Η Εμπιστοσύνη, Μάνος Λαμπράκης

Η εμπιστοσύνη δεν είναι μια λέξη.

Είναι ένας τόπος.

Ένας εσωτερικός τόπος όπου ο άνθρωπος αφήνεται χωρίς να φοβάται ότι θα πληγωθεί. Εκεί όπου το βλέμμα του άλλου δεν σε διαπερνά σαν απειλή, αλλά σε κρατά σαν βεβαιότητα. Εκεί όπου δεν χρειάζεται να φυλάς τον εαυτό σου.

Και ύστερα, κάτι ραγίζει.

Δεν είναι πάντοτε μια μεγάλη προδοσία. Δεν είναι πάντοτε μια κραυγή. Συχνά είναι κάτι πιο ανεπαίσθητο, πιο υπόγειο. Μια στιγμή που νιώθεις ότι ο άλλος δεν σε κράτησε. Ότι δεν σε προστάτευσε. Ότι σε άφησε εκτεθειμένο εκεί που πίστευες πως ήσουν ασφαλής. Και τότε η εμπιστοσύνη δεν σπάει σαν γυαλί… μην γελιόμαστε…αποσύρεται.

Κλείνει.

Συστέλλεται μέσα σου.

Από εκείνη τη στιγμή, η σχέση δεν είναι πια η ίδια, ακόμη κι αν συνεχίζει.

Μιλάτε. Βλέπεστε. Αγγίζεστε. Συνυπάρχετε.

Αλλά κάτι μέσα σου έχει αλλάξει θέση. Ένα εσωτερικό βήμα έχει ήδη γίνει προς τα πίσω.

Η εμπιστοσύνη, όταν τραυματιστεί, δεν αφήνει μόνο θυμό. Αφήνει κυρίως μια λεπτή μορφή πένθους. Πενθείς όχι απλώς τον άλλον, αλλά το σημείο μέσα σου που μπορούσε να παραδοθεί χωρίς επιφυλάξεις. Πενθείς εκείνη την εσωτερική αθωότητα που σου επέτρεπε να ακουμπάς χωρίς δεύτερη σκέψη.

Και τότε γεννιέται η απόσταση.

Όχι η θεαματική. Η σιωπηλή.

Αρχίζεις να μιλάς λιγότερο για όσα πονάνε.

Να δείχνεις λιγότερο τον εαυτό σου.

Να προσέχεις.

Να συγκρατείσαι.

Να μην αφήνεσαι όπως πριν.

Αυτό είναι το πιο δύσκολο σημείο: η ζωή συνεχίζεται, αλλά ο δεσμός έχει ήδη μετατοπιστεί.

Γιατί η εμπιστοσύνη δεν είναι απλώς μια συμφωνία μεταξύ δύο ανθρώπων. Είναι μια βαθιά ψυχική επένδυση. Ένα άνοιγμα που προϋποθέτει ότι ο άλλος θα σε κρατήσει χωρίς να σε καταστρέψει. Ότι θα αντέξει την αλήθεια σου χωρίς να τη χρησιμοποιήσει εναντίον σου. Ότι θα σταθεί δίπλα σου χωρίς να σε εκθέσει.

Όταν αυτό τραυματιστεί, κάτι πολύ βαθύτερο ενεργοποιείται. Ένα παλιό, πρωταρχικό άγχος εγκατάλειψης. Μια εσωτερική μνήμη που δεν είναι πάντοτε συνειδητή, αλλά υπάρχει. Και τότε η πληγή δεν αφορά μόνο το παρόν. Ανοίγει κάτι πιο αρχαίο μέσα μας. Κάτι που λέει: «δεν είμαι πια ασφαλής».

Κι έτσι αρχίζει η συστολή.

Όχι από εκδίκηση.

Από ανάγκη να προστατευθείς.

Κι εκεί, μέσα σε αυτή τη σιωπηλή μετατόπιση, γεννιέται το μεγάλο ερώτημα:

Αποκαθίσταται αλήθεια ποτέ η εμπιστοσύνη;

Η αλήθεια δεν είναι εύκολη.

Δεν επιστρέφει όπως ήταν.

Δεν ξαναγίνεται αθώα.

Αν αποκατασταθεί, θα είναι κάτι άλλο. Θα είναι μια δεύτερη μορφή εμπιστοσύνης. Πιο προσεκτική. Πιο ώριμη. Πιο ευάλωτη. Μια εμπιστοσύνη που ξέρει πια ότι μπορεί να πληγωθεί και γι’ αυτό βαδίζει πιο αργά, πιο συνειδητά.

Για να χτιστεί ξανά, δεν αρκεί η συγγνώμη.

Χρειάζεται χρόνος.

Χρειάζεται επανάληψη πράξεων.

Χρειάζεται ο άλλος να αντέξει να μείνει παρών μέσα στην καχυποψία, μέσα στην απόσταση, μέσα στη σιωπή που ο ίδιος προκάλεσε.

Και χρειάζεται κάτι ακόμη πιο δύσκολο:

εκείνος που πληγώθηκε να θελήσει να ανοίξει ξανά.

Αυτό είναι το πιο βαθύ ρίσκο.

Γιατί σημαίνει να παραδοθείς ξανά εκεί όπου κάποτε πληγώθηκες. Να εμπιστευθείς ξανά το ίδιο χέρι που δεν σε κράτησε. Να αφήσεις τον εαυτό σου να πιστέψει, ενώ μέσα σου υπάρχει ακόμη η μνήμη της πτώσης.

Δεν μπορούν όλοι να το κάνουν.

Και δεν αποκαθίστανται όλες οι σχέσεις.

Υπάρχουν δεσμοί που συνεχίζουν να υπάρχουν, αλλά χωρίς το ίδιο βάθος.

Σαν να κατοικούνται, αλλά χωρίς να θερμαίνουν.

Σαν να είναι ακόμη εκεί, αλλά να μην προσφέρουν πια ανάπαυση. Σαν να έμειναν, αλλά κάτι ουσιαστικό να έχει φύγει.

Και αυτό είναι ένα άλλο είδος πένθους.

Το πένθος για κάτι που δεν τελείωσε, αλλά δεν είναι πια ζωντανό όπως πριν.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη συνθήκη, υπάρχει και μια άλλη δυνατότητα. Όχι ως ηθική επιταγή, αλλά ως υπαρξιακή κίνηση. Η συγχώρεση όχι ως λήθη, αλλά ως εσωτερική απόφαση να μην αφήσεις το τραύμα να γίνει ο μόνος τρόπος να βλέπεις τον άλλον.

Αυτή η κίνηση δεν είναι εύκολη. Δεν είναι ψυχολογική τεχνική. Είναι μια εσωτερική εργασία βαθιά. Μια αργή μετακίνηση από τον πόνο προς μια νέα μορφή σχέσης. Όχι την ίδια, αλλά μια άλλη. Πιο ταπεινή. Πιο συνειδητή. Πιο αληθινή.

Είναι σαν να περνά μια σχέση μέσα από μια νύχτα.

Μια νύχτα όπου τίποτα δεν είναι βέβαιο.

Όπου ο άνθρωπος μένει μόνος με την αγωνία του και περιμένει να δει αν θα ξημερώσει.

Και δεν ξέρει αν θα ξημερώσει.

Αυτό είναι το πιο κρίσιμο σημείο του δεσμού: η εμπιστοσύνη δεν είναι δεδομένη.

Είναι ένα ρίσκο που ανανεώνεται. Ένα ρίσκο που παίρνουμε ξανά και ξανά, κάθε φορά που αφήνουμε τον εαυτό μας να υπάρξει μπροστά στον άλλον χωρίς άμυνα.

Όταν αποκαθίσταται, δεν είναι επιστροφή.

Είναι μια μορφή δεύτερης γέννησης.

Μια σχέση που ξέρει πια τη δυνατότητα της πτώσης και γι’ αυτό κρατιέται πιο προσεκτικά, πιο σιωπηλά.

Και κάπου εκεί, στο βάθος, χωρίς να επιβάλλεται, χωρίς να ονομάζεται, αναδύεται εκείνη η παλιά, βαθιά κίνηση της ανθρώπινης ύπαρξης: η δυνατότητα να περάσεις μέσα από τη ρωγμή και να μη διαλυθείς.

Να σταθείς μέσα στο τραύμα και να μη χαθείς.

Να επιμείνεις στον δεσμό ακόμη κι όταν όλα μέσα σου λένε να αποσυρθείς.

Σαν μια αόρατη πορεία μέσα από τη νύχτα προς κάτι που δεν φαίνεται ακόμη.

Σαν μια αναμονή.

Σαν μια σιωπηλή παραμονή.

Και εκεί, μέσα σε αυτή τη βαθιά εργασία του δεσμού, κρύβεται η πιο μυστική τελεολογία της αγάπης: όχι να μένει άθικτη, αλλά να μεταμορφώνεται.

Όχι να μη ραγίζει ποτέ, αλλά να βρίσκει τρόπο να ξανασταθεί. Όχι να ξεχνά, αλλά να περνά μέσα από τον πόνο και να βγαίνει, αν βγει, πιο αληθινή από πριν.

 

 


*Η Εμπιστοσύνη, Μάνος Λαμπράκης
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΈβλεπα, Γιώργος Οικονόμου
Επόμενο άρθροΔεν είναι ωραίο…
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας αλλά και από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία. Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του καφέ. Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την ευγένεια, τις ευχές, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό. Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει -πια- πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια... Πιστεύει… στο Αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων. Αισθάνεται… Ευγνωμοσύνη, Εμπιστοσύνη, Ελευθερία… Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή… Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό.