Γινόμαστε αυτό που νιώθουμε -και κυρίως αυτό που νιώθουμε μαζί με τους άλλους, Δρ. Κωνσταντίνος Κορμάς

Γινόμαστε αυτό που νιώθουμε — και κυρίως αυτό που νιώθουμε μαζί με τους άλλους.

Του Δρ. Κωνσταντίνου Κορμά

 

Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ίσως το πιο ισχυρό πεδίο στο οποίο διαμορφώνονται η ταυτότητα και η εμπειρία του εαυτού. Παρότι συχνά τις αντιλαμβανόμαστε ως μόνο“συναισθηματικές” ή “ψυχολογικές”, η σύγχρονη νευροεπιστήμη αποκαλύπτει ότι οι σχέσεις είναι και βαθιά βιολογικές: ενεργοποιούν κυκλώματα του εγκεφάλου, αλλάζουν τη χημεία του σώματος και τροποποιούν δομικά τις νευρωνικές συνδέσεις. Με άλλα λόγια, δεν ζούμε απλώς τις σχέσεις, οι σχέσεις μάς “ξαναγράφουν”.

Στο κέντρο αυτής της διαδικασίας βρίσκεται η αμυγδαλή, μια μικρή αλλά εξαιρετικά ισχυρή δομή του εγκεφάλου που αξιολογεί ακαριαία τα συναισθηματικά σήματα: το βλέμμα ενός άλλου, τον τόνο της φωνής του, την έκφραση του προσώπου του. Μέσα σε λιγότερο από 200 χιλιοστά του δευτερολέπτου μπορεί να κρίνει αν ένας άνθρωπος είναι ασφαλής, επικίνδυνος, οικείος ή απειλητικός. Πρόκειται για μια προ-λογική αντίδραση που ενεργοποιείται πριν ακόμη συνειδητοποιήσουμε και ερμηνεύσουμε τι νιώθουμε και γιατί. Έτσι, οι πρώτες εντυπώσεις δεν είναι απλώς κοινωνικό φαινόμενο, αλλά νευρωνικό αντανακλαστικό.

Εξίσου καθοριστικός είναι ο προμετωπιαίος λοβός, η “επιτελική” περιοχή του εγκεφάλου που επιτρέπει τη ρύθμιση των συναισθημάτων και την κοινωνική συμπεριφορά. Εδώ λαμβάνονται αποφάσεις, καταστέλλονται παρορμήσεις, αναπτύσσεται η ενσυναίσθηση και χτίζεται η ικανότητα να κατανοούμε τις προθέσεις και τις ανάγκες των άλλων. Η ιστορική περίπτωση του Phineas Gage κατέδειξε πόσο κρίσιμος είναι για τον κοινωνικό μας χαρακτήρα: όταν ο μετωπιαίος λοβός του τραυματίστηκε, ο Gage διατήρησε τη νοητική του ικανότητα αλλά έχασε την ικανότητα να αυτορρυθμίζεται, να σχετίζεται υγιώς και να σταθμίζει συνέπειες. Η συμπεριφορά του άλλαξε ριζικά, αποδεικνύοντας ότι η προσωπικότητα και ο κοινωνικός εαυτός εδράζονται σε συγκεκριμένα νευρωνικά κυκλώματα.

Παράλληλα, οι σωματικοί δείκτες – όπως τους περιέγραψε ο Antonio Damasio – εξηγούν πώς οι σχέσεις αποκτούν διάρκεια μέσα μας. Κάθε σημαντική εμπειρία, είτε τρυφερή είτε οδυνηρή, δημιουργεί ένα βιολογικό “σημάδι”: έναν συνδυασμό σωματικών αντιδράσεων, ορμονικών αλλαγών και νευρωνικής δραστηριότητας που αποθηκεύεται ως μνήμη. Όταν συναντούμε στο παρόν κάποιο στοιχείο που θυμίζει αυτή την εμπειρία, ο εγκέφαλος ενεργοποιεί αυτόματα τον αντίστοιχο δείκτη, οδηγώντας μας στο να νιώσουμε εμπιστοσύνη, έλξη, προσοχή, δυσφορία ή φόβο — συχνά χωρίς να γνωρίζουμε το γιατί. Με αυτόν τον τρόπο, οι σχέσεις του παρελθόντος “χρωματίζουν” τις αντιδράσεις μας στο παρόν.

Ωστόσο, η ιστορία των σχέσεών μας δεν ξεκινά στην ενηλικίωση. Πολύ πριν μπορέσουμε να μιλήσουμε, πριν την αυτοβιογραφική μνήμη ή τη συνειδητή σκέψη, σχηματίζουμε αυτό που η ψυχολογία ονομάζει μοτίβα προσκόλλησης. Τα πρώτα χρόνια της ζωής καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε να συνδεόμαστε. Ένα παιδί με συνεπή και διαθέσιμη φροντίδα αναπτύσσει ασφαλή προσκόλληση: μια βαθιά εγγεγραμμένη βεβαιότητα ότι ο άλλος θα ανταποκριθεί, ότι η ανάγκη δεν είναι επικίνδυνη. Αυτό αντανακλάται νευροβιολογικά σε χαμηλότερη αντιδραστικότητα της αμυγδαλής και σε ενισχυμένες ικανότητες συναισθηματικής ρύθμισης. Αντίθετα, όταν η φροντίδα είναι ασταθής και απρόβλεπτη, ο εγκέφαλος μαθαίνει να είναι σε υπερ-εγρήγορση: δημιουργείται το αγχώδες μοτίβο, όπου η ανάγκη συνδέεται με φόβο εγκατάλειψης και η αμυγδαλή ενεργοποιείται έντονα. Στις περιπτώσεις όπου η φροντίδα είναι ψυχρή ή απορριπτική, ο εγκέφαλος αναπτύσσει αποφευκτικά μοτίβα: μειώνει την πρόσβαση στις συναισθηματικές οδούς και στηρίζεται περισσότερο στην απομάκρυνση μέσω εκλογίκευσης  παρά στη συναισθηματική εγγύτητα. Και όταν ο φροντιστής είναι ταυτόχρονα πηγή ασφάλειας και απειλής, δημιουργείται το αποδιοργανωμένο μοτίβο προσκόλλησης, ένα νευρωνικό δίλημμα όπου το σώμα θέλει να πλησιάσει αλλά το συναίσθημα φοβάται — μοτίβο που αργότερα μεταφράζεται σε ασταθείς, αμφίθυμες σχέσεις.

Αυτά τα μοτίβα δεν είναι “χαρακτήρας”, ούτε μοίρα. Είναι νευρωνικές ρυθμίσεις που προσαρμόζονται στις συνθήκες φροντίδας και συνεχίζουν να ενεργοποιούνται ασυνείδητα στην ενήλικη ζωή. Και εδώ η σχεσιακή ψυχανάλυση προσφέρει ένα κρίσιμο πλαίσιο: ο εαυτός δεν υπάρχει ως κλειστή, εσωτερική οντότητα αλλά ως προϊόν αμοιβαίων σχέσεων, ως κάτι που αναδύεται μέσα στον «μεταξύ χώρο» δύο ανθρώπων. Η νευροεπιστήμη επιβεβαιώνει αυτή τη διορατικότητα: ο εγκέφαλος ωριμάζει κυριολεκτικά μέσα στη σχέση. Η συναισθηματική ρύθμιση είναι πρώτα διαπροσωπική πριν γίνει ενδοπροσωπική· η ικανότητα να διαχειριζόμαστε συναισθήματα προέρχεται από τον τρόπο που κάποτε τα διαχειρίστηκαν μαζί μας. Μια ασφαλής σχέση στην ενήλικη ζωή μπορεί να “ηρεμήσει” την υπερδραστήρια αμυγδαλή, να μετατοπίσει παλιά μοτίβα φόβου προς νέες διαδρομές εμπιστοσύνης και να επαναρυθμίσει βαθιά ριζωμένα κυκλώματα. Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: μια τραυματική σχέση μπορεί να υπεργενικεύσει τα σήματα απειλής και να ενισχύσει τη δυσκολία οικειότητας.

Οι μηχανισμοί αυτοί δείχνουν ότι η ταυτότητα του εαυτού δεν είναι σταθερή. Αντιθέτως, αποτελεί μια δυναμική διαδικασία που μεταβάλλεται διαρκώς υπό την επίδραση των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων. Ο εγκέφαλος είναι εξαιρετικά πλαστικός – οι νευρωνικές συνάψεις ενισχύονται, αποδυναμώνονται ή επανασυνδέονται με βάση τις εμπειρίες και τα συναισθήματα που αυτές προκαλούν. Η στοργή μπορεί να ενισχύσει κυκλώματα ασφάλειας. Η απόρριψη μπορεί να υπεργενικεύσει δίκτυα φόβου. Η εμπιστοσύνη μπορεί να δημιουργήσει νέες νευρωνικές διαδρομές που επιτρέπουν μεγαλύτερη συναισθηματική ανθεκτικότητα. Η μνήμη, η εμπειρία, η ανατροφοδότηση, οι καθημερινές μας συναντήσεις – όλα αυτά συμμετέχουν στη συνεχή διαμόρφωση του ποιοι είμαστε.

Αντιλαμβανόμαστε, έτσι, ότι το συναίσθημα προηγείται συχνά της σκέψης, και πως η ικανότητά μας να σχετιζόμαστε δεν είναι έμφυτη και αμετάβλητη αλλά αποτέλεσμα μάθησης και ρύθμισης. Η δυσκολία στο δέσιμο μπορεί να πηγάζει από υπερδραστηριότητα της αμυγδαλής· η παρορμητικότητα από δυσλειτουργικό προμετωπιαίο έλεγχο· η ανάγκη για οικειότητα από θετικούς σωματικούς δείκτες που ενισχύθηκαν σε ασφαλείς σχέσεις. Οι σχέσεις, με άλλα λόγια, αφήνουν βιολογικά ίχνη που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο — και τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας.

Η νευροεπιστήμη δεν περιορίζει το μυστήριο των ανθρώπινων σχέσεων· το φωτίζει. Μας δείχνει ότι οι άνθρωποι που περνούν από τη ζωή μας δεν μας επηρεάζουν απλώς ψυχολογικά. Μας αλλάζουν κυριολεκτικά. Μετακινούν συνάψεις, ενισχύουν ή αποδυναμώνουν κυκλώματα, χαράζουν μνήμες στο σώμα και στον εγκέφαλο. Κάθε σχέση γίνεται μέρος του νευρωνικού μας χάρτη. Κάθε δεσμός μάς αναδιαμορφώνει. Και κάθε άνθρωπος που αγαπήσαμε — ή φοβηθήκαμε, ή εμπιστευτήκαμε — γίνεται κομμάτι του εαυτού που κουβαλάμε σήμερα.

Ο εαυτός, λοιπόν, δεν είναι μια σταθερή οντότητα αλλά ένα έργο σε εξέλιξη. Ένα νευρωνικό σύστημα που ξαναγράφεται συνεχώς μέσα από τις εμπειρίες και τους ανθρώπους που αγγίζουν τη ζωή μας. Αν κάτι αποκαλύπτει η νευροεπιστήμη, είναι πως  γινόμαστε αυτό που νιώθουμε και κυρίως αυτό που νιώθουμε μαζί με τους άλλους.

 

 

 


*Δρ. Κωνσταντίνος Κορμάς

Κλινικός Νευροψυχολόγος

www.drkormas.com

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.