Αγιότατος έρως  « ο ζαβός αγαπούσε τον ήλιο »

 

Γράφει η Μαρία Πανούτσου

 

 12/06/2021

 

 Εικόνα: Andrea Bowers

Κείμενο : Λουκία Πλυτά

Δύο λόγια

 

« Η ψυχή του μυρίστηκε τον ύπνο του φύλακα της ύλης και γυμνόποδη βγήκε»

 

Πόσος χρόνος χρειάζεται για να διαβάσετε  το ανθολόγιο που σας προτείνω από το έργο   της Λουκία Πλυτά; Πολλαπλασιάστε τον επί τρία και θα είναι ο λιγότερος χρόνος που θα θέλετε να περάσετε συντροφιά με την ποίηση της ποιήτριας Λουκίας Πλυτά. Η ποίηση που  φτερουγίζει και αναρωτιέται. Σήμερα μία πρώτη προσέγγιση.

 

Μαρία Πανούτσου

 

 

 

 ΛΟΥΚΊΑ   ΠΛΥΤΆ

 

 

 

Μέρος Πρώτο

 

Λόγος  Πεζός

 

 

 

ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

 

Ο αέρας φυσούσε λαίμαργα στην απάνω γειτονιά τραβώντας τα βήματα της μικρής κατά το μέρος του. Κι αυτή, πεισματωμένη έμενε ριζωμένη στη θέση της αδιαφορώντας για τα νάζια του, καθώς κοιτούσε από ψηλά τις μουδιασμένες ελιές παρακαλώντας τες ν’ ανθίσουν.

Ελάτε κοπέλια μου, αγαπήστε με και αφήστε με να σας αγαπήσω. Ελάτε κοπέλια μου, βάλτε τα δυνατά σας, είναι απαραίτητο για μας το βίος σας, έλεγε και ξανάλεγε μαλάζοντας συγχρόνως το ζυμάρι με τα κρινένια χέρια της.

Με πατέρα ζαβό και μάνα μισή, η μικρή ήταν μαθημένη στην απομόνωση. Έκανε παρέα με τα ζώα και τα στοιχειά της φύσης και αυτά της αποκάλυπταν τα μυστικά τους.

Οι συγχωριανοί την απέφευγαν όπως τα ψάρια τη στεριά.  Τα μάτια της ήταν παραδείσιοι κήποι και τα λιγοστά λόγια της μικρές βελονιές στις καρδιές τους. Δεν άντεχαν την παρουσία της. Τους γέμιζε με ένα παράξενο φως σε κάθε της κίνηση, που έμενε κοντά τους ώρες πολλές μετά το φευγιό της.

Εκείνην όμως δεν την πείραζε, ένοιωθε τον φόβο τους και έτσι τους έκανε τη χάρη να μην τους συναναστρέφεται. Εναρμονισμένη με τον εαυτό της, δεν τους είχε ανάγκη, παρά μόνο δυο-τρείς φορές τον χρόνο, σαν έφθανε η ώρα να πουλήσει τα κόπια της. Είχε στόματα να θρέψει, μάνα, πατέρα, άπορους, ζωντανά.

Τι να τους κάνεις τους περιχαρακωμένους ανθρώπους άμα δεν σε θέλουν, διπλή η δυσκολία.

Ο ζαβός αγαπούσε τον ήλιο, στερεωνόταν πάνω του και άρχιζε τις τραμπάλες, καθώς η μάνα της του τραγουδούσε ύμνους που κανένα άλλο στόμα δεν ψιθύρισε.

Η μικρή δεν είχε παράπονο, της έφθανε να τους βλέπει κουρνιασμένους τον έναν μέσα στον άλλο. Ήξερε να τα βγάζει πέρα. Έμαθε από τα πρώτα της βήματα, πως ή θα άρπαζε τη ζωή ή θα την έκλαιγε. Προτίμησε το πρώτο, άλλωστε της άρεσε να φροντίζει κάθε τι που ήταν γύρω της. Κανένας κόπος, λοιπόν, μονάχα ευχαρίστηση. Ποιος το περίμενε πως από τα παραπεταμένα του χωριού θα γεννιόταν η ευλογία. Είχε παράξενους τρόπους η δημιουργία ν’ αποδίδει ευτυχία.

Ο αέρας σπάζοντας τον ειρμό των σκέψεών της αρχίνησε να τεντώνεται γύρω της διπλά και τρίδιπλα αυτή τη μέρα, θέλοντας να περάσει το δικό του. Είχε μήνυμα για τη μικρή. Η γαλαξιακή άνοιξη ξεκινούσε και έπρεπε να την ενημερώσει γι’ αυτό που θα ερχόταν. Σαν την στρίμωξε στη γωνία, σιγομουρμούρισε: «Άνοιξε την καρδιά σου, η ώρα της επιλογής είναι δικιά σου. Τώρα λοιπόν πρέπει τους σπόρους να φυτέψεις. Ο νέος κύκλος επιθυμεί τη δική σου εντολή. Αποφάσισε, λοιπόν».

Εκείνη σκούπισε τα χέρια της κοιτώντας από ψηλά ολάκερο τον κόσμο και ψιθύρισε:

«Ψάλλε, μικρέ μου ποταμέ, το τραγούδι της γοργόνας, να ξεφύγει από το δίχτυ ο καταφρονημένος ιχθύς, όπως το όνειρο της ελευθερίας καταδιώκει τα δεσμά του».

 

 

 

 

ΤΟ ΣΕΙΣΤΡΟ ΔΙΕΓΕΙΡΕΙ

 

Βυθισμένος στη ζεστασιά, το μυαλό του ναρκώθηκε. Γλυκό σκοτάδι της λήθης του κούρνιασμα και απολειφάδι. Η ψυχή του μυρίστηκε τον ύπνο του φύλακα της ύλης και γυμνόποδη βγήκε.

Μια γλυκιά αντανάκλαση από το χθεσινοβραδινό στον ώμο του σκούντημα τη σκέπαζε. Με συγκροτημένη την ανάσα της οδηγήθηκε στη χώρα του ασυνείδητου και ανενόχλητη από σκέψεις και συναισθήματα έψαξε προσεκτικά. Έχασκε η άκρη του βάρους που από καιρό ποθούσε το ενδιαφέρον. Το δεξί της χέρι της ψυχής έκανε τον σταυρό της. Ενώ το αριστερό περιγελούσε την αντίδρασή της.

«Ετούτη τη νέα εποχή απαγορεύεται να έχεις Θεό. Πρόσεχε, θέλεις να μας δουν και να μας κατατάξουν».

Εκείνη, αδιαφόρησε.

Τράβηξε προσεκτικά την άκρη του ζητούμενου. Ευθύς, ακτινοβόλησαν υπολείμματα από ανεκπλήρωτα όνειρα, βαλτωμένοι έρωτες, αποστεωμένες φιλίες, αποφλοιωμένες επιλογές, πόλεμοι, φόβοι, προδοσίες, τύψεις, ενοχές, αναστολές. Μα περισσότερο από όλα, το κλάμα της μάνας του σαν έφευγε, συνειδητοποιώντας το λάθος της.

«Αυτό το παιδί, γεννήθηκε χωρίς σώμα και για μυαλό περίτεχνες χρυσόμυγες, ενωμένες σε μια πρόταση: “Οι Άγγελοι είναι υπαρκτοί, και ο καθείς έχει το δικό του”

επανέλαβε σαν ξεκούρδιστο γραμμόφωνο πριν φύγει και τον αφήσει.

Όχι ότι τον απασχόλησε ποτέ, γιατί ήξερε. Εκείνη ήταν που φοβόταν μη και δεν είχε την ευκαιρία να τον ξαναδεί.

Τέτοια παραξενιά της φύσης, ακόμα και αν ήταν δικό της παιδί, πόσο περίεργη φουρτούνα ανέγειρε στα σωθικά της.

Το σώμα του σάλεψε από την ανακούφιση και η ψυχή κοκάλωσε.

Λίγο ακόμα, σιγομουρμούρισε, φυσώντας πάνω του ολοζώντανα μπουμπούκια.

Ο καρδιά του άνοιξε και το κολλημένο στα σωθικά του στοιχειό μούσκεψε έρωτα. Οι αποθήκες άδειασαν. Φανερώθηκε ένα αστέρι.

Πες το όνομά σου, είπε βουβά η ψυχή, πριν ξαναβρεθεί εκεί όπου ανήκε.

Πηγή.

Το είναι του σείστηκε μυστικά από εκείνον, ανασυντάσσοντας τα τέσσερα στοιχεία.

Η επάνοδος τον τάραξε.

Ξύπνησε απότομα,  έτρεμε.

Άκουγε των αιώνων το νερό στις φλέβες του να τρέχει καθάριο.

 

 

 

 

Μέρος  Δεύτερο

Λόγος  ποιητικός

 

 

 

ΠΟΙΉΜΑΤΑ

 

 

 

 

Υδατογραφία

 

Οι λέξεις αγαπιούνται από τ’ άνυδρα

και όπως αυτά αγέρωχα

στο ασυνείδητο της δίψας τους λικνίζονται

ανάμεσα σε γράμματα και αριθμούς

οι επτά πόρτες της ψυχής

ντύνονται – γδύνονται

ανάγκης παραστάσεις.

Ετούτα λοιπόν όσα μπορώ να πω

για να σου περιγράψω

την ομορφότερη υδατογραφία

του δικού μου κόσμου.

Επισημαίνοντας πως το βουβό μου στόμα

από χόρταση γελά,

αδιάφορο να εισβάλει

σε κάποια γραμματοσειρά

και ένα κενό πλούσιο σε υλικά

τραβάει το μανίκι μου

να έρθει πιο κοντά,

σε όσα πριγκιπικοί εισβολείς

από το δικό σου κόσμο,

με τρύπησαν βαθιά.

 

 

 

 

 

 

ΦΑΝΤΑΣΊΑ

 

Δεν ήλπισα ποτέ

την αλήθεια της αγάπης στα χέρια μου να πιάσω.

 

Κρύφτηκα στο φώς μιας ηλιαχτίδα

πείθοντας την καρδιά μου τέχνασμα της φαντασία μου πως ήσουν.

 

 

 

 

ΣΆΡΚΑ

 

Άξαφνα εισχωρείς στα όρια του κόσμου μου

απλώνοντας στο ανεπαίσθητο της σάρκας μου

πυροτεχνήματα, γλυκά μικρά κοχύλια

γεμίζοντας καυτή κραυγή τον αέρα του ουρανού.

Εκρήγνυμαι.

Στέκω με βουβό θαυμασμό εμπρός στην υπεροχή σου

Έρωτα

Μείνε ακόμα λίγο,

τη μάταιη προσκόλληση στη σάρκα μου ν’ αλλάξεις.

 

 

 

ΑΠΡΌΣΜΕΝΑ

 

Ένα καλώς ήρθες αθόρυβο

κρεμασμένο σ’ ένα χαμόγελο

φλογερά ντροπαλό.

 

Ένα φιλί μουδιασμένα μισό

κλεισμένο στην αναμονή

της επόμενης συνάντησης.

 

Δυό θάλασσες μάτια

αιθέρα μαγνήτες

ηθελημένα μέσα να πνιγείς.

 

Έτσι απρόσμενα

ανθίζουν τα κρίνα

σκορπώντας την άβυσσο.

 

 

 

ΣΤΙΓΜΈΣ

 

Κι εγώ που λαχτάρησα στάλες βροχής

ανέλπιστα έζησα την μπόρα της αρχής

σε ένα λυγμό της νύχτας.

 

Στα σύννεφα η καταγραφή της όψης σου

γραμμένη.

 

Στιγμές δροσιάς στα σύννεφα

κι εγώ

απλά παραδομένη.

 

Φίλα με σιγά

απαλά

τη δίψα μη χορτάσεις

στιγμή να μη χαθεί

το σύννεφο μη σπάσεις.

 

 

 

 

ΜΝΉΜΗ

 

Αγναντεύοντας ωκεανούς,

θρυμματίζω εγκεφαλικούς καημούς

κλέβοντας του ξόανου το σπίτι.

Αδιάλυτη σκιά εσύ,

διαπερνάς τους στοχασμούς

οι πληγές αιμορραγούν

τα δάχτυλα, λιγότερα από τις τρύπες.

 

 

 

 

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΌ

Η Λουκία Πλυτά γεννήθηκε στην Ερμούπολη Σύρου. Συνεργάστηκε με τον εκδοτικό οίκο Πύρινο Κόσμο εκδίδοντας το πρώτο της βιβλίο (σ.ψ.) με τίτλο «ΕΚΔΗΛΩΝΩ ΠΡΟΘΕΣΗ» 2010.  Ποίηση : Εκδ. ΟΣΤΡΙΑ, με τίτλο «χωρίς Αυτό…» 2014. Εκδ. Schooltime e-book «ΑΝΘΡΑΚΑΣ». Εκδόσεις ΚΥΜΑ «Calcarea Carbonica» 2017. Σήμερα ζεί στην Αθήνα και εργάζεται στον Ο.Α.Ε.Δ.

 

 

Andrea Bowers – Ζωγράφος Γεννήθηκε  το 1965  στο Los Angeles ¨

https://en.wikipedia.org/wiki/Andrea_Bowers

 

 

«Ο αγιότατος έρως και άλλα τινά»

    Ρapaver rhoea

 

Η ερωτική ποίηση που πραγματεύεται την φυσική κατάσταση που προκύπτει αθέλητα στους ανθρώπους και τους βγάζει για λίγο ή για πολύ, από τον δρόμο που έχουν χαράξει, είναι μια πράξη που έχει όλα τα στοιχεία μιας επανάστασης, μιας προσωπικής επανάστασης, που  ίσως  να είναι και η πιο ουσιαστική. Ο έρωτας αφορμή για αλλαγή και αμφισβήτηση συθέμελα του εαυτού μας και των αρχών μας, έρχεται ολόδροσος να μας οδηγήσει σε όχι και τόσο δροσερές και ευχάριστες ψυχικές καταστάσεις.

Η ποίηση κατ’ εξοχήν ερωτική, ακόμη και όταν δεν φαίνεται στο πρώτο πλάνο της γραφής, μας ανοίγει ορίζοντες για να έρθουμε πιο κοντά στο πρόσωπο του ανθρώπου, που δεν είναι εύκολο να προσεγγίσουμε με άλλον τρόπο.

 

«Ο Αγιότατος Έρως και άλλα τινά»: Σύλληψη, έρευνα, οργάνωση και εκτέλεση:
Μαρία Πανούτσου.

 

[Copyright © Μαρία Σκουλαρίκου-Πανούτσου]
Επιμέλεια: Αλεξία Κατσαβού.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΟ έρωτας κοιμάται στο στήθος του ποιητή, Federico Garcia Lorca
Επόμενο άρθρο“Τα 12 Κουπέ” στο χώρο της Αμαξοστοιχίας-Θεάτρου το Τρένο στο Ρουφ (11-20 Ιουνίου)
Η Μαρία Πανούτσου γεννήθηκε στην Αθήνα και υπηρετεί το θέατρο και την ποίηση από το 1979. Σπούδασε μουσική, χορό, θέατρο, ζωγραφική και φωτογραφία στην Ελλάδα, Αγγλία, Πολωνία. Έχει ταξιδεύσει για σπουδές και για συμμετοχή σε Διεθνή Φεστιβάλ θεάτρου, με το Θέατρο Τομή, στην Αγγλία, Σκωτία, Ρουμανία, Γεωργία, Γερμανία, Γαλλία, Πολωνία, Ιταλία, Κύπρο. Έζησε στην παιδική της ηλικία στο Ιράκ, στην Κύπρο και στο Λίβανο. Ξεκίνησε πολύ μικρή το χορό και το θέατρο και με την πρώτη της σκηνοθετική δουλειά βραβεύτηκε με πέντε βραβεία στο Φεστιβάλ Ιθάκης. Σκηνοθεσίας, καλύτερης παράστασης, καλύτερης παρουσίασης νεοελληνικού έργου, βραβείο γυναικείου ρόλου και έπαινος ανδρικού. Τώρα ζει, εργάζεται και μοιράζεται την ζωή της μεταξύ Αθήνας, Κέας και Λονδίνου. Είναι απόφοιτος του Έκτου Γυμνασίου Θηλαίων. Διπλωματούχος της Σχολής Κλασσικού χορού Ε. Ζουρούδη. Διπλωματούχος της Επαγγελματικής σχολής Θεάτρου Αθηνών Έχει σπουδάσει στο GROTOWSKI LABORATORIUM στο Βρότσλαβ της Πολωνίας. Τελειόφοιτος του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Σπούδασε στο Open University of London Humanities - Ανθρωπιστικές σπουδές, και συμπλήρωσε την μελέτη της για την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία με την παρακολούθηση: Αθηναϊκή Δημοκρατία, 5ος αιώνας, στο Open University of London. Παράλληλα με το θέατρο και την τέχνη η Μαρία Πανούτσου έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές, «ΚΑΛΕΣΜΑΤΑ», «SALUADER» και «ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΟΝΟΥ ή ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣΑΝΔΡΑ ΑΠΟ ΤΟ CITY» που έχουν εξαντληθεί και ετοιμάζει την έκδοση της νέας ποιητικής συλλογής με τίτλο «Η ΠΟΛΗ». Μελέτησε Ζωγραφική και Αγιογραφία με τον ζωγράφο Δ. Πάλμα, και Κεραμική με τον γλύπτη Ν. Σκλαβενίτη. Ζωγραφίζει από το 1982 και χρησιμοποιεί ποικίλα υλικά για τον σκοπό αυτόν. Δουλεύει τον πηλό κατασκευάζοντας έργα αποκλειστικά με το χέρι και όχι με τον τροχό. Με την Φωτογραφία και τις αρχές της κινηματογραφικής τέχνης, ασχολήθηκε την περίοδο 1980-90 όπου έγινε δεκτή και στο International Film school of London. Επίσης στο θέατρο παρουσιάζει θεατρικές παραγωγές όταν έχει να πει κάτι που την απασχολεί πολύ. Μελετά το ανέβασμα έργου του Σταμάτη Πολενάκη και του κύπριου ποιητή, Ανδρέα Τιμοθέου… Τελευταία θεατρική δουλειά της, 2015 με την παράσταση «Άσπρο Φως Ιστορίες έρωτα και αναρχίας» στο θέατρο Ειλισσός.