Καζάσης Λεωνίδας: Ένας Έλληνας ποιητής του 20ου και του 21ου αιώνα

Κείμενα  Ανησυχίας *

Γράφει  η Μαρία Πανούτσου

 

Καζάσης   Λεωνίδας

Ένας Έλληνας ποιητής του 20oυ και του 21ου αιώνα

Μια ποιητική μορφή

 

Ένα αφιέρωμα σε δύο μέρη

 

 

Τα κάλλη της μορφής δεν ήσαν ανυπέρβλητα,
όσο η αίσθηση σου η γυρεύτρα που αγρυπνώντας σε κλίνες,
δοκίμαζε των συγκινήσεων όρια,
αγγέλοντας πεπερασμένα ξεκινήματα.
Τους διαθέσιμους καρπούς τρυγώ
περήφανος των χειλιών σου υμνητής.

Λύτρα βαρειά καταβάλλουν οι εραστές,
στις ανεπίδεκτες που προσποιούνται.

Κ.Λ.

 

 Αντί Βιογραφικού, με την γραφή του ποιητή

Κ.Λ.

 

Στων δεινών τη βοή με ρίξαν, δίχως να ερωτηθώ.

Παιδί ευπόρων σε ευμάρεια τριγούσα κλώνους εύκαρπους,

μα η θάλπη έλειπε!

Πέρασαν χρόνια στης μοναξιάς το περιθώριο,

διαβάζοντας, γράφοντας, κολυμπώντας.

Ανθρώπους εγνώρισα, που, οι μισοί με πλησίασαν,

νομίζοντας, ότι χρήματα διέθετα,

ενώ οι άλλοι μισοί με απέφυγαν,

βλέποντας, ότι χρήματα δεν είχα.

Κάποτε, γυναίκα που τρόφιμα στους ανθρώπους εμοίραζε, αντάμωσα.

Από την αύρα που διέχεε, κατάλαβα, πως είναι το κορίτσι, που, τα λιογέρματα γεμάτα γάρμπο διακριτικά ονειρεύονται να ερωτευθούν!

«Βασιλεία είσαι αγέρας, Βασιλεία είσαι κύμα, είσαι δείλι, αυγή, της γαλήνης αφή, Βασιλεία είσαι ποίημα!».

Πρώτη φορά δεν γύρεψα, δεν ζήτησα!

Τι να ζητήσεις απ’ το ηλιοβασίλεμα, απ’ τη λυκαυγή, από του φλοίσβου τον ψίθυρο; Δίνουν τα πάντα μόνο που υπάρχουν!

«Βασιλεία είσαι αγέρας, Βασιλεία είσαι κύμα, είσαι δείλι, αυγή, της γαλήνης αφή, Βασιλεία είσαι ποίημα!».

Καζάσης Λεωνίδας (Αντί Βιογραφικού, με την γραφή του ποιητή)

Καζάσης Λεωνίδας Ποιήματα

 

 

Στα κακοτράχαλα, στα σφαλιστά παράθυρα, στα σώματα
τα αθώπευτα υπήρξαν νίκες μου που δεν αντίκρυσα ποτέ;
Λέανδρε, πόσες νύχτες επάνω στις επιστολές μου
αποκοιμήθηκες;
Κι εσύ Αντιγόνη, πόσες φορές ανένηψες,
την καλημέρα μου γυρεύοντας;
Στα μισά του δρόμου έφθασα με τοπία μολυσμένα και
ανθρώπους που δοξάζουν τον χρηματιστή, τον πρωτοσύγκελο, τον φρούραρχο.
Καθήκον ιερό οι αξίες να αναπαραχθούν!
Τα ιδανικά να λάμψουν!
Ηθικόν ακμαιότατον! Επ’ ώμου…άρμ!
Οι αντιρρησίες θα συντρίβονται.
Τα χέρια των δημίων μου θα τα έχουν οπλίσει
ο Σάββας ο φιλόλογος, ο Διονύσης ο μουσουργός, ο Θόδωρος ο μαθηματικός, ο Σπύρος ο γυμναστής, ο Πέτρος ο γιατρός,
ο Κώστας ο μηχανικός, ο κυρ Ανδρέας ο υδραυλικός,
ο Βασίλης ο γεωργός, ο Βύρων ο ηθοποιός,
οι μητέρες οι στοργικές.

*

Η ήβη βρυκολάκιασε,
με σίδερα αιχμηρά τα ρουθούνια της κάρφωσε,
τον αφαλό, τον σβέρκο, τα χείλη της, τα φρύδια!
Μουτζούρες χάραξε στο στέρνο της, στην ωμοπλάτη,
στους μηρούς της,
και περιφέρεται τον έρωτα ξορκίζοντας.
Χαρτιά πιστοποιούν τις σπουδές διαστροφής
στα σπίτια, στις εκκλησίες, στα σχολειά
που την ζωή απαξιώνουν!
Αποφοιτήσαντες ευνούχοι, τα εγκλήματα του παρελθόντος
δοξάζουν!
Δεκαέξι ώρες την ημέρα ανάκριση
για μισό κομμάτι ψωμί βρώμικο.
Η ελπίδα κακοποιημένη ψυχορραγεί στα στρατόπεδα
συγκέντρωσης.
Τα ινδάλματά μου στο απόσπασμα˙
ολιγάρκεια, σκόλη, γυναίκες εύκολες – αγχίνοια!!!
Γυναίκες εύκολες, γυναίκες εύκολες!

*

 

Θα ’ρθείς όταν οι πλαγιές

θα ’χουν μαυροφορεθεί,

τα κύματα θα ’χουν στερέψει

από άρμη και αφρό,

τα ξάρτια σχισμένα,

θα βρουν τον προορισμό της ταφής,

οι άσπρες πέτρες της θάλασσας θα ‘χουν χαθεί,

ο ουρανός δεν θα νογά γαλήνη,

μήτε δάκρυα θα πετά,

έρεβος θ’ ανατρέψει τον αμείλικτο χρόνο.

Θα γύρεις το ρόπτρο

μα θα ‘μαι ανίκανος να νοιώσω οποιονδήποτε ήχο.

 

*

Αφού οι λιόχαρες ακτίνες

λεμφατικές εγίναν,

αφού τα χρώματα του χούμου

και των πόντων ξέθωρα, τείνουν να χαθούν,

η απάθεια την αδικία υπερκέρασε,

αργυρώνητος ο γλυκαχός της ηδονής,

στην αγορά πανάκριβα αιδοία αναφρόδιτα.

 

Κι ο θάνατος ο κορυστής

μονάχος του την πλήξη αντιπαλεύει.

*

Άνικμα αδιέξοδα

καλούν και ζωγραφίζουν,

της ανοδίας φριμαγμοί

ιδροκοπούν τους στοχασμούς κεντρίζουν.

Της γηθοσύνης, εύθραυστο κλαδί,

νύμφες σαγήνης, άδεια ευνή.

Ω καταδίκη! Αναμονή

σε δολερό επέκεινα.

Κωνστάντια! Λήδα! Έρκυνα!

***

Ας δοθούμε στην Απόπειρα,

αγνοώντας τη λιπόψυχη Έκβαση,

ας ακλουθήσουμε των φυγάδων ίχνη σβηστά.

Κυβεία εσύ πανέμορφη! Ανήθικη, σεπτή,

ελεύθερη, ηδονική,

ανεπανόρθωτη χαρά,

εχθρά Εστίας συμφορά.

Στους εξωμότες του ονείρου.

Λογοπαίκτης από γενιά χαρτοπαικτών

 

*

Μὲσα στο καμὶνι δεν αντὲχεις,
στὲρεψαν οι λὶμνες – τα νερὰ.
Γὺρω σου συντρὶμμια μὸνο βλὲπεις,
αὶματα, μισθωτὴ σκλαβιὰ.

Μὲσα τους τον ὲρωτα σκοτὼσαν,
μὶσησαν βαθειὰ τη λευτεριὰ,
πὺραυλοι ανὲμους αμαυρὼσαν,
μα φὲρνουν στην κὸλαση παιδιὰ!

Βὶλχελμ η αλὴθεια σε ζητὰ,
σε βγὰζει απ’ τον τὰφο η λευτεριὰ!
Συγκὶνησης πανοὺκλα εξορμὰ!
Βὶλχελμ η ζωὴ σ’ αναζητὰ!

Τρὶτο ολοκαὺτωμα ετοιμὰζει
της διαστροφὴς νὲα γενιὰ,
για τις απαξὶες της κομπὰζει,
κὰλπικη, σαθρὴ κληρονομιὰ.

Βὶλχελμ η αλὴθεια σε ζητὰ,
σε βγὰζει απ’ τον τὰφο η λευτεριὰ!
Συγκὶνησης πανοὺκλα εξορμὰ!
Βὶλχελμ η ζωὴ σ’ αναζητὰ!

Βὶλχελμ η αλὴθεια σε ζητὰ,
σε βγὰζει απ’ τον τὰφο η λευτεριὰ!
Συγκὶνησης πανοὺκλα εξορμὰ!
Βὶλχελμ η ζωὴ σ’ αναζητὰ!

Βὶλχελμ η ζωὴ σ’ αναζητὰ!

 

*

Λή

Τα σκέλη σου ορθάνοιχτα,
αχόρταγα ρουφούν
την ρώμη την αρσενική,
την φλόγα της συλφίδος,
που κάθυγρα τα χείλη της,
τα χείλη σου που πάλλονται φιλούν.

Αγλάϊσμα των γυναικών!
Της ηδονής ιέρεια!
Γητεύτρα εσύ των στεναγμών,
σε ήθη ελευθέρια!

*

 

ΣΥΝΕΝΟΧΗ

Με ρώτησαν.
Στα λιβανέζικα ποτάμια
των μαυρισμένων γιασεμιών,
το φευγαλέο πέρασμα
τι σημασία έχει;

Και δεν εγνώριζα,
κλυδωνισμούς, πλοκάμια,
καθημαγμένων οιμωγές
του τρομαγμένου νότου.

ΚΟΡΥΒΑΝΤΩΝ ΑΠΟΗΧΟΙ

Ταϋγετοι απεκήρυξαν
φιλαρέτων αγοραία υπέρογκα.
Λίθων αιχμηρών όψεις,
στις παρειές σας αίματα.
Πνοή! Αρωγή τελευταία.
Φέρετρα τα βλέμματα.

 

 

Μια προσέγγιση προσωπική

Πιστεύω πως έχω να αντιμετωπίσω έναν ζωγράφο–ποιητή.
Οι εικόνες του χρησιμοποιούν, αντί για πινέλα, νερό και χρωματικές ουσίες, μια σειρά λέξεων. Οι λέξεις στον ποιητικό λόγο του Καζάση Λεωνίδα δεν είναι λέξεις επικοινωνίας αλλά τούβλα που κτίζει με αυτά έναν άλλο κόσμο Οικοδομήματα που μας καλεί να κατοικίσουμε.
Και με γράμματα, αντί για σχέδια και εικόνες, μας αφοπλίζει με την αίσθηση που πρώτα εκείνος γεύτηκε και αποφάσισε να τη μοιραστεί μαζί μας.

Μια γενναιοφροσύνη -και με πρόσχημα την ποίηση -να μας εισαγάγει στον κόσμο του– έναν κόσμο που δεν τον κρατά κρυφό – έχοντας πάντα τη σημαία του να κυματίζει, τη σημαία με το πρόσωπο μιας γυναίκας και το δικό του.
Μια σημαία που δείχνει προς τη μεριά ενός παραδείσου· ενός παραδείσου χαμένου, για τον οποίο όμως πάλεψε, παλεύει και θα παλεύει, τόσο για να τον γευτεί ο ίδιος, όσο και για να αφυπνίσει όλους εμάς, κυρίως τους νέους.
Μήπως και μπορέσει κάποτε, έστω και ατομικά, να επιστρέψει ο παράδεισος που τόσο καλά μελετημένα έβαλαν την Εύα να καταργήσει, πίσω στη φυσική του πατρίδα.

Ο Καζάσης είναι ο ποιητής της νοσταλγίας ενός παραδείσου χαμένου για το σύνολο της κοινωνίας.
Επικεντρώνεται στην ελεύθερη βούληση και σε μια κοινωνία δικαίου. Όμως αυτό μοιάζει ολοένα και πιο μακρινή συνθήκη ζωής.
Έτσι εκείνος, ένας μοναχικός Δον Κιχώτης, που ανοίγει τα φτερά του με τον λόγο του –  και αφήνει, μας αφήνει, τη διαθήκη του.

Η ποίησή του αρχικά αφυπνίζει, ταράζει, προκαλεί. Ποίηση συμπαντική.
Ποίηση βαθιά συναισθηματική, ηθική, απελευθερωτική.
Κρίνει και κατακρίνει με μια ευαισθησία που δεν θέλει να πληγώσει· αντίθετα, πληγωμένος ο ίδιος θέλει να μοιραστεί, να επικοινωνήσει με τον άλλον, εκείνον που αμφισβητεί, αλλά του ζητά το χέρι, το βλέμμα, την απάντηση σε όσα τον ταλανίζουν.

Η καθημερινότητά μας εμφανίζεται στην ποίησή του μέσα από τον τρόπο που λειτουργούν οι άνθρωποι.
Βάζει τον άνθρωπο – γυναίκα και άνδρα – στο πρώτο πρόσωπο, και ακολουθεί το σύνολο της κοινωνίας.

Ένας πλούσιος συναισθηματικός κόσμος που δεν διαχωρίζει το σώμα από την ψυχή, αλλά ως ένα ιερό καθήκον αναζητά τη λύτρωση, τη χαρά της ζωής. Στο πρώτο αυτό αφιέρωμα επικεντρώνομαι στην ποίησή του αφιερωμένη στον έρωτα, στη γυναίκα, στη ζωή, στο μοίρασμα, στον Άλλον.

Στο δεύτερο μέρος θα μείνω περισσότερο στη σχέση του με τον πολιτικό λόγο, στη σχέση του με την καθημερινότητα και στο πώς, ως άνθρωπος και ως ποιητής, αντιμετωπίζει το υπάρχον σύστημα, το οποίο ουσιαστικά δεν υπολογίζει το άτομο και τις ανθρώπινες ανάγκες.

Ο Καζάσης βρίσκεται κοντά σε ό, τι επαναστατικό και ειρηνικό έχει προκύψει ανά τους αιώνες στον κόσμο των ανθρώπων.
Με όλη τη σημασία της λέξης: ερωτικός, διεισδυτικός, διδακτικός, αυστηρός, μοναχικός, λυτρωτικός, νοσταλγικός και κατά την γνώμη μου λαϊκός αν όχι στο όλο του έργο αλλά ένα μεγάλο μέρος το χαρακτηρίζω κατά την γνώμη μου πάντα, ως λαϊκό αφού στον απλό άνθρωπο απευθύνεται.
Ποίηση ρομαντική —και κυρίως, κάτι που δεν το συναντάμε συχνά στην ζωή των ποιητών. Η ποίησή του είναι η ίδια η ζωή του.

Ενδιαφέρον επίσης για μένα έχει ο πεζός του λόγος, και θα αναφερθώ σε αυτό στο β’ μέρος του αφιερώματος.
Εξίσου, όμως, έντονος και σαγηνευτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο παρεμβαίνει σε διάφορα γραπτά άλλων: παρατηρήσεις, σχόλια — πάντα με ευθύ, γλαφυρό λόγο, τροφοδότη φαντασία και πολύπλευρο χιούμορ.
Κείμενα απόλυτα σαγηνευτικά, που αποτελούν ένα τρίτο μέρος της γραφής του πολύπλευρου ποιητή:

Ποίηση
Πεζογραφία
Παρέμβαση / Μεσολάβηση / Σχολιασμός — μια εκπληκτική ενότητα

Πρόταση: Θα ήταν χρήσιμο για όλους μας μια συλλογική έκδοση όλου του έργου του.

Τι να διαλέξετε;
Να γνωρίσετε τον ίδιο ή τη γραφή του;

 

 

Μαρία Πανούτσου

4/12/2025

 

Συνεχίζεται στο …OLOGRAMMA  ART EVENT Το δεύτερο μέρος: Προσέγγιση στην ποίηση παραδείγματα. Πεζός λόγος . Πορτραίτο.

 

Κλείνω το πρώτο μέρος του αφιερώματος αυτού στον Καζάση Λεωνίδα με ένα δικό μου πόνημα μιας αρχικής επιρροής από την προσωπικότητα του.

 

 

Ο δρόμος που άνοιξες

 

 

Στον Λεωνίδα Καζάση

 

 

Ανήμπορος λένε και με αποκαλούν σε σχηματισμούς.
Δεν βλέπω την ώρα να ξιφουλκώ το πλήθος.

 

Αναρωτιέμαι σε κάθε βηματισμό και κλυδωνίζομαι.
Αντάρα με και χωρίς τον ουρανό να ρίχνει αστραπές.

Οι μέρες ένα τρεχαντήρι που γλιστρά στην ξέρα,
Όμως τον μύθο θα κρατήσω όρθιο όπως του πρέπει.

Κι εγώ εσένα ξεχωρίζω, πρώτο ναυαγό, να ατενίζω το βλέμμα του.

Και περπατώ στα λόγια σου επάνω και ανακαλώ τα πρώτα και τα ύστερα.
Μια, μονάχη εγώ, μέχρι τη μέρα που θα δύσει για μένα ο ήλιος.

Και λέω πως ανοίγεις δρόμο — ποιον δρόμο;
Μα ένας είναι ο δρόμος.

28/11/25  Αθήνα

Μαρία Πανούτσου

 

 

 

τι είναι τα ΚΕΊΜΕΝΑ ΑΝΗΣΥΧΊΑΣ

 

L’enfer, c’est les autres

Jean-Paul Sartre

 Τα Κείμενα Ανησυχίας είναι επικοινωνία με τους άλλους καλλιτέχνες και το έργο τους.
Κείμενα που γράφτηκαν μετά τον ερεθισμό που μου προκάλεσε η δουλειά τους.
Είναι η ματιά μου στο έργο των άλλων.
Αλλά πώς μπορείς να μιλήσεις για το έργο των άλλων χωρίς να μιλήσεις και για σένα;

Τα Κείμενα Ανησυχίας είναι προσεγγίσεις στο «έργο», στη δράση των ανθρώπων: απλών εργατών, τεχνιτών, επιστημόνων, καλλιτεχνών.
Μια ματιά στο έργο τους, δηλαδή στη ζωή τους.
Γιατί όμως «ανησυχία»;
Η ανησυχία είναι η αμφιβολία για ό,τι βλέπω και για τον τρόπο που το βλέπω.
Είναι η αμφιβολία για τη ματιά μου και το στοίχημα για μια ισορροπία ανάμεσα στην υποκειμενική και την αντικειμενική θεώρηση· για μια αλήθεια που είναι κινούμενη άμμος.
Για ένα σύννεφο που είναι η ζωή μας, για το πουλί που σπαρταρά στο στήθος μου και καταλαγιάζει μόνο για λίγο στην αγκαλιά του αγαπημένου ή στο τέλος μιας σημαντικής προσπάθειας.

Οι άλλοι, ο άλλος — αυτή η μάχη με την αποδοχή του εαυτού μας, ουσιαστικά.
Αναγνωρίζω τον άλλον σημαίνει ότι έχω βάλει κάποια όρια σε μένα, και εκεί όπου λιώνουν — τελειώνουν — τα όριά μου, μπορώ να δεχθώ την εφαπτομένη ενέργεια των άλλων.
Μια μάθηση που ξεκινά από την παιδική ηλικία.

Η ανησυχία εμφανίζεται στην πρώτη επαφή μου με κάτι νέο.
Μια πόρτα ανοίγεται, ένας καθαρός αέρας φυσά, έστω και για λίγο — όσο κρατήσει αυτός ο ερεθισμός, που σε κάποιες περιπτώσεις κρατά μια ζωή, όπως η περιέργειά μου για τον Πικάσο και το έργο του.

Ζωγράφοι, μουσικοί, συγγραφείς, ποιητές, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, δάσκαλοι, κτίστες, μαραγκοί, απλοί άνθρωποι που με εντυπωσίασαν και με κέρδισαν με τη γνησιότητά τους.

Τα κείμενα αυτά εκφράζουν αισθήματα ανησυχίας για μένα και για τους άλλους, με πληθώρα ερωτημάτων που προκύπτουν, αφού η επαφή με έναν άνθρωπο ή το έργο του είναι ένα ταξίδι που ποτέ δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσει.

Το κοινό σε όλα αυτά τα κείμενα είναι πως αφορούν τους άλλους· μια αέναη προσπάθεια για την ουσία της ζωής μας, που είναι οι άλλοι, ο άλλος.
Παράδεισος και κόλαση η σχέση μας με τους άλλους — και το πώς, μέσα από αυτή τη διεργασία, απομονώνουμε και προφυλάσσουμε τη δική μας πνευματικότητα.

Το να γνωρίσεις τα όριά σου και να τα αποδεχθείς κάπως ημερεύει.
Σε όλη σου τη ζωή σε γαργαλάει ένα πέταγμα, κάτι το ατελές, που μοιάζει σαν να έχεις αργήσει σε ένα ραντεβού και είσαι βιαστικός γιατί κάτι σε περιμένει, χωρίς να ξέρεις τι ακριβώς.
Αυτό το κάτι σε σπρώχνει να χαρείς την ύπαρξή σου χωρίς εκπτώσεις· να μετράς τον χρόνο που σου δόθηκε για να ολοκληρώσεις αυτή τη διεργασία με ανυπομονησία, με τη χαρά παιδιού που γνωρίζει έναν νέο φίλο.

Τα κείμενα αυτά είναι κείμενα αγάπης και εκτίμησης στο έργο των άλλων, ακόμη κι όταν δεν έχω εκφραστεί πάντα με κολακευτικά λόγια.
Εξάλλου, «ο λόγος» των άλλων είναι για μας βάλσαμο — ακόμη και πικρόχολος να είναι. Έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ.
Ζυγιαζόμαστε σαν τα πουλιά στον αέρα.

Ίσως η προσέγγισή μου να είναι κάποιες φορές παιδική ή εφηβική· αλλά κι αυτό δεν με τρομάζει — όχι ότι δεν τρομάζω γενικά — απλώς τίποτα δεν κρατά αιώνια, ούτε ο τρόμος.

Μαρία Πανούτσου.

 

*

Σημ.

Ποίηση του Καζάση Λεωνίδα μπορείτε να διαβάσετε στο διαδίκτυο σε λογοτεχνικές σελίδες και κυρίως στις σελίδες: (Οι επιλογές που παρουσιάζω είναι επίσης από τις παρακάτω σελίδες).

tokoskino

staxtes2003

poiein

—————————————————————————————————————–

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΘυμάσαι;, Χρήστος Μπουλώτης
Επόμενο άρθροΠοιήματα και αφορισμοί / 34, Wols
Η Μαρία Πανούτσου γεννήθηκε στην Αθήνα και υπηρετεί το θέατρο και την ποίηση από το 1979. Σπούδασε μουσική, χορό, θέατρο, ζωγραφική και φωτογραφία στην Ελλάδα, Αγγλία, Πολωνία. Έχει ταξιδεύσει για σπουδές και για συμμετοχή σε Διεθνή Φεστιβάλ θεάτρου, με το Θέατρο Τομή, στην Αγγλία, Σκωτία, Ρουμανία, Γεωργία, Γερμανία, Γαλλία, Πολωνία, Ιταλία, Κύπρο. Έζησε στην παιδική της ηλικία στο Ιράκ, στην Κύπρο και στο Λίβανο. Ξεκίνησε πολύ μικρή το χορό και το θέατρο και με την πρώτη της σκηνοθετική δουλειά βραβεύτηκε με πέντε βραβεία στο Φεστιβάλ Ιθάκης. Σκηνοθεσίας, καλύτερης παράστασης, καλύτερης παρουσίασης νεοελληνικού έργου, βραβείο γυναικείου ρόλου και έπαινος ανδρικού. Τώρα ζει, εργάζεται και μοιράζεται την ζωή της μεταξύ Αθήνας, Κέας και Λονδίνου. Είναι απόφοιτος του Έκτου Γυμνασίου Θηλαίων. Διπλωματούχος της Σχολής Κλασσικού χορού Ε. Ζουρούδη. Διπλωματούχος της Επαγγελματικής σχολής Θεάτρου Αθηνών Έχει σπουδάσει στο GROTOWSKI LABORATORIUM στο Βρότσλαβ της Πολωνίας. Τελειόφοιτος του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Σπούδασε στο Open University of London Humanities - Ανθρωπιστικές σπουδές, και συμπλήρωσε την μελέτη της για την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία με την παρακολούθηση: Αθηναϊκή Δημοκρατία, 5ος αιώνας, στο Open University of London. Παράλληλα με το θέατρο και την τέχνη η Μαρία Πανούτσου έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές, «ΚΑΛΕΣΜΑΤΑ», «SALUADER» και «ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΟΝΟΥ ή ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣΑΝΔΡΑ ΑΠΟ ΤΟ CITY» που έχουν εξαντληθεί και ετοιμάζει την έκδοση της νέας ποιητικής συλλογής με τίτλο «Η ΠΟΛΗ». Μελέτησε Ζωγραφική και Αγιογραφία με τον ζωγράφο Δ. Πάλμα, και Κεραμική με τον γλύπτη Ν. Σκλαβενίτη. Ζωγραφίζει από το 1982 και χρησιμοποιεί ποικίλα υλικά για τον σκοπό αυτόν. Δουλεύει τον πηλό κατασκευάζοντας έργα αποκλειστικά με το χέρι και όχι με τον τροχό. Με την Φωτογραφία και τις αρχές της κινηματογραφικής τέχνης, ασχολήθηκε την περίοδο 1980-90 όπου έγινε δεκτή και στο International Film school of London. Επίσης στο θέατρο παρουσιάζει θεατρικές παραγωγές όταν έχει να πει κάτι που την απασχολεί πολύ. Μελετά το ανέβασμα έργου του Σταμάτη Πολενάκη και του κύπριου ποιητή, Ανδρέα Τιμοθέου… Τελευταία θεατρική δουλειά της, 2015 με την παράσταση «Άσπρο Φως Ιστορίες έρωτα και αναρχίας» στο θέατρο Ειλισσός.