«Έλιωσαν από επιθυμία τα κορμιά μας, φλογίστηκαν από εγωισμό οι ψυχές μας, σπάραξαν από γλύκα οι σάρκες μας’ κι έσπειραν τον Χάρο παντού, παντού, παντού».

Τι μένει άραγε όρθιο ανάμεσα στο πάθος μιας γυναίκας που ξεστομίζει αυτά τα λόγια και σε έναν άντρα που στέκεται ανίκανος να της αντισταθεί;

Πόσα πτώματα χωράνε στο σύμπαν του απόλυτου πάθους;

Η Μήλος, η θάλασσα, τα βράχια, η αγάπη από διαφορετικές πλευρές: της μάνας, του συζύγου, του εραστή, της γυναίκας που παλεύει με τη φύση της.

Η Μαρίνα, ο Γιάννης, Ο Μηνάς, η μάνα τους’ ζωές που προσπαθούν να συμπλεύσουν σε ένα πέλαγος που διαγραφόταν μαύρο.

Πάνω από αυτά τα –τραγικά ενδεχομένως- πρόσωπα, πλανάται το φάντασμα της Μήδειας. Μιας γυναίκας που πλήρωσε για το πάθος της, φόρο αίματος μεγάλο.

Ο Καραγάτσης σε αυτό το βιβλίο, πλέκει το εγκώμιο του πάθους. Εκείνου που δεν σταματά μπροστά σε κανένα βράχο θαλασσινό, σε καμία οικογενειακή σύμβαση.

Έως τον χαμό.-

 

 

O M. Kαραγάτσης (πραγματικό όνομα Δημήτρης Pοδόπουλος) γεννήθηκε το 1908 στην Aθήνα. Tο αινιγματικό αρχικό M. λέγεται πώς προέρχεται από το όνομα Mίτια, έκφραση της αγάπης του για τον Nτοστογιέφσκι και ιδίως για τους Aδελφούς Kαραμαζώφ, ενώ το Kαραγάτσης οφείλεται στο καραγάτσι κάτω από το οποίο καθόταν μικρός και διάβαζε, κοντά στην εκκλησία της Pαψάνης. Tο 1924 τελειώνει το Γυμνάσιο και πηγαίνει στην Γκρενόμπλ για να σπουδάσει νομικά τα οποία, από τον επόμενο χρόνο, θα τα συνεχίσει στο Πανεπιστήμιο Aθηνών. Tο 1927 παίρνει μέρος στον πρώτο λογοτεχνικό διαγωνισμό της «Nέας Eστίας» με το διήγημα «Kυρία Nίτσα», το οποίο θα αποσπάσει τον A’ έπαινο και θα δημοσιευτεί το 1929 σε συλλογικό τόμο που περιελάμβανε τα βραβευμένα διηγήματα του διαγωνισμού («Oι θεότητες του Kοτύλου», εκδ. Bιβλιοπωλείον της Eστίας). Mε το διήγημα αυτό ξεκινάει ο Kαραγάτσης τη λογοτεχνική σταδιοδρομία του και την μακρά συνεργασία του με τη «Nέα Eστία», δημοσιεύοντας σε αυτήν διηγήματα, μυθιστορήματα σε συνέχειες και μεταφράσεις. Πεθαίνει στις 14 Σεπτεμβρίου 1960, σε ηλικία 52 χρόνων, αφήνοντας ανολοκλήρωτο «Tο 10», το μυθιστόρημα που έγραφε εκείνο τον καιρό. H τελευταία φράση που πρόλαβε να γράψει, η τελευταία φράση της ζωής του, ήταν «Aς γελάσω».

* Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

 

Γράφει η Βάσω Κωνσταντινίδου.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.