ΜύΘΙ  ΜύΘΙ ΠαΡαΜύΘΙ

      “το κουκί και το ρεβίθι

      Γράφει  η Μαρία Πανούτσου

       Το  παραμύθι ως η αρχή του κόσμου

 

  Ένα οδοιπορικό στον κόσμο του παραμυθιού.

Εικόνα- Ράλλης Κοψίδης για το παραδοσιακό παραμύθι : Ο ΚΑΥΜΌΣ

 

 

Β΄Μέρος

 

 

ΠΡΙΝ   ΤΗΝ ΓΡΑΦΉ 

 

 

Το παραμύθι είναι προφορικός λόγος. Ο άνθρωπος αρέσκεται να λέει ιστορίες ΚΑΙ ποτέ απόλυτα αντικειμενικές….

ΕΊναι ιστορίες που μορφοποιούνται στο μυαλό του, στην καρδιά του, στις αισθήσεις του, όπως λειτουργούν στον ΚΑΘΈΝΑ μας, με διαφορετικό τρόπο. Όχι οι ίδιες οι αισθήσεις, αλλά πως εμείς, αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας τον κόσμο. Οι άνθρωποι παρ’ όλες τις νομοτέλειες είμαστε όλοι διαφορετικοί. Και αυτό γίνεται φανερό στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας. Το πως ερμηνεύουμε τον εσωτερικό μας κόσμο και την σχέση που έχουμε μαζί του.

 

Με την έναρξη της ομιλίας, γεννιέται και ΤΟ ΠΑΡΑΜΎΘΙ.

 

Έχει σχέση με την επικοινωνία που προσπαθούσαν οι άνθρωποι να έχουν μεταξύ τους. Στα παραμύθια ο αφηγητής είναι πιο πολύ ο ίδιος καθώς δεν έχει ένα ρόλο να ερμηνεύσει, αλλά να αφηγηθεί μια ιστορία που την γέννησε ο ίδιος ή την άκουσε και την μεταφέρει με τον δικό του τρόπο, αλλάζοντάς την, συχνά ριζικά. Βέβαια η ιστορία, περνάει από πολλές καταστάσεις που ο αφηγητής χρειάζεται να προβάλει, χωρίς ο ίδιος να γίνεται ένα με αυτές.

Πάντα σε απόσταση και με σεβασμό στη  δήθεν αντικειμενικότητα της ιστορίας του, που την πιστεύει όπως πιστεύουν τα παιδιά το παιχνίδι τους. Υπάρχει εξ αρχής μια αθωότητα μια αφέλεια. Στην λειτουργία το παραμυθιού. Ο παραμυθάς στις πρώτες κοινωνίες είχε μια εξέχουσα θέση ανάμεσα στους ανθρώπους της κοινότητας. Δεν είναι τυχαίο που στις σπουδές του θεάτρου στο αρχικό στάδιο, ένα από τα μαθήματα που διδάσκεται και είναι πολύ αποτελεσματικό είναι το θεατρικό παιχνίδι.

Όμως όλα αυτά τα ωραία ξεκινούν από την φαντασία. Αυτήν την καταπληκτική θαυμαστή  λειτουργία του οργανισμού μας που συμβαίνει και που τόσα έχει προσέφερε στην εξέλιξη του ανθρώπου.

Ένα άλλο επίσης σημαντικό βασικό στοιχείο για την εξέλιξη του παραμυθιού εκτός από την φαντασία και την επικοινωνία, ήταν η σχέση στοργής που δημιουργείτο από την επαφή του γέροντα ή της γερόντισσας, με τα μικρά παιδιά της οικογένειας ή της κοινότητας (τρεις γενιές ένωνε το παραμύθι). Οι γονείς πιο νέοι επιφορτισμένοι με την δράση στην ζωή και με λιγότερο χρόνο ελεύθερο, έτσι η αφήγηση  που θέλει χρόνο και χαλαρότητα περνούσε  στους ηλικιωμένους. Αυτό δεν είναι κανόνας (και η μητέρα είχε την ικανότητα αυτή) αλλά έτσι κάπως αρχικά δημιουργήθηκε η στιγμή του παραμυθιού. Επίσης όσοι ταξίδευαν και γύριζαν στο τόπο τους, ήταν επίσης  σημαντικοί παραμυθάδες, αφού έφερναν καινούργια στοιχεία και σύμβολα στον μικρό τους τόπο και πλούτιζαν την φαντασία και την ανάγκη για δημιουργία, στα παιδιά μα και στους μεγάλους..

 

 

Συνεχίζεται.

 

 

«Τρεις παιδικές μαρτυρίες»

 

 

Από την συλλογή παραμυθιών  της Μαρίας Πανούτσου

 

 

 

 

ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ

ἐλθεῖν πρός με·

τῶν γὰρ τοιούτων

 ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

 

 

 

Ο παφλασμός

 

Την είδα την γοργόνα. Την βρήκα ένα πρωινό στο κοντινό μας βράχο, εκεί που με τον πατέρα μου μαζεύουμε συχνά πεταλίδες. Δεν πήγα κοντά της για να  μην την τρομάξω.

Ο πατέρας μου έλεγε, ότι η γοργόνα τρομάζει. Τον ρώτησα πολλές φορές  πόσες είναι  και αν είναι μία όπως έλεγε  εκείνος, πως την βλέπουν τόσοι άνθρωποι  συγχρόνως σε διαφορετικές στιγμές; Ο πατέρας επέμενε  ότι είναι μία αλλά είναι γρήγορη και πάει παντού. Την είδα  και είδα ότι δεν είχε στήθος σαν της μαμάς μου. Ήταν ίσιος  ο κορμός της και από  την μέση και κάτω είχε την λαμπερή και μακριά ουρά της. Είχε ξανθά μαλλιά και κοιτούσε πέρα την θάλασσα.

Την αγαπώ και εγώ την θάλασσα άσο και εκείνη. Ήθελα να της μιλήσω να της πω να με πάρει μαζί της. Θα της το έλεγα με νοήματα. Να γίνω και εγώ γοργόνα γιατί δεν καταλάβαινα τον  κόσμο των ανθρώπων τόσο καλά, αν και ο πατέρας μου έλεγε ότι όταν  θα μεγαλώσω θα μάθω και θα τον αγαπώ. Δεν θέλω να μάθω τίποτα του το είπα τόσες φορές.  Να φύγω με την γοργόνα στα βάθη της θάλασσας με όλα τα άλλα πλάσματα, όλα όσα εκεί,  δεν έχουν την λαλιά, που με μπερδεύει. Και εκεί που αποφάσισα να πλησιάσω την γοργόνα και να της μιλήσω, εκείνη βούτηξε μέσα στα γαλάζια νερά και τη έχασα.

Είναι τώρα έξη μήνες που την ψάχνω. Πηγαίνω κρυφά την ίδια ώρα στο ίδιο βράχο και περιμένω.

Ούτε στις  φίλες μου το είπα. Με τους γονείς μου ζω σε ένα μικρό νησί που μας χωρά ίσα- ίσα και ο πατέρας μου είναι ψαράς.

Αλλά δεν θέλει να μιλάμε πολύ για την γοργόνα δεν ξέρω γιατί. Εμένα δεν με νοιάζει ο Αλέξανδρος και η ιστορία του. Την έχω ακούσει τόσες φορές από την γιαγιά μου και πια δεν την πιστεύω. Τον ζηλεύω τον Αλέξανδρο που τον αγαπά τόσο η γοργόνα. Και εγώ αν αγαπήσω θα αγαπήσω σαν την γοργόνα.

Συχνά μετά το σχολείο περνάω από τη θάλασσα και βγάζω τα παπούτσια μου και περπατάω  στην άκρη της θάλασσας και βλέπω τα δάχτυλά μου μέσα στο νερό και τα μικρά καβουράκια που με δαγκώνουν αν σταθώ ακίνητη. Είναι ωραία η θάλασσα γιατί είναι απέραντη, γιατί έχει το χρώμα του ουρανού και γιατί κρύβει τον κόσμο της σιωπής, με μόνο τον ήχο του παφλασμού των πλασμάτων που κρύβει μέσα της.

Την λέξη  ΠΑΦΛΑΣΜΟΣ  μου την έμαθε η δασκάλα μου όταν της είπα ότι θα γράψω για την θάλασσα και της ζήτησα κάποιες λέξεις, να πλουτίσω το λεξιλόγιό μου.

Η δασκάλα μου λέγεται  Ρεμπελίνα, είναι από την Κύπρο και  είναι μελαχρινή με ωραία  έξυπνα μάτια και μακριά σγουρά  μαλλιά και είναι καλή  και ευγενική. Είναι νέα και παίζει με εμάς  τα παιδιά και δεν μας μαλώνει. Την μέρα που μου ζήτησε να διαβάσω την έκθεση μου για την γοργόνα  στην τάξη, τη είδα να μελαγχολεί. Όταν έφευγα πρόφτασα να την χαιρετήσω και να της χαμογελάσω.

Το χάλκινο άγαλμα της Κοπεγχάγης, φόρος τιμής στον Δανό παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, κάθεται σκαρφαλωμένο επάνω σε ένα βράχο, στο λιμάνι. Κοιτάζει με θλίψη προς την θάλασσα και τον χαμένο της έρωτα.

Η Μαρία Κασσιανή, ως ενήλικη ταξίδευσε στην Δανία και συνάντησε την γοργόνα της εκεί,  αιώνια και ασάλευτη και η ίδια το ίδιο μελαγχολική για τον δικό της χαμένο έρωτα

 

  

 

Ο φίλος μου ο Αλμπέρτος   

Είχε έρθει κουτάβι και τώρα είναι  ένα μεγάλο ζώο. Τον φωνάζουμε Αλμπέρτο.  Εγώ του έδωσα το όνομα αυτό, από τον ήρωα μιας ταινίας. Τον έχω αναλάβει εγώ και η μητέρα μου γιατί ο πατέρας μας, λείπει συχνά από το σπίτι. Όταν γυρίζω από το σχολείο τον πάω βόλτα ό τι καιρό και να έχει εκεί κοντά στην μικρή μας πλατεία και το βράδυ όταν τελειώνω τα μαθήματα μου, παίζουμε για αρκετή ώρα. Έρχεται στο κρεβάτι μου για καληνύχτα και με το ζόρι τον παίρνουν οι δικοί μου  από μένα.

Καμιά φορά όταν όλοι κοιμούνται βαθειά, σηκώνομαι και αφήνω την πόρτα ανοιχτή για να τρυπώσει μέσα. Είναι ήσυχος και υπάκουος και του έχουμε μάθε καλούς τρόπους και είναι σωστός φύλακας. Ξέρει πότε πρέπει να ανησυχήσει και να γαυγίσει. Σκέπτομαι ότι είναι μεγάλος  σε ηλικία, αφού  είναι  όσο είμαι εγώ, 10 χρονών και ότι εγώ θα ζήσω πιο πολύ από αυτόν  και τότε, δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Τον αγαπώ πολύ. Γι’ αυτό του δίνω όλη μου την αγάπη και του την δείχνω, με χίλιους τρόπους. Είναι όμορφο να έχει κανείς  ζώα κοντά του. Μαθαίνω αγγλικά και η δασκάλα μας, μας έμαθε την λέξη και τι σημαίνει. «DOG, a domesticated carnivorous mammal». Αλλά δεν έχω καταλάβει τι σημαίνει mammal.

 

 

 “Ένας διψασμένος  φίλος”

Είναι αναρριχώμενο. Βγήκε τυχαία στη γλάστρα και μου πρόσφερε πολύ χαρά. Όταν είναι τρυφερό και ζωντανό αναρριχάται με χάρη και απλώνεται  σχεδόν χαμογελαστό. Είναι πράσινο, λεπτό, και τόσο τρυφερό. Χρειάζεται πολύ νερό και όταν νεκρωθεί μένει νεκρό, λεπτό, με ξύλινο λεπτό, σκελετό και βγάζει τον σπόρο του. Αν και νεκρό θέλει να χαρίσει ομορφιά και ο σπόρος του που είναι σαν λουλούδι με σχήμα λίγο ανθρώπινο, διάφανο και τόσο μοναδικό που εκπλήσσει. Όταν είναι ζωντανό  το φυτό, τα λουλουδάκια του είναι άσπρα κρινάκια. Κρατώ τους σπόρους του , τα μικρά ανθρωπάκια, σε ένα χρυσό και κόκκινο κουτί. Το φυτό, δεν γνωρίζω την ονομασία του.  Πως  να το λένε …… εγώ το  ονόμασα η χαρά μου αφού κάθε πρωί του λέω καλή μέρα και ανοίγεται και απλώνεται. Μόνο που είναι πολύ αχόρταγο στο νερό.

 

 

 

Τέλος β΄ μέρους
Σε συνέχειες.

 

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΕναντίον, Ντίνος Χριστιανόπουλος
Επόμενο άρθροΣύντομη συνάντηση |Γιώργος Σκουρογιάννης
Η Μαρία Πανούτσου γεννήθηκε στην Αθήνα και υπηρετεί το θέατρο και την ποίηση από το 1979. Σπούδασε μουσική, χορό, θέατρο, ζωγραφική και φωτογραφία στην Ελλάδα, Αγγλία, Πολωνία. Έχει ταξιδεύσει για σπουδές και για συμμετοχή σε Διεθνή Φεστιβάλ θεάτρου, με το Θέατρο Τομή, στην Αγγλία, Σκωτία, Ρουμανία, Γεωργία, Γερμανία, Γαλλία, Πολωνία, Ιταλία, Κύπρο. Έζησε στην παιδική της ηλικία στο Ιράκ, στην Κύπρο και στο Λίβανο. Ξεκίνησε πολύ μικρή το χορό και το θέατρο και με την πρώτη της σκηνοθετική δουλειά βραβεύτηκε με πέντε βραβεία στο Φεστιβάλ Ιθάκης. Σκηνοθεσίας, καλύτερης παράστασης, καλύτερης παρουσίασης νεοελληνικού έργου, βραβείο γυναικείου ρόλου και έπαινος ανδρικού. Τώρα ζει, εργάζεται και μοιράζεται την ζωή της μεταξύ Αθήνας, Κέας και Λονδίνου. Είναι απόφοιτος του Έκτου Γυμνασίου Θηλαίων. Διπλωματούχος της Σχολής Κλασσικού χορού Ε. Ζουρούδη. Διπλωματούχος της Επαγγελματικής σχολής Θεάτρου Αθηνών Έχει σπουδάσει στο GROTOWSKI LABORATORIUM στο Βρότσλαβ της Πολωνίας. Τελειόφοιτος του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Σπούδασε στο Open University of London Humanities - Ανθρωπιστικές σπουδές, και συμπλήρωσε την μελέτη της για την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία με την παρακολούθηση: Αθηναϊκή Δημοκρατία, 5ος αιώνας, στο Open University of London. Παράλληλα με το θέατρο και την τέχνη η Μαρία Πανούτσου έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές, «ΚΑΛΕΣΜΑΤΑ», «SALUADER» και «ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΟΝΟΥ ή ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣΑΝΔΡΑ ΑΠΟ ΤΟ CITY» που έχουν εξαντληθεί και ετοιμάζει την έκδοση της νέας ποιητικής συλλογής με τίτλο «Η ΠΟΛΗ». Μελέτησε Ζωγραφική και Αγιογραφία με τον ζωγράφο Δ. Πάλμα, και Κεραμική με τον γλύπτη Ν. Σκλαβενίτη. Ζωγραφίζει από το 1982 και χρησιμοποιεί ποικίλα υλικά για τον σκοπό αυτόν. Δουλεύει τον πηλό κατασκευάζοντας έργα αποκλειστικά με το χέρι και όχι με τον τροχό. Με την Φωτογραφία και τις αρχές της κινηματογραφικής τέχνης, ασχολήθηκε την περίοδο 1980-90 όπου έγινε δεκτή και στο International Film school of London. Επίσης στο θέατρο παρουσιάζει θεατρικές παραγωγές όταν έχει να πει κάτι που την απασχολεί πολύ. Μελετά το ανέβασμα έργου του Σταμάτη Πολενάκη και του κύπριου ποιητή, Ανδρέα Τιμοθέου… Τελευταία θεατρική δουλειά της, 2015 με την παράσταση «Άσπρο Φως Ιστορίες έρωτα και αναρχίας» στο θέατρο Ειλισσός.