Η Συγχώρεση, Μάνος Λαμπράκης

Πόσο εύκολα μιλάμε για τη συγχώρηση και πόσο δύσκολα τη ζούμε. Πόσο γρήγορα λέμε «άφησέ το πίσω» και πόσο αργά, σχεδόν επίμονα, κρατάμε μέσα μας την πληγή σαν απόδειξη ότι κάποτε αγαπήσαμε, ότι κάποτε προδοθήκαμε, ότι κάποτε πονέσαμε αληθινά.

 

Η ανθρώπινη καρδιά έχει μια παράξενη κλίση: να προσκολλάται στο τραύμα της. Να το διατηρεί σαν μυστικό κεφάλαιο ταυτότητας. Σαν να λέει το Εγώ: «εγώ είμαι αυτός που αδικήθηκε». Και εκεί αρχίζει μια λεπτή αλλά βαθιά πνευματική και ψυχική παγίδα.

 

Γιατί η ασυγχώρητη καρδιά δεν είναι απλώς θυμωμένη.

Είναι δεμένη.

Δεμένη με τον άλλον, με το παρελθόν, με τη σκηνή της αδικίας.

 

Η μνησικακία δεν είναι απουσία σχέσης. Είναι σχέση αρνητική, αλλά σχέση. Ο άλλος συνεχίζει να κατοικεί μέσα μας, όχι ως πρόσωπο πλέον, αλλά ως πληγή. Και όσο τον κρατάμε εκεί, τόσο η ζωή μας οργανώνεται γύρω από αυτό που έγινε. Η ψυχανάλυση θα έλεγε ότι το τραύμα γίνεται σημείο απόλαυσης του Εγώ, ένας σκοτεινός τόπος όπου η ταυτότητα αναπαράγεται. Η θεολογία θα το πει αλλιώς: η καρδιά σκληραίνει.

 

Και τότε ακούγεται ο λόγος του Χριστού, φοβερός, απόλυτος, σχεδόν σκανδαλώδης: αν δεν συγχωρείς, δεν μπορείς να συγχωρηθείς. Όχι ως τιμωρία, όχι ως ανταπόδοση, αλλά ως υπαρξιακή αλήθεια. Γιατί ο άνθρωπος που δεν αφήνει ελεύθερο τον άλλον, δεν μπορεί ούτε ο ίδιος να γίνει ελεύθερος.

Η συγχώρηση δεν είναι ηθική ανωτερότητα. Είναι λύσιμο δεσμών. Είναι μια εσωτερική έξοδος από την αιχμαλωσία.

 

Η ψυχανάλυση μιλά για την ανάγκη του υποκειμένου να αποκολληθεί από τη φαντασίωση που το κρατά καθηλωμένο. Η θεολογία μιλά για μετάνοια. Και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για μια κίνηση αποδέσμευσης. Να σταματήσεις να τρέφεσαι από τον πόνο σου.

Να πάψεις να ορίζεσαι από το τραύμα σου.

 

Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: η συγχώρηση τρομάζει. Γιατί μοιάζει σαν να αθωώνει τον άλλον.

Σαν να προδίδει τη μνήμη της αδικίας.

Σαν να ακυρώνει το δίκιο μας.

 

Και όμως, δεν είναι αυτό. Η συγχώρηση δεν λέει ότι ο άλλος είχε δίκιο.

Δεν λέει ότι δεν έγινε κακό.

Λέει μόνο ότι δεν θα επιτρέψω στο κακό να συνεχίσει να ζει μέσα μου.

 

Οι ιστορίες των αγίων που μιλούν για την ασυγχώρητη καρδιά δεν είναι αφηγήσεις τρόμου.

Είναι ψυχικές αλληγορίες.

Ο άνθρωπος που δεν συγχωρεί δεν τιμωρείται από τον Θεό. Καταστρέφεται από την ίδια του τη σκληρότητα.

Η καρδιά κλείνει.

Ο κόσμος μικραίνει.

Η αγάπη γίνεται αδύνατη.

Και τότε, ακόμη κι αν όλα εξωτερικά φαίνονται σωστά, μέσα υπάρχει ξηρασία.

 

Γι’ αυτό η Εκκλησία επιμένει τόσο στη συγχώρηση πριν από τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

Είναι βαθιά ανθρωπολογική πράξη.

 

Πριν αρχίσει ο δρόμος της νηστείας, πριν η άσκηση του σώματος, προηγείται η άσκηση της καρδιάς.

Δεν μπορείς να προχωρήσεις προς το φως κρατώντας μέσα σου σκοτάδι.

 

Και ίσως εδώ χρειάζεται μια μεγάλη διευκρίνιση: να συγχωρείς δεν σημαίνει να ξεχνάς.

Δεν σημαίνει να επιτρέπεις την κακοποίηση.

Δεν σημαίνει να ακυρώνεις τα όρια.

Σημαίνει να σταματάς να ζεις σε εσωτερικό πόλεμο.

Να μην αφήνεις το μίσος να γίνεται μόνιμη θερμοκρασία της ψυχής σου.

Ο άνθρωπος που μας αδίκησε δεν παύει να είναι άνθρωπος.

Η θεολογία τολμά να πει ότι πρέπει να τον σπλαχνιστούμε. Όχι γιατί είμαστε καλύτεροι, αλλά γιατί αναγνωρίζουμε ότι η κακία είναι ασθένεια της ψυχής. Ότι ο άλλος, ακόμη και όταν πληγώνει, είναι κι αυτός αιχμάλωτος των δικών του σκοταδιών.

Αυτή η οπτική δεν είναι αφέλεια, είναι ελευθερία. Γιατί μας επιτρέπει να αποσυνδέσουμε το πρόσωπο από το κακό.

 

Και τότε αρχίζει κάτι λεπτό. Η καρδιά μαλακώνει. Ο θυμός χάνει την έντασή του. Το Εγώ παύει να κρατά λογαριασμό. Ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι η συγχώρηση δεν είναι πράξη αδυναμίας αλλά δύναμης. Ότι χρειάζεται περισσότερη εσωτερική ισχύ για να πεις «σε αφήνω ελεύθερο» παρά για να κρατάς μίσος.

 

Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι ακριβώς αυτό: μια πορεία προς την εσωτερική απογύμνωση.

Να δεις ποιον κρατάς ακόμη δεμένο μέσα σου.

Ποιο όνομα δεν μπορείς να προφέρεις χωρίς πίκρα.

Ποια ιστορία επαναλαμβάνεις συνεχώς για να δικαιώνεις τον εαυτό σου.

 

Και εκεί, στο σημείο που πονά περισσότερο, να δοκιμάσεις την πιο δύσκολη πράξη: να αφήσεις.

 

Γιατί η συγχώρηση δεν είναι τέλος της μνήμης. Είναι μεταμόρφωση της μνήμης.

Το τραύμα δεν εξαφανίζεται, αλλά παύει να κυβερνά. Γίνεται μέρος της ιστορίας σου, όχι το κέντρο της ύπαρξής σου.

Και κάπου εδώ, η θεολογία γίνεται προσωπική.

Δεν είναι λόγος για τους άλλους. Είναι λόγος για εμάς.

Για όλους εκείνους που, συνειδητά ή ασυνείδητα, πληγώσαμε.

Για τις λέξεις που είπαμε και δεν έπρεπε.

Για τις σιωπές που έγιναν αδιαφορία.

 

Για τις στιγμές που κλείσαμε την καρδιά μας.

 

Γι’ αυτό, στο τέλος αυτού του δρόμου, δεν μένει παρά μια κίνηση ταπεινή.

 

Ζητώ κι εγώ συγγνώμη.

Από όσους λύπησα χωρίς να το καταλάβω.

Από όσους αδίκησα με λόγια ή με σιωπή.

Από όσους περίμεναν κατανόηση και βρήκαν απόσταση.

Από όσους πλήγωσα από φόβο, από εγωισμό, από αδυναμία.

 

Και ζητώ να μάθω να συγχωρώ κι εγώ, όπως ζητώ να συγχωρηθώ.

Γιατί η συγχώρηση δεν είναι μόνο μια εντολή.

Είναι ο μόνος τρόπος να μείνει η καρδιά ζωντανή.

 

 


*Συγχώρεση, Μάνος Λαμπράκης
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθρο
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας αλλά και από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία. Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του καφέ. Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την ευγένεια, τις ευχές, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό. Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει -πια- πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια... Πιστεύει… στο Αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων. Αισθάνεται… Ευγνωμοσύνη, Εμπιστοσύνη, Ελευθερία… Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή… Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό.