Ένα απόγεμα καθόμασταν όλοι μαζί στη μεγάλη σάλα. Η γιαγιά κουνιόταν νυσταγμένη στην πολυθρόνα της. Ξαφνικά ο Μάρκος γαύγισε και όρμηξε στο παράθυρο.

-Ήσυχα! Πρόσταξε ο πατέρας πίσω απ’ τους καπνούς τής πίπας του. Ο Μάρκος τον κοίταξε μια στιγμή απορημένος και συνέχισε να γαυγίζει  μπροστά στο τζάμι κουνώντας την ουρά του.

-Μα τι είναι; Έκανε η μάνα.

-Ποιος ξέρει, κάτι θα είδε, είπε ο πατέρας. Η Σοφία παράτησε τις μπογιές της και πήγε να τον χαϊδέψει. Βούλιαξε τις παλάμες της στη γούνα του κι ακούμπησε το μάγουλό της στο κεφάλι του ακολουθώντας τη ματιά του.

-Ααα, αχουου! Έκανε η Σοφία, γελώντας τρομαγμένη.

-Τι είναι; Φώναξε η μάνα. Ο πατέρας φύσηξε τον καπνό του και την κοίταξε επίμονα. Η Σοφία έδειχνε στο παράθυρο, ενώ ο Μάρκος γαύγιζε πάλι. Ο πατέρας σηκώθηκε. Προχώρησε. Έσκυψε.

-Εκεί· εκεί στο μάρμαρο, φώναξε η Σοφία.

-Ααα, έκανε -λίγο πιο αδιάφορα- κι αυτός.

-Τι είναι; Φώναξε η μάνα.

-Ένα τουρλουτίνι, είπε ο πατέρας.

-Τι; Είπε η μάνα ταραγμένη κι άφησε να τής πέσει απ’ τα γόνατα το κουβάρι με το μαλλί. Κοίταξε τον πατέρα παράξενα. Η γιαγιά έκανε να σηκωθεί, μα δεν τα κατάφερε. Ο μικρός Άλκης μπουσούλησε ως το παράθυρο.

-Να τo πιάσω μπαμπά, είπε η Σοφία.

-Δε θα κάτσει· θα φύγει, είπε ο πατέρας.

-Μα είναι καθισμένο στο πεζούλι και μας κοιτάζει, είπε η Σοφία

-Τι είναι; Είπα εγώ σα να ξύπνησα τώρα.

-Μάς κοιτάζει και γελάει, είπε η Σοφία.

-Τι είναι;

-Έλα, έλα! Η μητέρα έπιανε τους πόντους που φύγανε απ’ το πλεχτό της. Η γιαγιά κάτι πήγε να πει, μα γέλασε μόνη της. Πλησίασα και είδα. Μα ναι είδα: Ήταν ένα μικρό ζωάκι, τόσο· σα χνούδινο όνειρο, που δεν το είχα ξαναδεί ποτέ μου. Ήταν… Ήταν σαν…

-Ένα στα εκατό χρόνια! Ξέσπασε η γιαγιά, σφίγγοντας στα δάχτυλά της το δαντελένιο της μαντήλι. Ο παππούς σώπαινε βλοσυρός, κρεμασμένος στον τοίχο. Σώπασε και η γιαγιά, αφήνοντας το χαμόγελό της να φύγει στον αέρα.

-Να το φέρουμε μέσα, είπε η Σοφία.

-Θα σας γρατσουνίσει είπε ενοχλημένη η μητέρα.

-Μα είναι τόσο μικρό· κοίτα τα δαχτυλάκια του!

-Δεν θα κάτσει να το πιάσεις, είπε ο πατέρας.

-Μην ανοίξεις το παράθυρο· θα μπει χιόνι, φώναξε η μάνα.

-Μα μ’ αρέσει, είπε η Σοφία.

-Άκου τι σού λέει η μητέρα σου, είπε ο πατέρας κοιτώντας παράξενα προς τη μεριά τής μάνας.

-Ένα τ ο υ ρ λ ο υ τ ί ν ι, Θεέ μου!  Φώναξε στον Θεό η γιαγιά, γελώντας ευχαριστημένη.

-Κρυώνω, είπε η μητέρα. Ανοίξτε και κλείστε γρήγορα· κρυώνω.

-Ζήτω! Έκανε η Σοφία και ο μικρός Άλκης, που μίλαγε κιόλας με τ’ όνειρο μες απ’ το κρύο τζάμι, κόντεψε να πέσει απ’ την καρέκλα.

-Το παιδί, ούρλιαξε η μάνα, κι έκανε να ορμήξει στο παράθυρο.

-Μηη! Θα το τρομάξεις, την σταμάτησε η Σοφία και πλησίασε σιγά στο παράθυρο.

-Και τι θα τού δώσουμε να φάει; Είπε ο πατέρας.

-Κι αν είναι μολυσμένο; Έκανε η μάνα, έχοντας περιμαζέψει στην αγκαλιά της τον Άλκη. (Ο Μάρκος κοιτούσε στο παράθυρο και γέλαγε.)

-Μα κοίτα· κρυώνει· κρυώνει, φώναξε η Σοφία. Και τότε πρόσεξα πρώτη φορά πως έτρεμε. «Θέλει να μπει μέσα» φώναξε με αγωνία η Σοφία. Και το είδα που γρατσούνισε με τα δαχτυλάκια του λίγο το τζάμι.

-Και τι θα τού δώσουμε να φάει; Είπε ο πατέρας.

Μα εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο: Γρήγορα πρόλαβε και το σήκωσε η μητέρα κι αμέσως μετά το ’κλεισε φουρκισμένη. Η μητέρα κοιτάχτηκε παράξενα με τον πατέρα. «Πάλι το έκλεισαν…» είπε. Ο πατέρας δεν απάντησε. Κοίταξε το πάτωμα, την πόρτα και τα δύο τασάκια δίπλα στο τηλέφωνο.

-Γάλα θα τού δώσουμε· όπως σε κάθε μικρό ζωάκι, είπε η Σοφία.

-Και πού ξέρεις πως είναι μικρό· μπορεί να είναι γέρικο, είπε ο πατέρας.

-Μα κρυώνει· κρυώνει -παρακάλεσε η Σοφία- θέλει να μπει μέσα.

-Να τού δώσετε απ’ το φαΐ τού Μάρκου, είπε η μητέρα. Έχει περισσέψει. Μα δεν θα κάτσει να φάει· δεν είναι μαθημένο.

-Θα τού βάλουμε σ’ ένα μικρό τσανάκι, σε μια γωνιά, στην κουζίνα, είπε ο πατέρας.

-Μα μπορούμε να τού δώσουμε μια καραμέλα, είπε η Σοφία.

 

Τ ο  ρ ο λ ό ι  χ τ ύ π η σ ε  τ η ν  ώ ρ α

 

-Κυώνει, κυώνει· τσέβδισε ο Άλκης γελώντας, σκαρφαλωμένος ξανά στο παράθυρο. Τότε κοιτάξαμε πάλι και το είδαμε να γρατσουνάει ξανά με τα δαχτυλάκια του το τζάμι. Γελούσε· αλήθεια το είδα, γελούσε. Περίμενε λίγο, γρατσούνισε ξανά, μας κοίταξε λοξά, απορημένο, μας έστειλ’ ένα γελάκι ακόμα, κι ύστερα το είδαμε που κούνησε λίγο τα χεράκια του -σβησμένο- αγκάλιασε το κορμάκι του, έγειρε το κεφάλι του και το ’κρυψε πάνω στο στήθος. Το σήκωσε λίγο πάλι και μας κοίταξε λοξά, μια φοράν ακόμη -εμείς ακίνητοι- κι ύστερα έγινε μια τόση δα, τοσηδούλα μπαλίτσα, που τη φύσηξε η παγωνιά και κύλησε απ’ τη  μαρμαροποδιά τού παραθύρου κι έπεσε χάμω, στο δρόμο.

-Αφού θα πεθάνει! Έτρεμε η Σοφία.

-Πέθανε· είπε ξερά η μάνα.

Είδα τη Σοφία που έσπασε κι έγινε χίλια κομμάτια. Κι ο Άλκης δεν γελούσε πια. Κι εγώ· κάτι φοβερό είχε σταθεί στο λαιμό μου και δεν μπορούσα να καταπιώ. Και ο Μάρκος, βαθιά μέσ’ απ’ την κοιλιά του, έβγαλ’ ένα τεράστιο, μακρύ, λυπημένο ουρλιαχτό, που γέμισε όλο μας το σπίτι, ως το ταβάνι. Το γέμισε με λύπη ατόφια και οι γλόμποι ανατρίχιασαν και κουνήθηκαν πέρα δώθε σα να πέρασ’ ένα φάντασμα.

-Φτάνει! Φώναξε η μάνα.

-Είναι αργά· άντε για ύπνο τώρα, είπε ο πατέρας.

Τα μάτια τής Σοφίας ήταν κάρβουνα αναμμένα.  Η μάνα έκλεισε το πλεχτό της, έκλεισε το κουτί με το μαλλί και τις βελόνες, έκλεισε τις κουρτίνες και πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Η γιαγιά έβαλε το μαντήλι στην τσέπη της, και κούτσα-κούτσα πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Ο πατέρας έκλεισε το κουτί με τον καπνό του, έκλεισε το βιβλίο του, έσβησε την πίπα του, και πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιό του. Η Σοφία κουκουλώθηκε κάτω απ’ τις κουβέρτες και πήρε μαζί της τον Άλκη. Έκλεισα κι εγώ τα φώτα και κλείστηκα στο δωμάτιό μου. Και ονειρεύτηκα το παράθυρο, την παγωνιά, κι έξω το χνουδάκι εκείνο, με τα δαχτυλάκια του κολλημένα στο τζάμι, και τα δυο γελαστά του μάτια, πριν σβήσουν, που ήταν… Ήταν σαν…

 

Αθήνα 23 Οκτωβρίου 2019
©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
1η έκδοση: «Ψέματα πάλι» ΑΓΡΑ 1999
alexadam48@hotmail.com

 

Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος (1953). Έκανε Νομική στο ΕΚΠ και μεταπτυχιακά στο Paris II. Υπήρξε Ιδρυτής και Διευθύνων Σύμβουλος τής ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’. Εργάστηκε στο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Λαϊκών Οργάνων ως Γεν. Γραμ. και ως Πρόεδρος τού σωματείου των ‘Φίλων’. Διετέλεσε μέλος και Γεν. Γραμ. τού δ.σ τού Εθνικού Θεάτρου.

ΈΡΓΑ ΤΟΥ: ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’, διηγήματα (Ίκαρος 1991, 2η έκδοση· Άγρα 2009). Γαλλική, Γερμανική, Τουρκική, Ινδική έκδοση. ‘Ψέματα πάλι’, διηγήματα (Άγρα 1999). Γερμανική έκδοση. Ή ‘Άννα’, Γαλλική μετάφραση: Μαργαρίτα Καραπάνου. ‘Οι καινούργιοι Άγιοι’, Τουρκική έκδοση: (Yeni Azizler) ‘Ο Σιμιγδαλένιος’, θέατρο – ποίηση  (Εστία 12η έκδοση. Έως τώρα 84 διαφορετικές θεατρικές παραγωγές). Εθνικό Θέατρο 2015-2016. Αγγλική έκδοση: (The Spiceman). Τουρκική: (Irmikoğlan). Κρατικό Θέατρο Τουρκίας, Şehir Tiyatro: Istanbul, 5/2012. ‘Αυτό’, διήγημα (στη συλλογή ‘Χάριν παιδιάς’, Ίκαρος 2001). ‘Οι Δαιμονισμένοι’, λιμπρέτο για όπερα, Ε.Λ.Σ. Αθήνα, 4/2001. The mask in the Classical Hellenic Theatre, (Συλλογική έκδοση, Aryan books international, N. Delhi 2000.)  ‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’ Ηθιστόρημα (Άγρα 2008) Αγγλική μετάφραση. ‘Οχιναιλέγοντας’, θέατρο – ποίηση  (Ίκαρος 2011). Αγγλική έκδοση: Noyessaying ISBN 978-93-5016-7, 2013. Τουρκική: ‘Hayirevet diyerek (Bencekitap, Ankara 2015) ‘Ο κύκλος που δεν κλείνει’, πολιτικό αφήγημα (2013 εκδ. Ίκαρος και ΤΑ ΝΕΑ 20/7/2019)  ‘Το σεντούκι του παππού μου’, μικρό πολιτικό δοκίμιο (Stahtes κ.α. 17/11/2014)  ‘Πολυβίου ιστορία ετών 2150’, ερανισμός απόδοση, Αρχαίων επικαίρων (Dimoi news 7/8/2015) Von Athen lernen, oder Athen etwas aufdrängen?’ σχόλιο για Documenta 14, δίγλωσσο. (Diablog 8/7/2017) ‘Ίναχος, ο γιος του Ωκεανού’, χοροθέατρο για παιδιά (2η εκδ. Κάκτος, 2017) ‘Η Φραγκούλα’ διήγημα (Bookpress, βιβλίοnet, Μονόκλ, Cantus firmus, Τimes.news, κ.α, 9/2018) ‘Ο Μ. Χατζιδάκις και ο Γ. Χρήστου’, βιογραφική συμβολή (Bookpress, Fractalart,ΤaR, βιβλίοnet, κ.α,10/2018) ‘Για την Εταιρεία Φίλων μουσικής Γιάννη Χρήστου’ συνέντευξη (TaR, Bookpress, Μονόκλ κ.α. 12/2018) ‘Δώδεκα και ένα ψέματα πάλι’ θεατρικό. Αγγλική μετάφραση: ‘Twelve and on lies again2019 ‘Το 1984, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, και το σεντούκι του παππού μου’ (Times.news 27/1/2019) ‘Επενδύσεις…’ διήγημα (‘Με ανοιχτά βιβλία’ 25/2/2019, Times,news 26/2, Μονόκλ 28/2, Fractal 5/3 κ.α). ‘Πέπη κουμπώσου!’ διήγημα (Timesnews 4/4/2019, Fractal, Μονοκλ, Bookpress, Diasporic, Ologramma.) ‘Ο επιτάφιος και ο επί πόλεως θρήνος’, πολιτική ανάλυση (Metrogreece 8/4/2015, Times.news 15/4/2019 κ.α ) ‘Οι καινούργιοι άγιοι’ διήγημα (Fractal, Μονόκλ, Ologramma, Times.news κ.α. 5/2019) Pagotό’ διήγημα (Times.news 27/5, Ologramma, κ.ά. 29/5/2019) ‘ΟΓΑ’ διήγημα (Times.news 12/6, Diasporic 14/6, Stahtes 17/6 κ.α.) ‘Οι δυο Μαργαρίτες’ (Μ. Λυμπεράκη, Μ. Καραπάνου) ολιγόλογη ακτινογραφία (ΤΑ ΝΕΑ 6/7/2019) ‘Το ρουσφέτι’ διήγημα (Eltopia, 24/7 Κύπρος) κ. ά ‘Η κούκλα’ διήγημα (Times News 8/8) κ.ά ‘Η Moniqueδιήγημα (Times News 21/8,κ.α.) ‘Δέκα 9/9/09-9/9/19’ διήγημα (Times News 15/9/2019) ‘Τα όχι του ΝΑΙ’ (μικρό χρονικό μιας άρνησης) Εκδόσεις Οδός Πανός 2019.

alexadam48@hotmail.com


[Το Σχέδιο εξωφύλλου ανήκει στην Σάντρα Χρήστου.]

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΔρόμοι και δρομάκια |Χρίστος Λάσκαρης
Επόμενο άρθροΗ ορισμένη μέρα |Βασιλική Δραγούνη
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας αλλά και από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Κατέχει πιστοποίηση στο σύστημα γραφής Braille και παρακολουθεί σεμινάρια στον τομέα της Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας. Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία και το ραδιόφωνο. Η πρώτη της φωτογραφική έκθεση είχε θέμα το νησί της Φολεγάνδρου και παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη το 2017. Έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις και έργα της εκτίθενται στην «Ολυμπιακή Δημοτική Πινακοθήκη Σπύρος Λούης» στο Μαρούσι στα πλαίσια της εκδήλωσης «2ο Φεστιβάλ Εικόνας Τέχνης και Πολιτισμού» για το 2017. Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τους περίπατους, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του ελληνικού καφέ από την κούπα της μαμάς της. Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την πηγαία ευγένεια, τις ευχές, τις πράξεις που έχουν ένα τεκμήριο αγάπης μέσα τους, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό, τα βλέμματα που δεν έχουν ανάγκη από φίλτρα φωτογραφικά για να δείξουν την λάμψη τους. Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει -πια- πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια... Πιστεύει… στο Αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων. Αισθάνεται… Ευγνωμοσύνη, Εμπιστοσύνη, Ελευθερία… Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή… Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό.