Πρόωρη μοναξιά, Μάνος Λαμπράκης

Αυτό που με φοβίζει όλο και περισσότερο δεν είναι απλώς η μοναξιά.

Είναι η πρόωρη μοναξιά.

Είναι το ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι, και κυρίως πολλές γυναίκες, αλλά βεβαίως και άντρες, αποσύρονται από τον δεσμό πολύ πριν φτάσουν σε εκείνη την ηλικία όπου κανείς θα έλεγε ότι η ζωή έχει ήδη μοιράσει τα χαρτιά της.

Σαν να προηγείται πια η παραίτηση της βιογραφίας.

Σαν να κουράζεται η ψυχή πριν από το σώμα.

 

Και αυτό δεν είναι μια μικρή μεταβολή ηθών. Είναι μια βαθιά ανθρωπολογική μετατόπιση. Άλλο είναι να ζει κανείς μόνος ως μορφή ελευθερίας και άλλο να συνηθίζει τη μοναξιά ως μορφή άμυνας.

Άλλο να έχει κατακτήσει μια ώριμη αυτάρκεια και άλλο να έχει αποσυρθεί, τραυματισμένος, από την ίδια τη δυνατότητα να ελπίζει στον άλλον.

 

Εκεί βρίσκεται, νομίζω, η κρυφή τραγωδία της εποχής.

Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν πια έρωτες, συναντήσεις, νύχτες, συνομιλίες, ψηφιακές προσεγγίσεις, σώματα που ανάβουν και σώματα που ζητούν. Όλα αυτά υπάρχουν.

Ίσως περισσότερο από ποτέ. Αυτό που υποχώρησε είναι η πίστη ότι η συνάντηση μπορεί να λάβει μορφή διάρκειας χωρίς να μεταβληθεί σε τόπο φθοράς.

 

Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν φοβάται μόνο μήπως δεν αγαπηθεί.

Φοβάται μήπως, αγαπώντας, απορρυθμιστεί οριστικά. Φοβάται μήπως κάθε παράδοση του εαυτού αποδειχθεί μια ακόμη σπατάλη της ψυχής.

Και έτσι η επιθυμία δεν εκλείπει.

Αμύνεται.

 

Στις γυναίκες αυτό παίρνει συχνά μια μορφή που εμένα προσωπικά με συνταράσσει. Γιατί δεν πρόκειται μόνο για απογοήτευση από μεμονωμένους άντρες. Πρόκειται για μια σωρευτική εμπειρία ψυχικής ανισότητας. Πολλές γυναίκες μεγάλωσαν με την υπόσχεση ότι η αγάπη θα είναι χώρος αμοιβαιότητας, αλλά βρέθηκαν ξανά και ξανά να σηκώνουν μόνες τους το ψυχικό φορτίο της σχέσης.

 

Να εξηγούν, να αντέχουν, να περιμένουν, να θεραπεύουν, να μεταφράζουν τη σιωπή του άλλου, να αντέχουν την ανωριμότητά του, να δικαιολογούν την αναποφασιστικότητά του, να πληρώνουν συναισθηματικά για την αδυναμία του να κατοικήσει την ίδια του την επιθυμία.

 

Και μετά από αλλεπάλληλες ματαιώσεις, κάτι μέσα τους κλείνει.

Όχι επειδή έπαψαν να ποθούν, αλλά επειδή έπαψαν να πιστεύουν ότι η επιθυμία αξίζει το τίμημα της εξάντλησης.

Δεν απορρίπτουν τον έρωτα. Απορρίπτουν τη μορφή ταπείνωσης που συχνά τους προσφέρθηκε αντί για έρωτα.

Και τότε η μοναξιά τους δεν είναι πάντοτε επιλογή με την ηρωική έννοια που της αποδίδεται.

 

Δεν είναι πάντα αυτονομία. Πολύ συχνά είναι μια πένθιμη αυτοπροστασία.

Μια απόφαση που λέει: καλύτερα η σιωπή μου παρά άλλη μια διάψευση της αξίας μου. Καλύτερα να αντέξω μόνη μου το βάρος της καθημερινότητας παρά να το μοιράζομαι με κάποιον που θα βαφτίζει τη φυγή του ελευθερία, την αδυναμία του αυθεντικότητα, την ψυχική του ανεπάρκεια πολυπλοκότητα. Αυτό το κλείσιμο δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι η στιγμή κατά την οποία μια γυναίκα παύει να φαντάζεται τον εαυτό της μέσα σε έναν μελλοντικό κοινό βίο. Δεν θρηνεί μόνο έναν άνθρωπο. Θρηνεί τη δυνατότητα μιας μορφής ζωής.

 

Οι άντρες, βέβαια, πάσχουν αλλιώς.

Πάσχουν συχνά μέσα σε μια βαθιά αδυναμία συμβολικής επεξεργασίας του φόβου τους. Πολλοί άντρες μεγάλωσαν χωρίς πραγματική παιδεία εξάρτησης. Έμαθαν να θέλουν, αλλά όχι να μένουν.

Έμαθαν να διεκδικούν, αλλά όχι να εκτίθενται.

Έμαθαν να επιθυμούν το σώμα του άλλου, αλλά όχι να αντέχουν την απαίτηση της αλήθειας που φέρει κάθε αληθινός δεσμός. Έτσι, όταν η σχέση παύει να είναι καθρέφτης ναρκισσιστικής επιβεβαίωσης και γίνεται χώρος όπου πρέπει να αποκαλυφθούν ελλείψεις, τρωτά σημεία, ανεπάρκειες, παιδικά τραύματα, αμφιθυμίες, τότε πολλοί άντρες πανικοβάλλονται.

Υποχωρούν.

Ακυρώνουν.

Καθυστερούν.

Γίνονται απόντες την ακριβώς κρίσιμη στιγμή. Όχι επειδή δεν νιώθουν, αλλά επειδή αυτό που νιώθουν τους ξεπερνά.

Και επειδή δεν έχουν γλώσσα να το πουν, το καταστρέφουν.

 

Είναι τραγικό, γιατί και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος δεν φτάνει στη μοναξιά του ως σε μια ώριμη σύνθεση, αλλά ως σε ένα αμυντικό κατάλοιπο επαναλαμβανόμενων ματαιώσεων.

Σαν να έχει προηγηθεί μια κόπωση της εμπιστοσύνης.

Σαν να έχει διαμορφωθεί μέσα του η βεβαιότητα ότι κάθε δεσμός, αργά ή γρήγορα, θα αποβεί εις βάρος του πιο ευάλωτου πυρήνα του.

Έτσι οι απορρίψεις παύουν να είναι περιστατικά και γίνονται καθεστώς.

Δεν λέει πια ο άνθρωπος «αυτός ο συγκεκριμένος άλλος με πλήγωσε». Λέει, βαθύτερα: «ο άλλος ως τέτοιος δεν είναι ασφαλής τόπος για μένα».

 

Και από εκεί και πέρα η ψυχική ιστορία αλλάζει.

Δεν προστατεύεται κανείς μόνο από τον πόνο.

Προστατεύεται και από την ελπίδα.

Και όταν το υποκείμενο αρχίσει να προφυλάσσεται από την ίδια του την ελπίδα, τότε μπαίνουμε σε μια μορφή εσωτερικού χειμώνα.

 

Τα τελευταία χρόνια βλέπω να απλώνεται όλο και περισσότερο. Και με ανησυχεί όχι μόνο για το παρόν, αλλά και για το τέλος της ζωής.

Γιατί τι σημαίνει να γερνά κανείς μόνος;

Δεν σημαίνει απλώς ότι δεν έχει έναν άνθρωπο να του ψωνίσει, να τον πάει στον γιατρό, να τον επισκεφθεί στο νοσοκομείο, να του κρατήσει το χέρι στο τέλος. Σημαίνει κάτι ίσως ακόμη πιο φοβερό: ότι κινδυνεύει να φτάσει στο τέλος χωρίς μάρτυρα.

Χωρίς εκείνον που να ξέρει την ιστορία του σώματός του, τις φράσεις που επαναλαμβάνει όταν πονά, τις σιωπές του, τους φόβους του, τις γελοιότητες και τα θαύματά του.

Να φτάσει στο τέλος χωρίς εκείνον που να μπορεί να πει: ναι, σε θυμάμαι ολόκληρο, όχι μόνο όπως είσαι τώρα, αλλά όπως υπήρξες, όπως αγάπησες, όπως έπεσες, όπως άντεξες.

 

Γιατί ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη μόνο από φροντίδα.

Έχει ανάγκη από μαρτυρία.

Από μια άλλη συνείδηση που να τον συγκρατεί από τη διάλυση.

Γι’ αυτό και η σκέψη των γηροκομείων, των ιδρυμάτων, της μαζικής διαχείρισης της τρίτης ηλικίας, μου προκαλεί κάτι περισσότερο από ανησυχία.

Μου προκαλεί σχεδόν υπαρξιακό ίλιγγο, γιατί φοβάμαι μήπως εκεί, σε αυτούς τους χώρους, συγκεντρωθεί στο μέλλον όχι απλώς μια βιολογική φθορά, αλλά το ίζημα μιας ολόκληρης εποχής συναισθηματικής παραίτησης.

 

Μήπως τα γηροκομεία δεν γίνουν απλώς χώροι περίθαλψης, αλλά τα σιωπηλά μουσεία μιας κοινωνίας που δεν μπόρεσε να προστατεύσει τον δεσμό.

Μήπως αναγκαστούμε να οργανώσουμε εκείνο που αποτύχαμε να καλλιεργήσουμε ανθρώπινα.

Μήπως δηλαδή η συλλογική φροντίδα έρθει πολύ αργά, όταν θα έχει ήδη καταρρεύσει η πρωτογενής μορφή φροντίδας, που είναι ο δεσμός.

 

Δεν ονειρεύομαι επιστροφή σε εποχές όπου οι άνθρωποι έμεναν μαζί από υποχρέωση, από φόβο κοινωνικής έκθεσης, από οικονομική εξάρτηση, από πατριαρχική βία, από έλλειψη διεξόδου.

Όχι.

Δεν είναι αυτό το αίτημα.

Το αίτημα είναι άλλο: πώς μπορεί ο άνθρωπος να ξαναβρεί μια σχέση ανάμεσα στην επιθυμία και στη διάρκεια, ανάμεσα στην ελευθερία και στην ευθύνη, ανάμεσα στην αλήθεια του εαυτού και στη δυνατότητα του να ανήκει χωρίς να ακυρώνεται.

 

Σήμερα έχουμε ίσως περισσότερη ελευθερία να φύγουμε, αλλά πολύ λιγότερη παιδεία να μείνουμε. Και χωρίς την τέχνη του να μένεις, κάθε ελευθερία κινδυνεύει να γίνει απλώς επιταχυνόμενη εναλλαγή απωλειών.

 

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, μήπως το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι η μοναξιά καθαυτή, αλλά η κατάρρευση της ερωτικής πίστης.

Η δυσκολία να πιστέψει κανείς ότι μπορεί να δοθεί χωρίς να λεηλατηθεί.

Ότι μπορεί να αγαπηθεί χωρίς να χρησιμοποιηθεί.

Ότι μπορεί να στηριχθεί χωρίς να εξευτελιστεί.

Ότι ο άλλος δεν είναι μόνο πηγή συγκίνησης, αλλά και τόπος κατοίκησης.

 

Επειδή ακριβώς αυτό λείπει, πολλοί άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν σαν να μη χρειάζονται κανέναν, ενώ στην πραγματικότητα διψούν απελπισμένα για έναν δεσμό που να μη θυμίζει αγώνα επιβίωσης. Γίνονται αυτάρκεις από απελπισία.

Γίνονται λειτουργικοί από άμυνα. Γίνονται ψυχικά αυτάρκεις μόνο και μόνο επειδή φοβούνται ότι η έκφραση της ανάγκης τους θα συναντήσει ξανά χλεύη, αδιαφορία ή εξαφάνιση.

 

Αυτό λοιπόν είναι το πιο τραγικό γνώρισμα του καιρού μας: όχι ότι οι άνθρωποι δεν αγαπούν, αλλά ότι δεν περιμένουν πια πολλά από την αγάπη. Την πλησιάζουν με καχυποψία, με εφεδρείες, με μισή πίστη, με μισό σώμα, με μισή γλώσσα. Και ό,τι δίνεται μισό, σπάνια μπορεί να γεννήσει διάρκεια.

 

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η παλιά απογοήτευση γεννά νέα άμυνα, η άμυνα παράγει ψυχρότητα, η ψυχρότητα ματαιώνει τον δεσμό, η ματαίωση επιβεβαιώνει τον φόβο.

Και τελικά το υποκείμενο λέει: να, είχα δίκιο να μην εμπιστεύομαι.

Ενώ στην πραγματικότητα δεν έζησε ποτέ έναν δεσμό αρκετά ασφαλή ώστε να διαψεύσει τον φόβο του.

 

Μήπως οι άνθρωποι φτάνουν στο τέλος όχι επειδή έζησαν και έχασαν, αλλά επειδή έπαψαν νωρίς να περιμένουν;

Μήπως η μεγάλη ασθένεια της εποχής δεν είναι η αποτυχία του έρωτα, αλλά η προληπτική παραίτηση από αυτόν;

Τότε ο άνθρωπος δεν σώζεται ούτε από την αυτάρκεια, ούτε από την αυτονομία, ούτε από την επιφάνεια των επαφών.

Γιατί βαθιά μέσα του εξακολουθεί να θέλει εκείνο που πάντα ήθελε: έναν άλλον που να μην τον καταναλώνει, αλλά να τον χωρά.

Έναν άλλον που να μην τον ακυρώνει, αλλά να τον ονομάζει.

Έναν άλλον που να μπορεί να μείνει.

 

Μπορούμε ακόμη να ξαναμάθουμε τον δεσμό όχι ως τόπο ασφυξίας, αλλά ως τόπο αλήθειας;

Όχι ως απώλεια του εαυτού, αλλά ως βαθύτερη εύρεσή του;

Όχι ως απειλή, αλλά ως πατρίδα. Γιατί, αν δεν το ξαναμάθουμε, τότε πράγματι το μέλλον δεν θα είναι μόνο γεμάτο μοναχικά σπίτια και υπερφορτωμένες δομές φροντίδας.

Θα είναι γεμάτο ανθρώπους που έζησαν πολύ, αλλά περίμεναν λίγο.

 

 


*Πρόωρη μοναξιά, Μάνος Λαμπράκης
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΠρόκες στα σύννεφα, Γιάννης Κοντός
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας αλλά και από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία. Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του καφέ. Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την ευγένεια, τις ευχές, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό. Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει -πια- πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια... Πιστεύει… στο Αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων. Αισθάνεται… Ευγνωμοσύνη, Εμπιστοσύνη, Ελευθερία… Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή… Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό.