάτησε η βελόνα. Σημασία έχει ότι το καλοκαίρι που πέρασε, το έχω καταγράψει εντός μου ως το πιο ιδιαίτερο μέχρι στιγμής και το λογίζω ως ορόσημο. Παρακάτω λοιπόν θα σας πάρω μαζί μου στις εικόνες και τα μηνύματα που κρατάω περισσότερο. Πάμε λοιπόν!

 

Το θερινό σινεμά:

ναι, το θερινό σινεμά ήταν το εβδομαδιαίο μου παρεάκι τα δύο τρίτα του τυπικού φετινού καλοκαιριού και δεν το μετανιώνω. Με το που πέρασα για πρώτη φορά για φέτος την πύλη εισόδου και αντίκρισα το λευκό πανί περιτριγυρισμένο από άτακτα δομημένες πολυκατοικίες, ένιωσα σαν να μην γινόταν να βρίσκομαι σε πιο σωστό μέρος. Ήταν από τις φορές που φόρεσα αυτό το αβίαστο χαμόγελο, που και να θες δεν μπορείς να το συγκρατήσεις, που δεν θες να το δει κανένας άλλος, γιατί χαμογελάς για εσένα. Ε, αυτό το χαμόγελο ήρθε στα χείλη μου και χάρηκα πολύ που το μέσα μου  μπορεί  ακόμα να ενθουσιάζεται με τέτοια μικρά πραγματάκια. Γιατί το θερινό σινεμά είναι ατμόσφαιρα. Δεν είναι τόσο η ταινία, όσο όλο το υπόλοιπο κομμάτι του: oι άβολες -συνήθως-θέσεις του, τα ποπ κορν και το χοτ ντογκ από το κυλικείο, η δροσιά, η ανάπαυλα στους τρελούς ρυθμούς μιας πόλης, η αίσθηση της γειτονιάς, η ίδια η νοσταλγία μιας πιο απλής και ανεπιτήδευτης διασκέδασης. Είναι το σαλόνι σου στις αυλές των γύρω σπιτιών, αφού στο παρασκήνιο της ταινίας βλέπεις τα φώτα του ενός διαμερίσματος να σβήνουν , του διπλανού να ανάβουν, ανθρώπους να κάνουν το τσιγάρο στη βεράντα ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο λευκό πανί. Είναι σαν να βλέπεις μια κινηματογραφική ταινία μέσα σε μια άλλη, ευρύτερη ταινία, αυτή της καθημερινής ζωής στο άστυ. Το θερινό σινεμά δεν λαμβάνει απλά χώρα κατά το καλοκαίρι. Το θερινό σινεμά, φέτος και για εμένα, έγινε το ίδιο το καλοκαίρι.

Οι βουτιές:

όταν μπήκα στη θάλασσα με τα πιο ωραία νερά του φετινού μου καλοκαιριού, ένιωσα ακριβώς το ίδιο με παραπάνω. Σαν να μην γινόταν να βρίσκομαι σε σωστότερο μέρος. Όσοι με έχουν ζήσει λίγο στη θάλασσα, γνωρίζουν πως κάνω τόσες βουτιές, όσες αντέχουν τα μάτια και το κεφάλι μου. Μόνο όταν τα μάτια μου δεν μπορούν να ανοίξουν άλλο και έχουν γίνει κατακόκκινα από το συνδυασμό νερού, αλμύρας και ήλιου, δίνω τόπο στην οργή και σταματώ. Φέτος, λοιπόν, στάθηκα τυχερή και μπόρεσα να ευχαριστηθώ από βουτιές, αυτές που μου αρέσουν περισσότερο: στα βαθιά, με ανοιχτά μάτια, κοιτώντας προς το βαθύ μπλε του βυθού, ανεβαίνοντας να κοιτώ κατάματα τον ήλιο και έχοντας βγει πια, να κλικάρω σε μια εικόνα χωρίς ανθρώπους μέσα. Μόνο θάλασσα και βράχια. Και μόνη μου. Δεν είναι ότι δεν μου αρέσουν οι βουτιές με παρέα. Κάθε άλλο μάλιστα. Απλά προτιμώ, σε κάποιες βουτιές, ειδικά σε αυτές που γίνονται λίγο πριν βουτήξει ο ήλιος στη θάλασσα, να έχω μοναδική παρέα εμένα και την ανάσα μου κάτω από το νερό. Και φέτος είχα πολλές, πάρα πολλές τέτοιες βουτιές και ας μην ήταν πολλά τα μπάνια.

Οι σκέψεις:

γνωρίζω πως στις διακοπές καλό είναι να διακόπτεις και τις σκέψεις. Ωστόσο, φέτος είχα την όρεξη και μου έλαχε και η συνθήκη, ώστε να μπορέσω να παρατηρήσω τους γύρω μου, να παραδειγματιστώ και να στροβιλίσω πραγματάκια στο μυαλό μου, ώστε να καταλήξω σε κάποιες δικές μου αλήθειες.

Για παράδειγμα, εξαιτίας του αέρα και του κύματος , η θάλασσα σε ένα σημείο της είχε βγάλει προς τα έξω κάποια σκουπίδια, όπως πλαστικές σακούλες. Στην πρώτη που είδα, άρπαξα ένα καλάμι από την ακτή και την έβγαλα, νιώθοντας εντάξει και περήφανη που δεν την αγνόησα. Περήφανη και εντάξει μέχρι που είδα κάτι πιο μεγάλο, φορέα ελπίδας και αισιοδοξίας. Ήταν μια μαμά με ένα παιδί, γύρω στα δέκα έτη, οι οποίοι μάζευαν σκουπίδια από όλη την παραλία. Δεν ήταν κάτι που δεν είχα σκεφτεί, αλλά ήταν κάτι που δεν είχα πράξει. Από τη μία ήθελα πολύ να βοηθήσω , από την άλλη η εσωστρέφειά μου, ενδεχομένως και η βολή μου εκείνη τη στιγμή, με εμπόδισαν. Ωστόσο, οι εσωτερικές μου φωνές δεν με μάλωσαν πολύ για αυτή μου τη στάση. Αντ΄ αυτού, προτίμησαν να με παροτρύνουν μελλοντικά και σε ανύποπτο χρόνο να αναλάβω επίσης μια αντίστοιχη πρωτοβουλία και μέχρι να έρθει η στιγμή εκείνη, να συνεχίσω να κάνω το καλύτερο που μπορώ.

Μια δεύτερη εικόνα που ενεργοποίησε τους αισθητήρες του εγκεφάλου μου, ήταν η εξής: γυρνώντας από μια ολιγόωρη βόλτα κατά μήκος της ακρογιαλιάς, βλέπω από μακριά μια κυρία να κάθεται ανάμεσα στα πράγματά μας, τα οποία εν ολίγοις συνίσταντο σε ένα καρεκλάκι θαλάσσης και παραδίπλα μια ψάθα. Εκείνη λοιπόν καθόταν στο ενός μέτρου κενό μεταξύ αυτών των δύο. Σε αυτό το σημείο να τονίσω πως η παραλία ήταν σχεδόν άδεια, με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλά σημεία διαθέσιμα για να ξαποστάσει κανείς. Φτάνοντας λοιπόν στα πράγματα, είπα μια καλησπέρα, έκατσα εγώ στην ψάθα μου, η παρέα μου στο καρεκλάκι της και η κυρία ανάμεσα. Χωρίς πράγματα. Απλά κοιτούσε τη θάλασσα. Σε κάποια στιγμή λοιπόν, με ρωτάει αν έχω τσιγάρο και μου πιάνει ελαφρώς την κουβέντα. Ανταποκρίνομαι και σταματά εκεί. Αργότερα, την πλησιάζει ένας άντρας και αρχίζουν να συνομιλούν. Να μη σας τα πολυλογώ , ο άντρας αυτός ήταν ο σύζυγός της , ο οποίος έκανε τη βουτιά του μαζί με το παιδί τους σε πιο απομακρυσμένο σημείο. Μπορεί να ήταν και ιδέα μου, αλλά θεώρησα πως αυτό που ήθελε η κυρία ήταν πρώτα παρέα και μετά τσιγάρο. Ίσως, έτσι να εξηγείται και το γεγονός πως, ενώ βρήκε από άλλη παρέα το πολυπόθητο τσιγάρο, έκανε όλη τη διαδρομή πίσω για να ξανακαθίσει εκεί, ανάμεσά μας. Ίσως και να θέλω να πιστεύω πως έγινε έτσι, για να έχω τώρα μια ωραία , ελαφρώς λυπητερή ιστορία να διηγηθώ σε εσάς. Απλά αναρωτιέμαι, πόσο σημαντική απόφαση είναι η επιλογή συντρόφων, όχι απλά ερωτικών, αλλά συντρόφων ζωής στη ζωή μας, ώστε να μην φτάνει κανείς στο σημείο να προτιμά ή να εξαναγκάζεται να προτιμά την συντροφιά αγνώστων από τη συντροφιά γνωστών.

Κλείνοντας και κοιτώντας το σημειωματάριό μου, διαπιστώνω πως είχα καταγράψει και άλλες όμορφες στιγμές του καλοκαιριού για να αναφέρω, αυτές που θέλω -όσο δύσκολο και να είναι-να βρίσκονται πάνω πάνω στον σκληρό δίσκο του μυαλού μου. Όμως, ήθελα αυτό το καλοκαιρινό οδοιπορικό να είναι κάπως αλλιώτικο. Και ήθελα απλά να πω πως ήταν ένα καλοκαίρι που παρά τις πολύ όμορφες στιγμές του είχε πολύ έντονα και αυτές που μου έφερναν συχνά στο μυαλό ένα σχόλιο κάποιου και αναθαρρούσα: πως πιο δυνατός και ενδεχομένως πιο αξιέπαινος είναι αυτός που έχει το σθένος να πολεμά και να νικά-ει δυνατόν- τους δαίμονές του, παρά αυτός που δεν χρειάστηκε να μπει ποτέ στη διαδικασία .

 

Εις το επανιδείν!


 

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΚιμωλίες
Επόμενο άρθροΔειλινά |Νικηφόρος Βρεττάκος
Γεννήθηκα στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1995 και μεγάλωσα σε επαρχιακή πόλη της Βοιωτίας, με καταγωγή από ορεινό χωριό της Καρδίτσας. Το 2018 αποφοίτησα από το τμήμα της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από μικρή θυμάμαι τον εαυτό μου μπροστά σε έναν καθρέφτη να μιλάω σε ένα αόρατο κοινό εκφράζοντας τις απόψεις και τις σκέψεις μου. Αυτή μου η ανάγκη ενσαρκώθηκε πριν κάποια χρόνια με τη δημιουργία του προσωπικού μου blog στο διαδίκτυο. Μου αρέσει η μυρωδιά του γιασεμιού, οι παφλασμοί των κυμάτων, τα μικρά κυκλαδονήσια και τα πεφταστέρια, ενώ παράλληλα φλερτάρω με την ιδέα της προσωρινής διαμονής σε κάποιο ήσυχο νησί. Με τρομάζουν η απώλεια, τα κενά βλέμματα, η συνήθεια και ότι τα δεδομένα κάποια στιγμή θα γίνουν ζητούμενα. Απεχθάνομαι το δήθεν, την αδικία και την υπεροψία. Αγαπώ τα ζουμερά μαγουλάκια των μωρών, τον εθελοντισμό, τα καθαρά βλέμματα και τους διαλλακτικούς ανθρώπους με κοινωνικές ανησυχίες. Θαυμάζω τους μαχητικούς ανθρώπους με όραμα και πίστη στα όνειρά τους. Προσπαθώ να εμπιστεύομαι την ροή των πραγμάτων και να γίνω ο άνθρωπος που ο μικρός μου εαυτός θα θαύμαζε. Τέλος, όταν η σκέψη ψάχνει καταφύγιο, ανασύρει την εξής εικόνα: καλοκαίρι στο χωριό, να τρώω τα γεμιστά της μαμάς κάτω από τον έλατο στην αυλή, με θέα το δάσος. Τάσσομαι υπέρ της φιλοσοφικής αρχής πως ο άνθρωπος γεννιέται ως “λευκός πίνακας” και διαμορφώνεται από τα βιώματα και τις εμπειρίες κατά τη διάρκεια της ζωής του για αυτό και η ενότητά μου ακούει στο όνομα “Tabula Rasa”.