Η παθητική κακοποίηση είναι επίσης κακοποίηση.
Και ίσως είναι η πιο επικίνδυνη απ’ όλες, γιατί δεν αναγνωρίζεται εύκολα, ούτε καν από αυτόν που τη βιώνει.
Δεν έχει σκηνές.
Δεν έχει εκρήξεις.
Δεν έχει μάρτυρες.
Έχει καθημερινότητα. Έχει σιωπή. Έχει εκείνο το αδιόρατο «κάτι δεν πάει καλά» που σε ξυπνά τη νύχτα χωρίς να μπορείς να το πεις σε λέξεις.
Η παθητική κακοποίηση δεν σου επιτίθεται. Σε αποσύρει από τον εαυτό σου.
Δεν σου λέει «είσαι άχρηστη».
Σου φέρεται σαν να μην αξίζει να απαντηθείς.
Δεν σου λέει «είσαι υπερβολική».
Σου δείχνει ότι το συναίσθημά σου δεν έχει χώρο.
Δεν σου λέει «δεν με νοιάζεις».
Απλώς δεν είναι ποτέ εκεί όταν χρειάζεσαι κάποιον.
Πολλές γυναίκες έχουν μάθει να διαβάζουν τα μη λεγόμενα.
Να πιάνουν τον τόνο, τη σιωπή, την απόσταση.
Να «καταλαβαίνουν» χωρίς να τους εξηγούν. Κι έτσι, η παθητική κακοποίηση τις παγιδεύει πιο βαθιά: επειδή δεν έρχεται σαν χτύπημα, έρχεται σαν σταδιακή διάβρωση της αυτοαντίληψης.
Η παθητική κακοποίηση είναι το βλέμμα που δεν σηκώνεται όταν μιλάς.
Είναι η συζήτηση που τελειώνει πάντα πριν φτάσει στο ουσιώδες.
Είναι το «άσε τώρα», το «θα το δούμε», το «μην τα παίρνεις όλα τόσο βαριά».
Είναι το σώμα που αποσύρεται, όχι επειδή δεν θέλει πια, αλλά επειδή δεν αντέχει να σχετιστεί.
Και κάπου εκεί αρχίζει το πιο βαθύ τραύμα: η γυναίκα αρχίζει να αμφιβάλλει για την ίδια της την επιθυμία.
Να τη μαζεύει.
Να τη λειαίνει.
Να τη μεταφράζει σε «λογικό αίτημα».
Να ζητά λιγότερα για να μη θεωρηθεί δύσκολη.
Να σωπαίνει για να μη διαλύσει την ισορροπία.
Να αντέχει για να μη χαλάσει τη σχέση.
Αλλά η σχέση που κρατιέται με την αυτοακύρωση δεν είναι σχέση. Είναι αργή εξαφάνιση.
Η παθητική κακοποίηση δεν είναι έλλειψη αγάπης. Είναι φόβος της αγάπης. Φόβος της εγγύτητας. Φόβος του αιτήματος. Φόβος του «θέλω» του άλλου, γιατί αυτό το «θέλω» απαιτεί απάντηση, θέση, ευθύνη. Κι όποιος δεν αντέχει την ευθύνη, επιλέγει τη σιωπή. Όχι ως ειρήνη, αλλά ως άμυνα.
Γιατί η σιωπή μπορεί να λειτουργήσει σαν το πιο αποτελεσματικό όπλο εξουσίας: δεν επιτίθεται, δεν εκτίθεται, δεν κατηγορείται εύκολα. Κι όμως, αφήνει πίσω της έναν άνθρωπο που αναρωτιέται αν είναι τρελός που πονάει. Αν είναι υπερβολικός που ζητά επαφή. Αν είναι αχάριστος που δεν του αρκεί «ό, τι υπάρχει».
Οι γυναίκες το κουβαλούν αυτό βαθιά. Γιατί συχνά μεγάλωσαν με την ιδέα ότι η αγάπη θέλει υπομονή. Ότι η σχέση θέλει θυσία. Ότι η γυναίκα είναι αυτή που «κρατά». Και έτσι, η παθητική κακοποίηση μεταμφιέζεται σε ωριμότητα: «μην πιέζεις», «μην απαιτείς», «δώσε χρόνο». Μέχρι που ο χρόνος περνά και εκείνη δεν υπάρχει πια μέσα στη σχέση.
Και εδώ είναι το σημείο-καθρέφτης:
Δεν πονάς επειδή δεν σε αγαπούν αρκετά.
Πονάς επειδή δεν σε συναντούν.
Η παθητική κακοποίηση είναι άρνηση συνάντησης.
Είναι η απόσυρση από το πρόσωπο του άλλου.
Είναι το «δεν μπαίνω στον κόπο να σε καταλάβω».
Και αυτό είναι βαθιά αποπροσωποποιητικό. Γιατί ο άνθρωπος δεν χρειάζεται μόνο να συνυπάρχει. Χρειάζεται να αναγνωρίζεται.
Αυτή η μορφή κακοποίησης μοιάζει με πνευματική αμέλεια. Όχι με την έννοια της ενοχής, αλλά της εγκατάλειψης της σχέσης ως τόπου ζωής. Σαν να λες: «δεν θα μπω στον κόπο να αγαπήσω μέχρι τέλους». Κι όμως, η αγάπη όταν είναι αληθινή, πάντα κοστίζει. Πάντα ζητά να κατέβεις από την αυτάρκειά σου.
Η έξοδος από την παθητική κακοποίηση δεν είναι εύκολη. Γιατί δεν έχεις από τι να φύγεις φανερά. Έχεις μόνο ένα εσωτερικό αίσθημα ασφυξίας. Αλλά εκεί ακριβώς αρχίζει η σωτηρία: όταν εμπιστεύεσαι αυτό το αίσθημα. Όταν λες «δεν είναι φυσιολογικό να μικραίνω για να αντέχεται η σχέση». Όταν καταλαβαίνεις ότι δεν είναι αγάπη να μην πονάς είναι αγάπη να σε βλέπουν.
*Η παθητική κακοποίηση, Μάνος Λαμπράκης
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας αλλά και από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία.
Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του καφέ.
Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την ευγένεια, τις ευχές, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό.
Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει -πια- πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια…
Πιστεύει… στο Αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων.
Αισθάνεται… Ευγνωμοσύνη, Εμπιστοσύνη, Ελευθερία…
Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή…
Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό.












