Δεύτερη πορεία, Θεοδόσης Κοντάκης

Κείμενα  Ανησυχίας

Γράφει η

Μαρία Κασσιανή Πανούτσου

 

Aleksandra Waliszewska

   

 

  ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ

   Δεύτερη  Πορεία

ΠΟΊΗΣΗ

 

Θέλησα να παρουσιάσω την ποίηση του Θεοδόση Κοντάκη τόσο για να τη γνωρίσω καλύτερα εγώ η ίδια, όσο και για να γίνει γνωστό το έργο του σε ένα αναγνωστικό κοινό που προσανατολίζεται κυρίως σε νέους ποιητές.

Η σύγχρονη ελληνική ποίηση παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, όχι μόνο ποιητικό αλλά και κοινωνικό, γιατί μέσα από το στίχους διακρίνουμε καθαρά προς τα πού στρέφεται το βλέμμα του σύγχρονου ανθρώπου, του σύγχρονου Έλληνα. Αν και ατομικός πολύ προσωπικός λόγος ο λόγος του ποιητή, διαφαίνεται το συλλογικό με την επίδραση του περιβάλλοντος στο άτομο.

Στην ποίηση δεν έχουμε τελικά τον ποιητή ξεκάρφωτο από το γύρω κόσμο, αντίθετα  επηρεάζεται ίσως και πιο πολύ και βαθύτερα και με περίσσια ευαισθησία και συνείδηση στο τι συμβαίνει γύρω του.

Ενώ η κοινωνική αναταραχή που καραδοκεί, στην ποίηση, σκιαγραφείται μια έντονη υπαρξιακή και συναισθηματική αναζήτηση, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις μαρτυρούν βαθιά απογοήτευση για την πορεία του κόσμου.

Η ποίηση αυτή επικεντρώνεται στο άτομο και έτσι αναδύεται καθαρά η μορφή που γεννά τη λυρική σύγχρονη ποίηση ή στην συγκεκριμένη περίπτωση της συλλογής, τον λυρικό ρεαλισμό Ελεύθερο στίχο με αλληγορικά στοιχεία και ιστορικοπολιτικές, – μυθικές αναφορές: Ο άνθρωπος και ο κόσμος γύρω του μέσα στον χρόνο.

Μια ιδιαιτερότητα στην ποίησή του Θεοδόση Κοντάκη που παρατηρώ και που εμένα προσωπικά με ενδιαφέρει, είναι η απόσταση που κρατά από τα προσωπικά του συναισθήματα και ο τρόπος με τον οποίο, με γνώση και αυτοπειθαρχία, στήνει το ποίημα με μορφές και εικόνες απομακρυσμένες από την κεντρική ιδέα του ποιήματος. Πρόκειται για μια πολύ δυνατή κατασκευή, η οποία, αν και βασισμένη στη γνώση και την αυτοπειθαρχία της γλώσσας, κατορθώνει χωρίς να παγώσει τον αναγνώστη το τελείως αντίθετο τελικά, να κατακτήσει τον αναγνώστη, αφήνοντάς του μια αίσθηση τελειότητας — όχι του τέλους , αλλά του ημιτελούς, κάτι που έχει ολοκληρωθεί αισθητικά και ηθικά και όμως  αφήνει περιθώρια για αμφισβήτηση.

Από τους στίχους του ξεπροβάλλουν πρόσωπα, χρόνοι με τα τοπία τους, ένα κινηματογραφικό ποιητικό έργο θα έλεγα. Ένα  δεύτερο ποιητικό κείμενο επίσης που κατά την γνώμη μου, κρύβεται καλά και είναι ο απόηχος μια ψυχής, της ψυχής του ποιητή, που θέλει να ησυχάσει τον -άλλον- να τον προχωρήσει χωρίς να τον τραυματίσει-μια συνειδητή  επιλογή, του Θεοδόση Κοντάκη.

 

Η συλλογή εκφράζει παγκοσμιότητα που μαζί με τις ρίζες στον Ελληνικό κόσμο, παράγει το αποτέλεσμα της ποιητικής γραφής που περπατά ανάμεσα στο ατομικό και συλλογικό, στο τώρα και το χθες, με εντυπωσιακή πειθαρχημένη φόρτιση και σταθερότητα και με τον τρόπο αυτό δίνει σε μας τροφή για περίσκεψη και περισυλλογή. Είκοσι ποιήματα της συλλογής εξαιρετικής γραφής.

Μ.Κ Π

   Εικόνες =  Aleksandra Waliszewska

 

 

Από την συλλογή Δεύτερη πορεία 24 Γράμματα, 2022

τέσσερα ποιήματα

 

 

Γωγ και Μαγώγ

 

τα λεγόμενα ρυπαρά έθνη,

τα βδελυρώτατα πάσης συγχασίας και δυσωδίας

 

Στα πιο αρχαία τραγούδια μας

φριχτά περιφέρεται περήφανη τίγρη·

κείνη που τα χωριά μας, ανυπεράσπιστα, ρήμαζε:

στη θέα της το βλέμμα πάγωνε

(τα μάτια της, λέγανε, πετούσαν σπίθες), το στόμα

όταν άνοιγε τρέμαν ολωνών τα σαγόνια: οι πρόγονοί μας,

γυμνοί, άλλη λύση δεν είχαν· τα παιδιά τους δίνανε

και κείνη τα μεγάλωνε, κι έρχονταν ξένα, τυφλά,

χωρίς πια την ανθρωπιά τους, να μας παίρνουν το βιος

 

Κατόπιν φτιάξαμε αγάλματα, πλανημένοι, μισό τίγρη

μισό άνθρωπο∙ μπροστά στα σαγόνια τους θυσιάζαμε

εκατόμβες ολόκληρες γιατί ήτανε κείνα πολλά

και διψούσαν για αίμα – ώσπου μας αποκαλύφθηκε ο Ένας

κύριός μας, λαμπρός, αγαθοποιός, ίδιος περίπου με μας

αλλά μέγας, μας φώτισε και τα συντρίψαμε όλα: στην πηγή του

την ιερή, καθαροί τώρα λουζόμαστε κι εκεί δεόμαστε

μακριά να μένει κάθε ρύπος, κι έτσι εγένετο·

κι έχουμε ορθό το κορμί, μαρμάρινο πάλλει το στήθος

 

Κι έχουμε ’μεις σοδειά χρυσή, δυο φορές το χρόνο,

και τα χωράφια μας τα ’χει κείνος ευλογημένα

πολύ παραπάνω απ’ των άλλων· γιατί υπάρχει δικαιοσύνη –

μα είναι ανάγκη να γρηγορούμε· οι γονείς μας, προβλεπτικοί,

μας το δίδαξαν: σε κάθε μας ολίσθημα, μια ρωγμή

αρκεί για να μπουν, ύπνος αρχαίος, κι απ’ τον τοίχο ακόμα,

γένη ακάθαρτα, οι τριχωτοί μας παιδικοί εφιάλτες

 

Κι έτσι, σαν πράγματι τους μυριστήκαμε, καιρό δε χάσαμε:

όταν ύπουλα δίπλα μας φτάσανε, τους ιερούς μας τόπους

παστρέψαμε· νύχτα, μη και μας μολύνουν βαθιά

βλέμματα σκοτεινά, άγνωστες φωνές δεν αφήσαμε:

τα χλωμά θηλυκά, τα ξένα κλάματα των παιδιών τους

 

δε μας πτοήσαν· γιατί δεν ήσαν, σαν κι εμάς, άνθρωποι καθαροί…

(από ένα αρχαίο χειρόγραφο)

 

 

Με το πρόσωπο στο δρόμο

 

                  Μια μέρα του 2018

 

Στη γωνιά ρίχνει ακόμα η λάμπα αδύναμο φως –

σκιά στο δρόμο, τρέχοντας φτάνει κάποιος

μονάχος: το σπίτι κάηκε μες στη νύχτα –

επιτέλους

 

ελεύθερος θα τριγυρνάει,

μυρίζοντας το δρόμο, θα ψάχνει τ’ αδέλφια του

αριστερά δεξιά,

πουθενά στο σπίτι κείνο που ζητώ: σε κάθε συρτάρι

τα ίδια γυμνά κόκαλα: φιλοσοφία, δίκαιο, πολιτική

επιστήμη, ιστορία: οι πατέρες

δε μένουν εδώ πια∙ μάταια ψάχνει για πατέρα, ο αδέσποτος –

να βγω λοιπόν! καταμεσήμερο

 

τριποδίζοντας στην πόλη:

«είμ’ εγώ, είμ’ εγώ, δεν είμαι» – με τ’ αυτιά κρεμασμένα

κείνος μόνος, κι άλλοι πολλοί μαζί του, όλο γυρίζουν

κι όλο κάτι τους σκιάζει και ψηλά ξαναγυρίζουν

το βλέμμα: υπάρχουνε μικρές και μεγάλες οθόνες

 

γυαλί που κόβει

κάθε συνομιλία: ξεστόμισα μια βρισιά κι ο δρόμος αντιγύρισε

ένα γρύλισμα: φρίκη – σήμερα ψάχνουνε για ύποπτους

άλλοι ύποπτοι

 

ανάμεσα στους ύποπτους: πριν ξημερώσει

μου ’ρθε στο σβέρκο γερή δαγκωνιά: κάποιος άνθρωπος

-πώς να δω καθαρά;- χάθηκε στη γωνιά, τρέχοντας

στα τέσσερα

 

όμως το αίμα όλη μέρα μυρίζει:

καλύτερα το ’χω να πηγαίνω τοίχο-τοίχο, ν’ ακούω

από απόσταση -όρθια τ’ αυτιά στον παραμικρό ήχο-

να παρατηρώ

καλύτερα το ’χω να μην αγγίζω: το βλέπω

πως τούτη η χρονιά γρουσούζικη θα βγει: κάτι ίσως βρεθεί

να φάω, μα προσοχή στο χέρι – παράμερα πιο σίγουρα

Κιόλας βραδιάζει, θολώνει το μάτι, ολόγυρα ψάχνει, μαύρο

κι άσπρο, σκοτεινό και βαθύ, ένα άλλο βλέμμα: μισο-

γλώσσα σπασμένη

 

κι όμως εκείνο θα πει: «φυλακισμένο κι εγώ

περιπλανιέμαι στο δρόμο· κοιτάω και ζηλεύω όσους προχωράνε
και στέκουν -ακόμα- στα δυο τους τα πόδια.

 

Πέρασμα

 

 

 

Αυτή τη νύχτα θα ’βλεπες – αν κοίταζες ψηλά

τους αγγέλους να βάφουνε τ’ άστρα με μπογιά πορφυρή∙

μα κι εδώ κάτω, ανάμεσα στα λιόδεντρα, σε φτάνει το μύρο

στα ρουθούνια – κι όμως νευρικά ξεφυσάς, το ρολόι κοιτάς, το τσιγάρο

τελειώνει∙ είναι τούτα, λες, πράματα άπιαστα, λεπτά: δίχως βάρος

στέκουν στον αέρα, τώρα ξυπνάν -όλοι- και το λένε, μα συ το ’νιωθες

και πιο πριν

πόσο το ποθούσες σαν χτύπαγες την τσάπα, το καμάκι, το σκήπτρο

να κράταγες στο χέρι σου – κόκκινο: κι έτσι τ’ άφησες όλα∙

τώρα, λέει, κάλλιο να μην είχες γεννηθεί, μα δεν ήταν τούτο δα λάθος

δικό σου: μαζί κι εσύ μάτωσες, κι ένιωσες κιόλας και προδομένος,

πως άδικα χάνεις την ώρα· όμως ήδη -μαστιγιές- τα λεπτά ματώνουν

τ’ αυτί σου: μια ώρα αρχύτερα, λες – και μήτε καν για κέρδος:

είναι κείνο γελοίο σχεδόν, μα όχι κι οι πόθοι που σε καίνε, μαρτύριο

ανθρώπινο

τόσο ανθρώπινο· μόνο που οι άνθρωποι, με τα χέρια πλυμένα

πληγή χαράξαμε, σαν πάτησες τον ξερότοπο, βαθιά

μες στο χώμα κι έγινε ρυάκι∙ κι έσκυβες να πιεις, κι ικέτευες

μα το μαζεύαμε εμείς απ’ την άλλη, ώσπου να λιώσεις στη δίψα –

κι ύστερα γέμισε το χάσμα χορτάρι να βόσκουν τ’ αρνάκια, λαίμαργα

να γευτούμε απόψε το αίμα τους, θυσία σε τραπέζι γιορτινό

με καρέκλες δεκατρείς∙ η δικιά σου τώρα -η γρουσούζικη-

αδειανή

και μονάχα ο σκύλος πρόλαβε τη γραμμή να περάσει

ψάχνοντας τόπο κείνα τα κόκαλα να θάψει

που τα μάζεψε κάτω απ’ το ιερό μας τραπέζι∙ και πάει

και κείνος, σαν και σένα, με το πρόσωπο στο χώμα, πιστός,

αμίλητος – για μια στιγμή το κεφάλι σηκώνει και βλέπει

με θλίψη βουβή το ρούχο να δένεις σφιχτά στο γυμνό

κλαδί.

 

Απρίλης 2016

 

 

 

Με πυτζάμα λευκή

 

                             Έλα τώρα, της νύχτας σκοτάδι.

                                                                        Όποιος δεν θυμάται το παρελθόν δεν ζει το μέλλον.

                                                                                                                            Juhan Liiv, 1864-1913

                                        

Με πετάξανε έξω

απ’ το τρένο

δυο φορές

 

 

Την πρώτη φορά ήμουνα Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας,

ο Jean Deschanel· στα 1920, ενώ ταξίδευα προεδρικά

ονειρεύτηκα -νομίζω- έναν μπολσεβίκο

που μ’ έσπρωξε κι έπεσα απ’ το παράθυρο –

αυτό κι έγινε· ή ίσως ήταν μονάχα ο άνεμος, εκτός αν

κοιμόμουν ακόμα ενώ πηγαινοερχόμουν, ξυπόλυτος,

μες στη μαγιάτικη νύχτα (φορούσα, άλλωστε, την πυτζάμα μου) –

ξέχασα να πω, ο άθλιος

ο Lucien Boyer μου ’βγαλε και τραγουδάκι

κοροϊδευτικό: «Le pyjama présidentiel» …

πάντως, έζησα δυο χρόνια ακόμα: το τρένο

τότε είχε κόψει ταχύτητα, λες και με περίμενε – εκτός αν

τα ονειρεύτηκα όλα αυτά όταν με πετάξαν έξω

 

για δεύτερη φορά -εφτά χρόνια νωρίτερα-

στην άλλη άκρη της ηπείρου,

ποιητής εγώ από την Εσθονία, ο Juhan Liiv,

ενώ ταξίδευα τρίτη θέση: ήμουνα τόσο φτωχός,

έτσι κι αλλιώς δεν είχα εισιτήριο – άλλο δεν είχα,

ποιητής εγώ, στο μυαλό, παρά τι θα πω στον εισπράκτορα,

πράγμα που δεν πρόλαβα να κάνω: ο άθλιος

με πέταξε μες στη δεκεμβριάτικη νύχτα

προτού μιλήσω: ανολοκλήρωτο το έργο μου –

θυμάμαι, λίγο λίγο το χώμα, το πεσμένο σώμα

ζέσταινε· ώσπου βγήκα απ’ το κοστούμι μου

και σηκώθηκα, σκιά εγώ λευκή, με πυτζάμα

 

Κι από τότε ανεβαίνω

νύχτα και μέρα

στο τρένο δυο φορές

 

τη μέρα κανονικά

με πηγαίνει στη δουλειά μου: κάθε πρωί

βάζω τα ρούχα μου πάνω απ’ τις πυτζάμες κι ανεβαίνω –

συχνά πηγαινοέρχομαι, όλη μέρα, ξυπόλυτος

μα δεν είναι πολλοί εκείνοι που με βλέπουν

 

τη νύχτα πάλι

βρίσκω τον εισπράκτορα: κατάχλωμος

μου ξεπληρώνει τα εισιτήρια όλων των ημερών,

μα πια τόνε λυπήθηκα και λέω τον αφήσω

να ξεκουραστεί· ξέμεινε κιόλας, ο καημένος.

 

 

 

   Δεύτερη πορεία (24 Γράμματα, 2022)

 

 

O Θεοδόσης Κοντάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968, με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη και από την Ιεράπετρα Κρήτης. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές: Αναγνώριση εδάφους και άλλα ποιήματα (Πλανόδιον, 2009), Τελευταία εποχή (Θράκα, 2016), Μέρες & νύχτες του Οδυσσέα (Κέδρος, 2017), Δεύτερη πορεία (24 Γράμματα, 2022). Εξέδωσε, επίσης, έναν τόμο με νουβέλες και διηγήματα: Επτά σπίτια (ιδιωτική έκδοση εκτός εμπορίου, 2016).

Ποιήματα και διηγήματά του έχουν βραβευτεί και δημοσιευτεί σε περιοδικά, καθώς και σε ανθολογίες. Παράλληλα, ασχολείται με τη μετάφραση ποίησης από τη γερμανική, την ιταλική, την ισπανική, την καταλανική, την πορτογαλική, τη γαλλική και την αγγλική γλώσσα. Σε μετάφρασή του από τα ιταλικά έχουν εκδοθεί, από τις εκδόσεις Βακχικόν, τα βιβλία: U. Saba, Το Βιβλίο των Τραγουδιών (Α΄ Βραβείο Νέων Μεταφραστών από το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο)· M. Luzi, Ποιήματα της ωριμότητας και της όψιμης άνθησης (συνέκδοση με το Fondazione Mario Luzi)· V. Sereni, Τ’ ανθρώπινα εργαλεία – Μεταβλητός αστέρας (με επιχορήγηση του Υπουργείου Εξωτερικών και Διεθνούς Συνεργασίας της Ιταλίας). Σε μετάφρασή του από τα γερμανικά έχει εκδοθεί η ποιητική συλλογή του P. Huchel, Η ενάτη ώρα (Βακχικόν, 2017, με την υποστήριξη-χορηγία του Ινστιτούτου Goethe), καθώς και η Ανθολογία γερμανικής ποίησης: 16 γερμανόφωνοι μεταπολεμικοί ποιητές (Οδός Πανός, 2021). Έχει επίσης εκπονήσει και τις εξής ανθολογίες, για τις εκδόσεις 24 Γράμματα: Μετά τον εμφύλιο. 16 Ισπανοί ποιητές (2022)· Ανθολογία καταλανικής ποίησης. 12 πρωτοπόροι ποιητές (2023)· Πορτογαλική ποίηση μετά τον Πεσσόα. Μια ανθολογία (2025).

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθρο|Charles Bukowski
Επόμενο άρθρο|Νάσος Νίκας
Η Μαρία Πανούτσου γεννήθηκε στην Αθήνα και υπηρετεί το θέατρο και την ποίηση από το 1979. Σπούδασε μουσική, χορό, θέατρο, ζωγραφική και φωτογραφία στην Ελλάδα, Αγγλία, Πολωνία. Έχει ταξιδεύσει για σπουδές και για συμμετοχή σε Διεθνή Φεστιβάλ θεάτρου, με το Θέατρο Τομή, στην Αγγλία, Σκωτία, Ρουμανία, Γεωργία, Γερμανία, Γαλλία, Πολωνία, Ιταλία, Κύπρο. Έζησε στην παιδική της ηλικία στο Ιράκ, στην Κύπρο και στο Λίβανο. Ξεκίνησε πολύ μικρή το χορό και το θέατρο και με την πρώτη της σκηνοθετική δουλειά βραβεύτηκε με πέντε βραβεία στο Φεστιβάλ Ιθάκης. Σκηνοθεσίας, καλύτερης παράστασης, καλύτερης παρουσίασης νεοελληνικού έργου, βραβείο γυναικείου ρόλου και έπαινος ανδρικού. Τώρα ζει, εργάζεται και μοιράζεται την ζωή της μεταξύ Αθήνας, Κέας και Λονδίνου. Είναι απόφοιτος του Έκτου Γυμνασίου Θηλαίων. Διπλωματούχος της Σχολής Κλασσικού χορού Ε. Ζουρούδη. Διπλωματούχος της Επαγγελματικής σχολής Θεάτρου Αθηνών Έχει σπουδάσει στο GROTOWSKI LABORATORIUM στο Βρότσλαβ της Πολωνίας. Τελειόφοιτος του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Σπούδασε στο Open University of London Humanities - Ανθρωπιστικές σπουδές, και συμπλήρωσε την μελέτη της για την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία με την παρακολούθηση: Αθηναϊκή Δημοκρατία, 5ος αιώνας, στο Open University of London. Παράλληλα με το θέατρο και την τέχνη η Μαρία Πανούτσου έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές, «ΚΑΛΕΣΜΑΤΑ», «SALUADER» και «ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΟΝΟΥ ή ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣΑΝΔΡΑ ΑΠΟ ΤΟ CITY» που έχουν εξαντληθεί και ετοιμάζει την έκδοση της νέας ποιητικής συλλογής με τίτλο «Η ΠΟΛΗ». Μελέτησε Ζωγραφική και Αγιογραφία με τον ζωγράφο Δ. Πάλμα, και Κεραμική με τον γλύπτη Ν. Σκλαβενίτη. Ζωγραφίζει από το 1982 και χρησιμοποιεί ποικίλα υλικά για τον σκοπό αυτόν. Δουλεύει τον πηλό κατασκευάζοντας έργα αποκλειστικά με το χέρι και όχι με τον τροχό. Με την Φωτογραφία και τις αρχές της κινηματογραφικής τέχνης, ασχολήθηκε την περίοδο 1980-90 όπου έγινε δεκτή και στο International Film school of London. Επίσης στο θέατρο παρουσιάζει θεατρικές παραγωγές όταν έχει να πει κάτι που την απασχολεί πολύ. Μελετά το ανέβασμα έργου του Σταμάτη Πολενάκη και του κύπριου ποιητή, Ανδρέα Τιμοθέου… Τελευταία θεατρική δουλειά της, 2015 με την παράσταση «Άσπρο Φως Ιστορίες έρωτα και αναρχίας» στο θέατρο Ειλισσός.