Μαρία Πανούτσου

 

Όψις

ή  ΕΚΕΙΝΟΝ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΧΙΟΝΙΣΕ 

ΣΤΟ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙ

 

Διήγημα

Έργο: Γεράσιμος Σταματελάτος

 

Εκείνη, η άλλη 

 

Κλαδεύοντας τις ελιές, την θυμόμουν. Τα μπράτσα της ανοιγοκλείνανε και έμοιαζαν με σάρκινους βραχίονες ψαλιδιού. Ήταν τα ίδια, δύο θεόρατες θημωνιές. Τα χρόνια που πέρασαν την άφησαν ίδια με τότε. Δεν ξέρω το όνομα της, ούτε τίποτα άλλο γι’ αυτήν. Στην παιδική μου ηλικία ήρθε και καρφώθηκε η εικόνα της χωρίς λέξεις, χωρίς συνέχεια εκτός από μερικές ματιές που μου έριχνε όταν συναντιόμασταν τυχαία στην πόλη ή στο κτήμα πολύ αργότερα. Δεν ξέρω αν υπήρχα καν για εκείνη, μόνο σε μένα σφηνώθηκε σ’ ένα δικό μου παρελθόν η όψη της. Αλλά ποιό κι από πότε? Το σπίτι μας ήταν περιτριγυρισμένο από δένδρα, κυρίως ελιές και Εκείνη, ήταν μέρος αυτών των δένδρων, παρά άνθρωπος.

Θα πρέπει να ήμουν στην πρώτη  δημοτικού, όταν  φτάσαμε στην Κεφαλλονιά εκείνη την χρονιά. Το σπίτι μας το είδα την άλλη μέρα όταν ξύπνησα. Η εικόνα που έπαιρνα τον καιρό εκείνο, από το σπίτι αυτό, δεν πρέπει να ήταν πολύ αντικειμενική, το αντίθετο μάλιστα, θα την έλεγα σήμερα κίβδηλη, μια πλάνη, ζούσα την εποχή εκείνη μεταξύ ονείρου, υπνοβασίας και πραγματικότητας που όμως, δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα  ότι ήταν  η πραγματικότητα όπως την εννοούμε  και την εννοώ και εγώ, σήμερα.

Ιδού. Το ταξίδι μέχρι τον προορισμό μας, φάνταζε μυθικό.  Στο λεωφορείο της γραμμής Σάμη- Αργοστόλι, πάνω σε στενούς δρόμους σε επικίνδυνες  αιλουροειδείς στροφές, μέσα στην νύχτα, γιατί νύχτα μας άφησε το πλοίο στη  Σάμη και με ομίχλη που έκρυβε το πάνω και το κάτω επίπεδο όπου βρισκόμασταν, έτσι και εγώ είχα μια μισή εικόνα,  ένα λεωφορείο που πήγαινε πετώντας, Ένοιωθα τα τραντάγματα, τέτοια τραντάγματα που έλεγες κάποια στιγμή θα σταματήσει το όχημα στο κενό. Το λεωφορείο  μέσα στο ίδιο του το φώς , το μοναδικό φως, ξέσκιζε την νύχτα και ανέβαινε  και κατέβαινε  σε ένα βουνό,  το Μαύρο Βουνό, που δεν το  έβλεπε κανείς μα και ο οδηγός,  μάντευε βουνό και  δρόμο νομίζω  και πήγαινε  προς μία κατεύθυνση, που μόνο  αυτός  καλά γνώριζε. Η μητέρα μου ήταν μαζί μου ή μάλλον εγώ ήμουν μαζί της. Θα μπαίναμε σε λίγο στο Αργοστόλι. Ήταν χειμώνας.

Εκείνο τον χειμώνα χιόνισε στο Αργοστόλι. Η μητέρα μου και εγώ θα ήμασταν μόνες.  Ο πατέρας μου θα ερχόταν για λίγο κάποια στιγμή αργότερα. Το σχολείο που γράφτηκα ήταν  μικρό και χαμηλό και πήγα ολόκληρο τον χειμώνα  εκεί. Είχε όμως μία τεράστια αυλή. Χρειάστηκε να έχω και επί πλέον βοήθεια στα μαθήματα και έτσι πήγαινα και σε μία δασκάλα που έμενε λίγο πιο κάτω από εμάς. Ήμουν τόσο ευφάνταστη που δεν καταλάβαινα τι γινόταν γύρω μου.

Ακόμη και το ιδιαίτερο που έκανα, με δυσκολία το παρακολουθούσα. Θυμάμαι καλά την διαδρομή από το σπίτι μου στο σπίτι της  δασκάλας. Με ευχαρίστηση, πήγαινα, καθόμουν δίπλα σε ένα παράθυρο, που το περίμενα με ανυπομονησία, και έβλεπα έξω τα δένδρα του δρόμου και τον κόσμο που περνούσε.

Από την χρονιά εκείνη θυμάμαι, πρόσωπα δασκάλων, αόριστα κάποια παιδιά, μια δυό φίλες, ένα αγόρι, κάποιες καθαρίστριες, τους φύλακες του σχολείου. Από μαθήματα, την καλλιγραφία, την γυμναστική, την μουσική και τα θρανία που τ’ αγαπούσα πολύ, άγνωστο  γιατί. Έλεγα στην μητέρα μου «το θρανίο μου» καθώς της ιστορούσα διάφορα περιστατικά από την μέρα στο σχολείο και δεν παρέλειπα να αναφέρω και το αντικείμενο θαυμασμού  που δημιουργήθηκε από εκείνη την παράξενη χρονιά, ίσως από μία σύμπτωση. Το λέω χωρίς καμία βεβαιότητα, αν ήταν αυτή πράγματι, η αιτία που θα αναφέρω τώρα. Μια μέρα  έκατσε το θρανίο μου ένα αγόρι που το έλεγαν Πύρο από το Σπύρος, ένα  μικρό μελαχρινό αγόρι  που είχε υπέροχη φωνή και στα διαλλείματα  έτρεχε τόσο γρήγορα που έμοιαζε με  μια μικρή σκοτεινή λάμψη και όταν έμπαινε μέσα στην τάξη τι περίεργο, περνούσε πάντα από το θρανίο μου και έλεγε κοντά στο αυτί  μου ψιθυριστά: «ουυυυυυυυ». Eνα οουυυυυ που τι να σήμαινε άραγε; Αυτό από την πρώτη μέρα που πήγα. Εκείνο το πρωινό έκατσε δίπλα μου απότομα, ακούμπησε με τον ώμο του στον ώμο μου και γύρισε και με κοίταξε σιωπηλός μετά ξαφνικά έβαλε τις φωνές  με ξέχασε και  άρχισε να σπρώχνεται με ένα άλλο αγόρι της τάξης μέχρι που μπήκε η δασκάλα και ησυχάσαμε όλοι. Από εκείνη την μέρα το θρανίο μου είχε μια ξεχωριστή θέση στην ζωή μου. Δεν άφηνα κανένα να καθίσει δίπλα μου. Ήθελα  να το βρει ελεύθερο ο μικρός μου φίλος. Γρήγορα όμως ξεχάστηκαν όλα αυτά.

Την ξαναείδα την γυναίκα. Εκείνη με τις ελιές, χωρίς κανείς να μου την δείξει ή να βοηθήσει κάποιο σημάδι για να καταλάβω. Kαι μόνο που την είδα έτσι απλά και είδα τα κουρασμένα της μπράτσα διπλωμένα πάνω στο στήθος της και το στήθος της πάνω στα γόνατα της και μέρος από τα πόδια της, τα μισά με τις μαύρες κάλτσες που φορούσε και τα μισά λευκά από την σάρκα των ποδιών της. Τί δήλωναν όλα αυτά; Την βλέπαμε συχνά έξω από ένα γειτονικό σπίτι που έμενε να κάθεται και να κοιτά κάτω στην γη. Καθώς περνούσαμε με την μητέρα μου σήκωνε το κεφάλι της τόσο που να συναντήσω το βλέμμα της και χαιρετούσε ευγενικά την μητέρα μου. Ήταν Εκείνη.

Στο νησί οι πληγές από τους σεισμούς ήταν, νωπές ακόμη, εξ άλλου δέκα χρόνια κράτησε η αναστήλωση. Ο κόσμος είχε χάσει πολλά. Ήταν σκοτεινός και προβληματισμένος. Είχαν χάσει του ανθρώπους τους, τα σπίτια τους, τις περιουσίες τους. Το ίδιο τους το νησί θα ήταν διαφορετικό από εδώ και πέρα. Τις πρόλαβα τις παράγκες, κάποιους δρόμους ακόμη ανοιγμένους σαν τα σπλάχνα μεγάλου ζώου, τις σκηνές  στα χωριά και τα λυόμενα σπίτια, παντού λυόμενα. Ερείπια παντού. Θυμάμαι τα ερείπια και η μητέρα μου λέει πως όχι, αυτά  τα θυμάμαι από το προηγούμενο ταξίδι που κάναμε μετά τον σεισμό ακριβώς, ότι είχα ξανάρθει δηλαδή μία ακόμη φορά πιο μικρή αλλά αυτήν την φορά δεν την θυμάμαι καθόλου εγώ. Ελάχιστα ήταν τα οικοδομήματα που σώθηκαν στο Αργοστόλι ή στο Ληξούρι, όπως το Γηροκομείο και το αρχοντικό των Ιακωβάτων, ενώ ανάμεσα στα λίγα εναπομείναντα σπίτια ήταν και το ιστορικό σπίτι του Λόρδου Βύρωνα στη Λειβαθώ. Αυτά τα ανακάλυψα πολύ  αργότερα όταν έφηβη μιλούσα με την μητέρα μου για την χρονιά εκείνη, ή έψαχνα να μάθω για το πριν τους σεισμούς, Αργοστόλι. Τότε  δεν μου έκανα τόσο εντύπωση, oύτε τον σεισμό φοβόμουν ούτε ένοιωθα κάτι δυσάρεστο με ότι έβλεπα. Εμείς μείνανε στο λυόμενο σπίτι που δόθηκε στην μητέρα μου αφού το πατρικό τους ένα διώροφο στο δρόμο με τους Φοίνικες, χάθηκε  με ότι είχε μέσα και οι αυλές και τα παρτέρια καταστράφηκαν και μας έμεινε το κτήμα με τις ελιές.

Το Αργοστόλι έβγαινε από τον σεισμό με πολλαπλές χηρείες. Οι φόβος ήταν ακόμη στα πρόσωπα των ανθρώπων και η νοσταλγία για ότι χάσανε έβγαινε αβίαστα από το στόμα και από το σώμα τους. Μια νέα ζωή τους περίμενε αλλά δεν  ήταν ακόμη γι’ αυτό έτοιμοι. Τα  μάτια τους ήταν στραμμένα στο παρελθόν, στην ζωή τους πρίν τους σεισμούς. Χαμένες ζωές. Εγώ δεν καταλάβαινα τι σήμαινε ο σεισμός ούτε είχα δει το σπίτι της μητέρας μου πως ήταν πριν, ούτε είχα βρεθεί και γνωρίσει ακόμα όμοιες απώλειες. Συχνά κουνούσε η γης και τότε εγώ, πεταγόμουν έξω στερεωνόμουν γερά στα δυό μου πόδια, ανοιχτά και ακούνητα, στην μεγάλη βεράντα που ήταν στο πρώτο  παρτέρι, με τα χέρια μου ν’ ανεμίζουν προς τον ουρανό σαν το πουλί που καλεί άλλα πουλιά σε κάλεσμα γιορτής, περίμενα και ένοιωθα χαρά περιμένοντας να γίνει κάτι τρομερό αλλά μετά έμπαινα μέσα απογοητευμένη γιατί σεισμός δεν είχε γίνει.

Το λυόμενο για μένα που δεν γνώριζα το παρελθόν της μητέρας μου και της οικογένειας της, φαινόταν ανάκτορο, μεγάλο, ευρύχωρο με πολλά δωμάτια. Θυμάμαι την κουζίνα ιδιαίτερα και το μπάνιο αλλά δεν θυμάμαι τον λόγο που μου άρεσαν αυτοί οι δύο χώροι. Η απόσταση που μεσολαβούσε μέχρι τον δρόμο ήταν μοιρασμένη σε καθοδικά παρτέρια και  από ψηλά έβλεπα την θάλασσα, τον κόλπο του Αργοστολίου και απέναντι το Ληξούρι το χωριό  της γιαγιάς Μαρίας. Ο δρόμος με τους Φοίνικες, το Λιθόστρωτο, η πλατεία του Ωρολογίου, ο Φάρος του Αργοστολίου, το θέατρο, το λιμάνι, οι αμμουδιές, οι ψαράδες, οι άρρωστοι παππούδες, τα ταβερνάκια, οι θείες,  μπλεγμένα όλα μαζί, το πριν και το μετά,  γλέντια στα συγγενικά σπίτια, οι δικές μου μνήμες, οι μνήμες της  μητέρας και της γιαγιάς, ο μουγκός βοηθός-το φόβητρο μου, η φτωχιά θεία, τα ψαξίματα και η μελέτη η δική μου  αργότερα και η λίστα συνεχίζεται μέχρι το άπειρον. Τι να πρωτοθυμηθώ.

Εκείνη  την είχα συνδέσει με τις  αφηγήσεις της γιαγιάς Μαρίας με κάποιο τρόπο, με τις ιστορίες που νέα γυναίκα βίωνε στο μικρό Αργοστόλι, τις απαγορευμένες ιστορίες για τις κοπέλες και τα αγόρια που γνώρισε, τους πατεράδες και τις γυναίκες της οικογένειας μπερδεύονταν όλα στο μυαλό μου, με ιστορίες από την Αθήνα μετά τον πόλεμο. Οι ιστορίες αυτές με φόβιζαν αλλά και με μάγευαν με τις υπερβάσεις και τις παραβάσεις και όλο ρωτούσα την γιαγιά λεπτομέρειες. Άλλοτε γελούσα με την Κεφαλλονίτικη διάλεκτο που όσο ζεσταινόταν η γιαγιά με την αφήγηση, ξεδιπλωνόταν στα αυτιά μου καθώς και τα λίγο πικάντικα πειράγματα που μου έλεγε. Κάπως έτσι τελείωναν οι φοβιστικές ιστορίες που διαδραματίζονταν ή στο κτήμα μας  ή στο λιμάνι ή στην κεντρική πλατεία ή στο θέατρο η στις κρεβατοκάμαρες ή στο σπίτι στην Πατησίων που έμενε η γιαγιά τότε στην Αθήνα. Πάντα με γέλια και με ωραία γλυκά που μου έφτιαχνε. Στις ιστορίες της Αθήνας παρουσιαζόταν και μία παράξενη νεαρή γυναίκα. Είχα θάρρος με την γιαγιά Μαρία και πολύ αγάπη αλλά ποτέ   δεν της  εμπιστεύτηκα εγώ την ιστορία Εκείνης, ποτέ δεν την ρωτούσα για Εκείνη την νεαρή γυναίκα, που ζούσε στο σπίτι της .

Οι  αφηγήσεις  της μητέρας μου για το κτήμα  μας στο Αργοστόλι και της γιαγιάς κυρίως, μου είχαν πυροδοτήσει την φαντασία και κάτι μέσα μου ζητούσε να μου αποκαλυφθεί και μένα  μια  ιστορία που θα χρειαζόταν να αποφασίσω με δυσκολία τι θα έπραττα.

 

Συχνά η αμφιβολία για όσα άκουγα δεν με άφηναν να χαρώ τις λεπτομέρειες και η ανησυχία επικρατούσε και μία άλλη σκέψη γεννιόταν ότι δηλαδή όλα αυτά ήταν αποκυήματα της φαντασίας τους  και τότε ησύχαζα και ξαναγυρνούσα στα δικά μου ψάχνοντας  γύρω για τις δικές μου αληθινές περιπέτειες.

Δεν θυμάμαι την μητέρα μου σαν φιγούρα στο ταξίδι εκείνο. Θυμάμαι χέρια και πόδια και χειρονομίες από τους ανθρώπους που συναντούσαμε, αλλά την μητέρα μου δεν μπορώ να την προσδιορίσω σαν εικόνα η σαν μυρωδιά αν και είμασταν σχεδόν συνέχεια μαζί. Οι βόλτες μας την νύχτα, με έσπρωχναν στα όρια της φαντατσίας μου και της λογικής μου και ήθελα να θυμηθώ και να εξετάσω  όσο γίνεται τις αλήθειες πίσω από τις ιστορίες. Εξ’ άλλου μου άρεσε να κάνω ερωτήσεις και να ακούω τους άλλους να μιλούν. Έτσι εγώ μπορούσα να επεξεργάζομαι συγχρόνως τις σκέψεις μου και τις εντυπώσεις.

Η μητέρα μου δεν ήταν ομιλητική, θα έλεγα ότι ήταν ιδιαίτερα αισθαντική και με τον τρόπο της μου είχε μάθει να διαβάζω την στάση, τις σιωπές, τα βλέμματα και την γλώσσα του σώματος. Πολλές φορές έφευγα από το σπίτι και περπατούσα μόνη στην πόλη και γύριζα αργά αφού όλοι με ήξεραν και ένιωθα μία ασφάλεια, παρ όλα αυτά, στις εξερευνήσεις αυτές  η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Κάτι περίμενα να συναντήσω. Ένα βράδυ κάποιος ήρθε και πήρε την μητέρα μου και χρειάστηκε να φύγει μέσα στην νύχτα και να πάει στο σπίτι μιας θείας μου που ήταν στις τελευταίες της στιγμές. Έμεινα μόνη. Έκανε πολύ κρύο εκείνο το βράδυ και η σόμπα είχε σβύσει προ πολλού. Δεν είχα ύπνο και θυμάμαι πως ντύθηκα για να μη κρυώνω και έπειτα άναψα όλα τα φώτα του σπιτιού. Κοίταξα έξω, δεν υπήρχε ψυχή. Μια λάμπα στον δρόμο  φώτιζε αχνά την είσοδο του σπιτιού. Έκατσα στο παράθυρο με ακουμπισμένο το μέτωπο και  με την άχνα μου έγραφα στο τζάμι ένα γράμμα δεν σκέφτηκα σε ποιόν και τι θα γράψω ούτε στιγμή, μόνο έγραφα με μικρά ιερογλυφικά γραμματάκια,  ένα γράμμα σε Εκείνη.

 

Έκπληξη και μια ξαφνική προσμονή δεν ξέρω γιατί, όταν εμφανίστηκε  ένα πρωινό, που η μητέρα μου ήρθε από έξω μαζί της. Ξεκίνησαν να  κάνουν του σπιτιού κουμάντο, να πλύνουν και να σιδερώσουν ένα σωρό ρούχα και κλινοσκεπάσματα. Εγώ ταράχτηκα όταν την είδα. Εκείνη με σκυμμένο το κεφάλι και με γρήγορες κινήσεις ξεκίνησε να δουλεύει, κοντά και η μητέρα μου. Η μητέρα μου κουραζόταν πολύ εκείνο τον καιρό γιατί εκτός από  τις ελιές και διάφορες δουλειές στο κτήμα μας, τον καιρό εκείνο είχε παραχωρήσει ένα κομμάτι γης για να γίνει ασβεστόλακος και είχε να προσέξει και αυτό. Μια μέρα γύρισα από το σχολείο και δεν την βρήκα στο σπίτι ούτε μου είχε πει κάτι σχετικό. Περίμενα λίγο και μετά κατέβηκα στο δρόμο να παίξω με τα παιδιά της γειτονιάς.

Δεν ήταν κανένα εκείνη την στιγμή και έτσι  έκατσα στο πεζούλι της εξώπορτας και περίμενα. Τότε  Εκείνη βγήκε από την πόρτα του σπιτιού της και κατευθύνθηκε προς εμένα με σταθερό βήμα. Κοίταζα τις κάλτσες της και τα πόδια της, δεν σήκωνα το βλέμμα, δεν ήθελα να δει τα μάτια μου,  θα διαβάσει τις σκέψεις μου, δεν ήθελα να φανερωθώ. Μόλις με έφτασε  άκουσα την φωνή της να μου λέει κάτι, δεν κατάλαβα με την πρώτη τι μου είπε, αλλά αυτό που με τάραξε ήταν ότι δεν είχε στην ομιλία της, την  προφορά της Κεφαλλονίτισσας, έτσι μετά την πρώτη έκπληξη και την δική μου σιωπή Εκείνη επανέλαβε την ερώτηση «θέλεις να έρθεις να περιμένεις στο σπίτι μου, έχω φτιάξει και πίττα με κολοκύθα» Αυτή η φωνή  μου ήταν γνωστή, την είχα ξανακούσει αυτήν  την φωνή.

Σαν το μυαλό μου ν’ άρχιζε να ξεκαθαρίζει λίγο – λίγο  και ένοιωθα  ότι από στιγμή σε  στιγμή θα ήξερα ποιά ήταν αυτή η γυναίκα. Δεν τολμούσα να την κοιτάξω  άκουγα την φωνή της νεανική και σταθερή με δροσερό ήχο και αναρωτιόμουν ακόμη ποιά είναι. Τοτέ εκείνη άπλωσε το χέρι της και μου σήκωσε το πρόσωπο από το πηγούνι. Κοιταχτήκαμε στα μάτια τα χέρια της μοσχοβολούσαν κάτι σαν σαπούνι, σαν θυμάρι, σαν δυόσμο, τα μάτια της ήταν σαν κάστανα ανοιγμένα πασπαλισμένα με μέλι και τα μαλλιά της πυκνά και πυρόξανθα. Πάντα κάτω από μαντίλα κρυμμένα δεν τα είχα δει ως τότε. Τόλμησα να κοιτάξω τα χέρια της και τότε είδα τον αριθμό στο χέρι της. Πως το είχα ξεχάσει μέχρι τότε. Το σημάδι τυπωμένο πάνω στο αριστερό της χέρι. Παράξενα όμορφα δυνατά χέρια δυνατά και καλλίγραμμα, ροδόασπρα με φακίδες – πόσο όμοια ήταν με αυτήν που φανταζόμουν. Την ώρα εκείνη αναρωτήθηκα αν με αναγνώρισε. Δεν ήξερε πια ήμουν; Δεν με θυμόταν; το μικρό κοριτσάκι που χόρευε για τον παππού Γιάννη πριν ακόμη περπατήσει, τον άνδρα που τον αγάπησε και την αγάπησε; Όλα ήταν πια φανερά σε μένα. Είπα ένα ξερό ευχαριστώ και τρέχοντας  άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά του σπιτιού μου. Όλα ήταν εκεί στο μυαλό μου τώρα ξεκάθαρα. Εκείνη την ένοιωθα να στέκεται ασάλευτη και να με κοιτά και τρυπούσε με τον βλέμμα της την πλάτη μου που  μ’ έκαιγε. Ήταν η τελευταία φορά που την είδα ζωντανή.

Ο καιρός πέρασε γρήγορα και την άνοιξη  είχαμε εξετάσεις  στο σχολείο και γυμναστικές επιδείξεις. Ήμουν χαρούμενη και γυρνούσαμε με τις  φίλες μου, την μητέρα μου και με κάποιες άλλες μανάδες, προς την γειτονιά μας. Τις αποχαιρετήσαμε σε κάποιο σταυροδρόμι και  πλησιάζοντας στο σπίτι η μητέρα μου σταμάτησε  και μου είπε ότι πρέπει να πάει στο σπίτι της ξένης που την βοήθαγε. Ποιό είναι το όνομά της, ρώτησα τότε με ένα  πρωτόγνωρο θάρρος. Γκρέτα, μου απάντησε η Μητέρα μου. Και γιατί θα πας να βοηθήσεις,  ρώτησα  πάλι. Η Γκρέτα πέθανε εχθές το βράδυ, μου είπε απλά η μητέρα μου. Θα περάσω από εκεί θα είναι και κάποιοι άλλοι άνθρωποι, πήγαινε εσύ σπίτι αν θέλεις. Δεν πήγα σπίτι  μας, πήγα με την μητέρα μου στο σπίτι της  Γκρέτας. Αυτό, κράτησε τρεις μέρες – το πήγαινε έλα. Γυρνάγαμε για ύπνο αργά το βράδυ. Την τρίτη μέρα έγινε η κηδεία της. Από το σπιτάκι της, πήρα ένα φυλλάδιο που βρήκα, με ξένα γράμματα και το φύλαξα. Είχε μέσα την φωτογραφία της. Αυτό το φυλλάδιο χάθηκε πριν προλάβω και το διαβάσω.

Εκείνη κατόρθωσε να δημιουργήσει μέσα μου τόσα ανάμεικτα συναισθήματα, πόνου,  θαυμασμού, έλξης,  μυστηρίου, περιέργειας και τρυφερότητας. Είναι η μόνη γυναίκα που μου προξένησε τόσο έντονες σκέψεις  και με  καμιά άλλη γυναίκα δεν την ξεπέρασα ποτέ.  Με τα χρόνια έγινε ένα με την μητέρα μου και στα όνειρά μου, μπερδεύονταν αυτές οι δυό γυναίκες.

 

Συνεχίζεται

 

©ΜΑΡΙΑ ΠΑΝΟΥΤΣΟΥ  Αθήνα 2019
 Από την συλλογή διηγημάτων  ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΜΝΗΜΗΣ
Ο Φάρος του Αργοστολίου
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΤο Τραγούδι της Ημέρας
Επόμενο άρθροΜΕ ΚΑΤΑΝΥΞΗ |Ντίνος Χριστιανόπουλος
Μαρία Πανούτσου
Η Μαρία Πανούτσου γεννήθηκε στην Αθήνα και υπηρετεί το θέατρο και την ποίηση από το 1979. Σπούδασε μουσική, χορό, θέατρο, ζωγραφική και φωτογραφία στην Ελλάδα, Αγγλία, Πολωνία. Έχει ταξιδεύσει για σπουδές και για συμμετοχή σε Διεθνή Φεστιβάλ θεάτρου, με το Θέατρο Τομή, στην Αγγλία, Σκωτία, Ρουμανία, Γεωργία, Γερμανία, Γαλλία, Πολωνία, Ιταλία, Κύπρο. Έζησε στην παιδική της ηλικία στο Ιράκ, στην Κύπρο και στο Λίβανο. Ξεκίνησε πολύ μικρή το χορό και το θέατρο και με την πρώτη της σκηνοθετική δουλειά βραβεύτηκε με πέντε βραβεία στο Φεστιβάλ Ιθάκης. Σκηνοθεσίας, καλύτερης παράστασης, καλύτερης παρουσίασης νεοελληνικού έργου, βραβείο γυναικείου ρόλου και έπαινος ανδρικού. Τώρα ζει, εργάζεται και μοιράζεται την ζωή της μεταξύ Αθήνας, Κέας και Λονδίνου. Είναι απόφοιτος του Έκτου Γυμνασίου Θηλαίων. Διπλωματούχος της Σχολής Κλασσικού χορού Ε. Ζουρούδη. Διπλωματούχος της Επαγγελματικής σχολής Θεάτρου Αθηνών Έχει σπουδάσει στο GROTOWSKI LABORATORIUM στο Βρότσλαβ της Πολωνίας. Τελειόφοιτος του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Σπούδασε στο Open University of London Humanities - Ανθρωπιστικές σπουδές, και συμπλήρωσε την μελέτη της για την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία με την παρακολούθηση: Αθηναϊκή Δημοκρατία, 5ος αιώνας, στο Open University of London. Παράλληλα με το θέατρο και την τέχνη η Μαρία Πανούτσου έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές, «ΚΑΛΕΣΜΑΤΑ», «SALUADER» και «ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΟΝΟΥ ή ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣΑΝΔΡΑ ΑΠΟ ΤΟ CITY» που έχουν εξαντληθεί και ετοιμάζει την έκδοση της νέας ποιητικής συλλογής με τίτλο «Η ΠΟΛΗ». Μελέτησε Ζωγραφική και Αγιογραφία με τον ζωγράφο Δ. Πάλμα, και Κεραμική με τον γλύπτη Ν. Σκλαβενίτη. Ζωγραφίζει από το 1982 και χρησιμοποιεί ποικίλα υλικά για τον σκοπό αυτόν. Δουλεύει τον πηλό κατασκευάζοντας έργα αποκλειστικά με το χέρι και όχι με τον τροχό. Με την Φωτογραφία και τις αρχές της κινηματογραφικής τέχνης, ασχολήθηκε την περίοδο 1980-90 όπου έγινε δεκτή και στο International Film school of London. Επίσης στο θέατρο παρουσιάζει θεατρικές παραγωγές όταν έχει να πει κάτι που την απασχολεί πολύ. Μελετά το ανέβασμα έργου του Σταμάτη Πολενάκη και του κύπριου ποιητή, Ανδρέα Τιμοθέου… Τελευταία θεατρική δουλειά της, 2015 με την παράσταση «Άσπρο Φως Ιστορίες έρωτα και αναρχίας» στο θέατρο Ειλισσός.