Ο κόσμος ήταν αγορασμένος. Γύρω του κούρνιαζαν νυσταγμένες οι οικογένειες. Ανακάτευαν μια φωτιά χαλασμένη. Με το ένα τους μάτι γυάλινο, τις ραγισμένες τους αγκαλιές στο τζάκι, τα εξασθενημένα, χωρίς ζωή, χνώτα. Τα σπίτια όλα ήταν από χειμώνα. Γυναίκες με κόκκινα, λυπημένα μαλλιά και άντρες ακατοίκητοι που έγερναν σαν άγνωστα τοπία. Παιδιά ξεκοιλιασμένα. Σε σχήμα σταυρού. Δεν μπορούσε κανείς να δει το στολισμένο τους πρόσωπο. Οι ψυχές, ένας πόλεμος. Να καταργηθεί το φτηνό ύφασμα, το άβουλο μέσα. Όταν. Είπε, να ενωθούμε και πέθανε. Σκαλισμένος έως το κόκαλο, χωρίς να θυμάται ονόματα.

Τη νύχτα μεταμορφώθηκε πάλι σε ένα ακάθαρτο δέρμα. Θα ζήσει ξανά. Τα σβηστά είχαν πάλι ανάψει. Ρουφηγμένος και καταποντισμένος – υπήρχε ακόμη καιρός. Η ματιά του χρειαζόταν στρεβλώσεις. Του άρεσε να απεχθάνεται την πραγματικότητα. Οι γωνίες του σώματός του ήταν σιδερωμένες με φως. Ανελέητο φως και του αρκούσε. Στο κρεβάτι, ο σιδερένιος δεσμός. Τυφλός γίγαντας, με τα χέρια δεμένα. Όταν κοιμόταν πάνω του ένιωθε ελαφρύς. Όλος.

Περνούσαν οι μέρες και γιατί. Πετούσαν με τα ορθάνοιχτα μάτια τους. Σ’ ένα πηχτό, γνώριμο, αδιαπέραστο χρώμα. Μέσα απ’ τα ξεκούμπωτα ρούχα τους, η ομορφιά. Θα μπορούσε να σκοτώσει γι αυτήν. Αλήθεια. Θα μπορούσε να διαλυθεί. Από το στόμα της έβγαινε ίσια στον ωκεανό. Βαφόταν με κάτι τεράστια λέπια και μπορεί. Μόνο εκεί γινόταν να κατοικήσει. Φυτεμένος στον ουρανίσκο της. Σκεπασμένος από σάλιο, καθώς εμίκραινε. Όλο εμίκραινε. Σαν κερί που κάποτε τελειώνει.

Ήταν περισσότερο το τοπίο εκεί; Περισσότερο αυτή η εκπληκτική σιωπή; Θα ξεπερνούσε αυτό που φαινόταν για να γίνει πολίτης του αφανούς. Ένιωθε εξουσιοδοτημένος. Σπαρμένος στην επιφάνεια της γης. Τον κρατούσε με πείσμα να μην βυθιστεί. Σαν νησί. Ο ήλιος το αναγνώριζε και συμφωνούσε. Του έβαζε την παραλία στα χέρια.

Θα στέκει από μια γωνιά, σ’ ένα ανθισμένο καιρό. Με ή χωρίς. Σε ένα καταυλισμό των σωσμένων. Δεν θα έχει λέξεις να πει, ιδέες να γράψει. Θα παίρνει εκείνο το παλιό λεωφορείο για τη θάλασσα. Θα αποβιβάζεται πάνω στα πρόσωπα των ανθρώπων. Θα τον αντέχει ο πρωινός ήλιος, θα χαμογελά μυστικά. Θα ανακατεύει τη λίμνη μέσα της.

Ό,τι υπήρξε, θα υπάρξει ξανά. Κάθε τι είναι απόσπασμα. Η μοναξιά του οριακού. Και το οριακό δεν θυμάται ονόματα.


ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ
Εκδόσεις ΟΞΥ | 2011


*Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1962. Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο και έχει συνεργαστεί ως αρθρογράφος με πολλά έντυπα και εφημερίδες. Για τρία χρόνια δούλεψε ως παραγωγός στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Open. Κυκλοφορούν 22 βιβλία του εκ των οποίων τρία έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Η τετραλογία Πιο νύχτα δεν γίνεται (Οξύ 2011) – Μετά (Απόπειρα 2012) – Καπνισμένο κόκκινο (Σμίλη 2013) και Ολομόναχοι μαζί (Σμίλη 2014) εγκαινιάζει την λεγόμενη Κοσμική τετραλογία, και θεωρείται έργο αναφοράς, σαν μια μεγάλη, φασματική αλληγορία που διαρρηγνύει τα πλαίσια του Κανόνα.  Από τους πεζογράφους θεωρείται ποιητής και από τους ποιητές πεζογράφος.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΤο κρυφό ταλέντο της Θεοφανίας Παπαθωμά
Επόμενο άρθροΤα μπαλκόνια.
Avatar
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων σχέσεων/ Ψηφιακών Μέσων και Επικοινωνίας. Από το 2017 φοιτά στο Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Παράλληλα παρακολουθεί σεμινάρια στην Συμβουλευτική ψυχικής υγείας και το Ραδιόφωνο. Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία. Η πρώτη της φωτογραφική έκθεση είχε θέμα το νησί της Φολεγάνδρου και παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη το 2017. ‘Εχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις φωτογραφίας και έργα της εκτίθενται στην «Ολυμπιακή Δημοτική Πινακοθήκη Σπύρος Λούης» στο Μαρούσι στα πλαίσια της εκδήλωσης «2ο Φεστιβάλ Εικόνας Τέχνης και Πολιτισμού» για το 2017. Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τους περίπατους, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του ελληνικού καφέ από την κούπα της μαμάς της. Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την πηγαία ευγένεια, τις ευχές, τις πράξεις που έχουν ένα τεκμήριο αγάπης μέσα τους, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό, τα βλέμματα που δεν έχουν ανάγκη από φίλτρα φωτογραφικά για να δείξουν την λάμψη τους. Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει ,πια, πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια... Πιστεύει… στο αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων. Αισθάνεται… ευγνωμοσύνη, εμπιστοσύνη, ελευθερία… Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή… Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό. Τώρα το ‘’Ολόγραμμα’’ ξεκινά το ταξίδι του στον κόσμο του Πολιτισμού και των Τεχνών, του Βιβλίου και της Ποίησης, των Μουσείων και των Εικαστικών, της Φωτογραφίας και της Μουσικής με συνεπιβάτες του εσάς…