Ναι… σε σένα που καθυστερείς να γυρίσεις, που περπατάς πιο αργά, κάνεις κύκλους άσκοπους γύρω απ’ τα φώτα της πόλης, μήπως και αργήσει λίγο η στιγμή που θα αντικρίσεις την πόρτα σου. Γράφω σε σένα που ξέρεις πως εκεί μέσα δεν υπάρχει φωνή, παρά μόνο μια σιωπή που σε κοιτάζει σαν καθρέφτης. Το σπίτι σου είναι πια το άδειο του κόσμου, κι εσύ ο τελευταίος του ένοικος.
Μην το φοβάσαι αυτό το κενό. Είναι το χώμα απ’ όπου φυτρώνει ξανά ο έρωτας. Ο έρωτας δεν πεθαίνει, απλώς κουρνιάζει όταν ο άνθρωπος παύει να πιστεύει ότι του αξίζει. Δεν είναι κάτι που βρίσκεις — είναι κάτι που σου επιστρέφεται όταν πάψεις να κλείνεις τις πόρτες από φόβο. Να θυμάσαι: ο έρωτας δεν είναι ανταμοιβή, είναι ανάσα. Δεν σου ζητάει να είσαι έτοιμος, σου ζητάει μόνο να είσαι ζωντανός.
Και θα ξανάρθει. Όχι σαν καταιγίδα, μα σαν φως που περνά από τις γρίλιες, σαν ήχος ποτηριού από διπλανό δωμάτιο, σαν βλέμμα που δεν σε ξέρει ακόμη, αλλά σε αναγνωρίζει. Θα έρθει τη στιγμή που θα πας να μαζέψεις κάτι από το πάτωμα και θα θυμηθείς πως έχεις ακόμη χέρια για να αγγίζεις.
Κι αν αναρωτηθείς τι έχει απομείνει όταν δεν έρχεται τίποτα, να θυμάσαι: ακόμη κι εκεί, μέσα στη μοναξιά, κατοικεί ο Θεός. Όχι ως ανταμοιβή, αλλά ως παρουσία. Είναι εκείνος που κάθεται στο τραπέζι απέναντί σου όταν δεν έχεις ποιον να καλέσεις, εκείνος που σε ακολουθεί στους δρόμους, αόρατος, και περιμένει να Του μιλήσεις όπως θα μιλούσες σ’ έναν φίλο.
Ο Χριστός δεν κατοικεί μόνο στους ναούς, αλλά στα κουρασμένα σπίτια. Στους ανθρώπους που γυρνούν αργά, όχι γιατί διασκεδάζουν, αλλά γιατί διστάζουν να αντικρίσουν τη σιωπή τους. Εκεί, μέσα στο σκοτάδι του διαδρόμου, είναι που Τον συναντάς — όχι ως κρίση, αλλά ως τρυφερότητα. Εκεί που λες «δεν αντέχω άλλο», Εκείνος απαντά με τον πιο απλό τρόπο: «ούτε εγώ άντεξα μόνος».
Άφησε, λοιπόν, την πόρτα σου να ανοίξει. Μην τη φοβάσαι τη σιωπή, είναι το προοίμιο της φωνής. Κι αν απόψε δεν υπάρχει κανείς να σε περιμένει, να θυμάσαι πως ο Θεός πάντα περιμένει. Όχι για να σε δικάσει, αλλά για να σου θυμίσει ότι ακόμα κι η πιο κουρασμένη καρδιά μπορεί να αγαπήσει ξανά.
Γιατί η αγάπη —ο έρωτας, ο Χριστός, το βλέμμα του άλλου— δεν είναι τρία πράγματα. Είναι το ίδιο πρόσωπο, που παίρνει κάθε φορά μια άλλη μορφή, μόνο και μόνο για να σε κρατήσει όρθιο λίγο ακόμη μέσα στη νύχτα.
*Το Κενό, Μάνος Λαμπράκης
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας αλλά και από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία.
Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του καφέ.
Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την ευγένεια, τις ευχές, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό.
Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει -πια- πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια…
Πιστεύει… στο Αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων.
Αισθάνεται… Ευγνωμοσύνη, Εμπιστοσύνη, Ελευθερία…
Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή…
Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό.












