Τον Ιούνιο το μεγάλωμα της μέρας μοιάζει με άμπωτη. Σαν να τραβιούνται τα νερά και φαίνονται πράγματα και πρόσωπα που το χειμώνα τα σκέπαζε το σκοτάδι. Στις οκτώ είναι ακόμα μέρα. Σε εκείνες τις ώρες έχουν μαζευτεί όσοι και όσα δεν υπάρχουν πια ανάμεσά μας.

Στο πιο γλυκό κομμάτι της ημέρας στριμώχνονται όλα τα καλά. Η απογευματινή αισιοδοξία του καλοκαιριού είναι ένα από τα πιο όμορφα παραμύθια που μπορώ να ζω. Εκείνες τις ώρες επιδιώκω και το ξεμπέρδεμα κουβαριών που το χειμώνα φτιάχνουν θηλιές. Πως θα ήταν όλα αν συνέχιζαν το δρόμο τους κάποιοι άνθρωποι; Πως θα ήταν η πολιτική με τον Παναγούλη, πως θα ήταν το τραγούδι μας με τον Λοϊζο, τι στιχάκια θα σκαρφιζόταν ο Άσιμος; Ακόμη τι μπάλα θα μπορούσε να παίξει εκείνο το φοβερό δεκάρι του Παναθηναϊκού, ο Γεωργακόπουλος, αν δεν τον ανάγκαζαν να τα παρατήσει από τα είκοσι έξι του; Πού θα έκλεινα κι εγώ την πορεία μου αν γινόμουν αυτό που πραγματικά ήθελα – δεξί χαφ;

Μετά, θυμάμαι τον γερο- Σάρτρ και καταλαβαίνω πως η αδικία είναι μονάχα μέσα στο μυαλό μου. Ο Ζαν Πωλ είχε πει ότι δεν υπάρχουν «αν». Ο καθένας έκανε αυτό που μπορούσε να κάνει. Δε διακόπηκε βίαια ο δρόμος του. Τόσο είχαν. Ολοκλήρωσαν.

‘Οχι μόνο μπορούμε και χωρίς αυτούς, αλλά μπορούμε καλύτερα κιόλας. Όποιος τους αγάπησε καταλαβαίνει ότι αυτό δεν είναι ούτε βλαστήμια ούτε έπαρση. Όμως όλα αυτά λίγο με βοήθησαν και ακόμη λιγότερο θα με βοηθήσουν στο μέλλον. Είκοσι καλά τραγούδια και δύο καλά λόγια δεχν έχουν να κάνουν τίποτα με τον τρόπο που χωρίζω. Ούτε με τον τρόπο που αγαπάω.

Αυτό που νιώθουν ορισμένοι άνθρωποι κλαίγοντας είναι το ίδιο που νιώθουν κάποιοι άλλοι όταν ρεύονται. Και τούμπαλιν. Σε ελάχιστα σημεία πιανόμαστε. Ίσως φταίει το ότι έχουμε όλοι μεταξύ μας διαφορά χρόνου. Διαφορά φάσης. Ποτέ δε συγχρονίστηκαν απόλυτα δύο άνθρωποι. Αν το κατάφεραν, θα κατακτούσαν όλον τον κόσμο.

Έρχεται λοιπόν η ζέστη και τι φως του απογεύματος και μου δημιουργούν ένα vertigo συναισθήματος. Θα φάω τα μούτρα μου προσπαθώντας να περάσω μέσα από τα μάτια της, γιατί κάποτε της είπα ότι μέσα στα μάτια της είναι όλος ο κόσμος. Θα σκοτωθούμε κι οι δύο. Έτσι είναι. Όταν πας να αποδείξεις όλες τις μαλακίες που έχεις πει, το πληρώνεις.

Σκέφτομαι ότι χρωστάω σε όλα τα μαγαζιά που ψώνιζα λογάκια. Κάτι γριές γυναίκες και κάτι παππούδες μού τα πουλούσαν σαν να θέλουν να τα ξεφορτωθούν. «Η πείρα είναι σαν τα ρούχα», μου έλεγαν. « Όταν γερνάς δε χρειάζεσαι πολλά. Τζάμπα τα μάζευες. Δεν μας πιστεύεις ε;» Τους πιστεύω αλλά αγοράζω ακόμη.

Μετά αρχίζει να πορτοκαλίζει ο ήλιος. Εκατομμύρια άνθρωποι σε εκατομμύρια μπαλκόνια χαζεύουμε το μεγάλο ζουμερό πορτοκάλι. Όταν ήμουν είκοσι χρονών, ήμουν σίγουρος πως μέχρι τα τριάντα θα τα είχα τακτοποιήσει όλα. Τουλάχιστον ένα πορτοκάλι θα μπορούσα να το έχω, όταν το θέλω. Δεν κατάλαβα το χρησμό.

 

Ιούνιος 1996.


ΚΕΡΜΑΤΑ | ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ | ΙΑΝΟΣ 2004
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΠοτέ ξανά, Χρίστος Λάσκαρης
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας αλλά και από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Κατέχει πιστοποίηση στο σύστημα γραφής Braille και παρακολουθεί σεμινάρια στον τομέα της Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας. Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία και το ραδιόφωνο. Η πρώτη της φωτογραφική έκθεση είχε θέμα το νησί της Φολεγάνδρου και παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη το 2017. Έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις και έργα της εκτίθενται στην «Ολυμπιακή Δημοτική Πινακοθήκη Σπύρος Λούης» στο Μαρούσι στα πλαίσια της εκδήλωσης «2ο Φεστιβάλ Εικόνας Τέχνης και Πολιτισμού» για το 2017. Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τους περίπατους, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του ελληνικού καφέ από την κούπα της μαμάς της. Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την πηγαία ευγένεια, τις ευχές, τις πράξεις που έχουν ένα τεκμήριο αγάπης μέσα τους, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό, τα βλέμματα που δεν έχουν ανάγκη από φίλτρα φωτογραφικά για να δείξουν την λάμψη τους. Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει -πια- πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια... Πιστεύει… στο Αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων. Αισθάνεται… Ευγνωμοσύνη, Εμπιστοσύνη, Ελευθερία… Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή… Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό.