ΚΕΊΜΕΝΑ  ΑΝΗΣΥΧΊΑΣ

 

Αντιγόνη « η απαίδευτος κόρη »

Μαρία Πανούτσου

 

Για μια χούφτα χώμα

  Αντιγόνη  του Σοφοκλή 

 

«Αλλά θεοί, την τρέλα τούτων διώξτε από την γλώσσα μου

κι’ από όσιο στόμα, κάντε  ν’ αναβλύζει καθαρή πηγή».

Εμπεδοκλής

 

Θα μπορούσα να γράφω για την Αντιγόνη σε χρόνο ατέρμονο. Να αφηγούμαι με διαφορετικό τρόπο, το πάθημα της, «το μάθημά της». Το αφιέρωμα –αφήγημα αυτό,  αποτελείται από δυο μέρη. Από ένα νέο κείμενο που γράφτηκε το 2019 μετά από την απόφαση μου, να συμμετέχω στην δεύτερη έκδοση του περιοδικού Κλίβανος και δύο κείμενα από μια πληθώρα συλλογή άρθρων, που γράφτηκαν σε διάστημα δώδεκα κατά προσέγγιση χρόνων (1994- 2006) με θέμα το θεατρικό ανέβασμα της Αντιγόνης από το Θέατρο Τομή, στο οποίο συμμετέχω. Το να έρθω αντιμέτωπη και πάλι με το κείμενο της Αντιγόνης μετά  από τόσα χρόνια με παραστάσεις και έρευνα, με προβλημάτισε. Τελικά η επιθυμία να ξαναδώ το κείμενο με μία άλλη ματιά, επικράτησε. Να συμπεριλάβω κάποιες σκέψεις από παλαιότερες αναζητήσεις που συνέχιζαν να με εξιτάρουν και να βρω καινούργιο υλικό που ενυπάρχει στο κείμενο της Αντιγόνης.

Όμως, 
Θα έβρισκα καινούργια στοιχεία για να μου κρατήσουν το ενδιαφέρον;
θα ανακάλυπτα νέα σημεία, αναφορά στους συλλογισμούς της Αντιγόνης, που θα με οδηγούσαν πιο κοντά στην αλήθεια της;
Θα καταλάβαινα πιο διεισδυτικά το σκεπτικό της, τα εσωτέρα κίνητρα που την ώθησαν στον θάνατο, κίνητρα που ίσως και εκείνη να μην είχε απόλυτα αποσαφηνίσει;
Ο τρόπος που μεγάλωσε και το παρελθόν των γονιών και η διαθήκη του Οιδίποδα, ήταν  μέρος αυτής της απόφασης;
Τι ήθελε να προλάβει και να τονίσει ο Σοφοκλής με το έργο αυτό στην εποχή του;
Από τα πρώτα του έργα, γιατί αγαπήθηκε πιο πολύ αυτό, απ’ όλα τα άλλα;
Η νοημοσύνης της Αντιγόνης ήταν η αιτία της απόφασης αυτής; (Η Νοημοσύνη όπως τη εννοούσαν οι φιλόσοφοι και οι πολιτικοί της εποχής εκείνης, απουσιάζει από την ξεχωριστή λογική της Αντιγόνης).
Έτσι πορεύτηκα με δυο πόλους. Ο ένας με μνήμες από το οδοιπορικό της Αντιγόνης και ο άλλος πόλος, φρέσκος, προκλητικός, περίεργος, αποκαλυπτικός.
Περίμενα ένα νέο φως καθώς διάβαζα το κείμενο πότε στα αρχαία και πότε στην νεοελληνική γλώσσα, χωρίς να χάνω την ενότητα.

 

Η έννοια  του τυχαίου και του περιττού

 

Δεύτερο στάσιμο από την Αντιγόνη του Σοφοκλή

 

Καλότυχοι που δε γευτούν
στη ζωή τους κανένα κακό·
γιατί για κείνους που οργή θεϊκιά
τα σπίτια τους σείσει, δε λείπει καμιά συφορά
που να μην πέφτει σε πλήθος γενεές των.
Όμοια, καθώς όταν κύμα
κυλάει φουσκωμένο
απ
τις άγριες της Θράκης πνοές
πάνω στη σκοτεινή την άβυσσο,
590απ το βυθό αναταράζει
τη μαύρη ανεμοτράνταχτη αμμουδιά
κι αντιβογγώντας στενάζουν
κυματόδαρτοι οι κάβοι.

Από παλιούς βλέπω καιρούς
τα πάθη των Λαβδακιδών
να πέφτουν απάνω στα πάθη εκεινών
που σβήσανε κι ούτε καμιά
δε γλιτώνει γενιά την άλλη γενιά των·
μα ένας θεός τις γκρεμίζει
και λυτρωμό δεν έχουν·
γιατί τώρα το φως, στη στερνή
πάνω ρίζα που απλώνονταν
600μες στα σπίτια του Οιδίποδα,
το θερίζει των υποχθονίων θεών
το δρεπάνι το αιματόβρεχτο,
άκριτη γλώσσα και νου θεοβλάβη.

Τη δική σου τη δύναμη, ω Δία,
ποιά ανθρώπινη έπαρση
να σταματήσει θα μπόρειε; που αυτήν
μήτε ο ύπνος ποτέ ο πανδαμάτορας πιάνει,
μήτε οι μήνες των θεών οι ακούραστοι,
μ
απ τα χρόνια ακατάλυτος
βασιλεύεις δυνάστης
μες στου Ολύμπου το ξέλαμπρο φέγγος·
ενώ και τώρα και πριν και στο μέλλον
θα κρατά αυτός ο νόμος: πως τίποτα
στη ζωή των ανθρώπων δεν έρχεται
με χωρίς και καμιά δυστυχία.

Γιατί η άστατη βέβαια η ελπίδα
για πολλούς βγαίνει σε όφελος,
μα άλλων τούς κούφιους τούς πόθους γελά
κι η απάτη γλιστρά μες στον άνθρωπο, δίχως
να γνωρίζει αυτός τίποτα, ώσπου
στην πυρωμένη τη φωτιά
το ποδάρι του κάψει·
 γιατί αλήθεια σοφός ο περίφημος λόγος
που βγήκε από κάποιον: πως φαίνεται
καλό το κακό σε κείνον που ο Θεός
οδηγάει το νου του στο χαμό,
κι ο χαμός δε θ
αργήσει να φτάσει.

( Μετάφραση-Ι.Ν Γρυπάρης )

 

 

Ποίημα:  Λήθη του Λορέντζου Μαβίλη

 

Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε

την πίκρα της ζωής. Όντας βυθίσει

ο ήλιος και το σούρουπο ακολουθήσει,

μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ‘ναι!

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε

στης Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·

μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,

α στάξει γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται,

διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδίλι,

πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δεν μπορείς παρά να κλαις το δείλι,

τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν·

θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

 

Και τα δύο ποιήματα (κείμενα) μιλούν για το άπιαστο όνειρο του ανθρώπου να κυριαρχήσει στην ζωή. Σαν άμμος κυλά η ζωή μας, μέσα από τα δάχτυλά μας και πριν καλά – καλά την καταλάβουμε και την νοιώσουμε, εκείνη φεύγει.

Ξεκίνησα το δοκίμιο, από το δεύτερο στάσιμο και την αίσθηση του μάταιου που μου έδωσε. Το μάταιο, γυροφέρνει το μυαλό μου, σε αυτήν την νιοστή ανάγνωση του έργου του Σοφοκλή. Μαζί με την λέξη μάταιο γεννήθηκε και η σκέψη: «Μα ήταν απαραίτητο όλο αυτό που έγινε;» Το μάταιο και το περιττό, σκέφτηκα, ένα δίπτυχο που κατατρέχει την ανθρώπινη φύση.

Ο άνθρωπος έτσι περαστικός όπως είναι από  την ζωή, διογκώνει τα πεπραγμένα του, για να δώσει νόημα, αίγλη και γοητεία στο μη λογικό νόημα της ζωής και χάνεται μέσα στα τερτίπια που ό ίδιος δημιουργεί. Θα έλεγε κανείς, ότι έρχεται με πολύ ζήλο στην ζωή μόνο και μόνο για να υποφέρει και να πεθάνει. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο θάνατος θεωρείτο αλληλένδετος με την ζωή και πως στον κόσμο του 5ου αιώνα π.Χ. οι άνθρωποι είναι πιο εξοικειωμένοι με αυτόν. Το χορικό του ανθρώπου  και  οι στίχοι του Μαβίλη με την απόσταση που χωρίζει τα δύο κείμενα, μας υπενθυμίζουν πως ο άνθρωπος και η μοίρα του,  κρέμονται ανάμεσα σε δύο άκρα σαν μια  αιώρα η ζωή -γέννηση- θάνατος – και ο μεταξύ τους χρόνος, είναι το ζητούμενο, δηλαδή είναι «η ελεύθερη βούληση και επιλογή του ανθρώπου».

 

Η Αντιγόνη

 

H νοημοσύνη της Αντιγόνης συμπυκνώνεται στην έννοια του χρέους και όχι της ιδανικής λύσης και της αποτελεσματικότητας μιας επιλογής. Η Αντιγόνη ή  δεν θέλει, ή δεν μπορεί, ή για να το θέσουμε πιο σωστά, δεν της το επιτρέπει ο ρόλος που έχει επωμισθεί. Η personae της Αντιγόνης έχει κάποια από τα χαρακτηριστικά της  ακόλουθης του Διόνυσου. Υπερβαίνει ό,τι λογικό, για να πράξει το περιττό, αυτό που θα την αφανίσει αλλά που η ίδια θεωρεί αναγκαίο, για να δικαιώσει την ύπαρξή της και να δηλώσει την άρρηκτη σχέση της με την οικογένειά της και την μοίρα, της δικής  της οικογένειας. Στον μονόλογό της, φανερώνει την βαθειά της λύπη (οδύνη) για τον θάνατό της, για την ζωή που δεν θα ζήσει  και ολοκληρώσει. Άκλαυτη θα φύγω λέει, γιατί πράγματι κανείς εκτός από τον Αίμωνα, δεν είναι με το μέρος της, δεν αναγνωρίζουν τα δίκια της. Αντίθετα μπροστά στον όλεθρο που θα ακολουθήσει με μια σειρά από θανάτους- Ευρυδίκη,  Αίμωνας, Αντιγόνη,- ο χορός (η κοινή γνώμη) θα προτιμούσε την υπακοή και όχι την ανυπακοή στο διάταγμα του Κρέοντα. Στο έργο του Σοφοκλή προβάλλουν μια σειρά από λέξεις – κλειδιά που δηλώνουν το μη ιερό και το ιερό και την μεταξύ τους ανισορροπία. Ύβρις  –  Κατάρα- Μοίρα – Βία – Αγάπη- Ελεύθερη βούληση-Μακαριότητα-Νοημοσύνη.

Στο  ‘εξώδιο άσμα’ στο τέλος του έργου ο Σοφοκλής λέει:

 

Η φρόνηση είναι το πρώτο καλό

Για  την ευτυχία. Ανάγκη στα θεία

Ευσέβεια να έχεις. Για λόγια μεγάλα

Μεγάλες πληγές οι αλαζόνες πληρώνουν

Κι αργά τα γεράματα φέρνουν την γνώση. 

 

Έτσι ολοκληρώνεται με σειρά θανάτων και η αναγκαία κάθαρση στο έργο, και το τέλος της κατάρας των Λαβδακιδών. Η Αντιγόνη θα μπορούσε να έλεγε συμπληρώνω εγώ: «Η γενιά μου τελείωσε, πρέπει να πεθάνει, ας πεθάνω και εγώ».

 

 

Αντιγόνη κείμενο «πικρόν και κατάτεχνον»

 

«Ζώντας σε κοινωνίες όπου όχι μόνο τείνει να εκλείψει η αντιμετώπιση τραγικού μέσα στο βίο, αλλά και όπου η τραγωδία τείνει να οριοθετηθεί ως κλάδος ενασχόλησης «ειδικών»,  βρίσκουμε το δίλλημα πώς μπορεί να παρασταθεί  ένας λόγος  με πάντα χαμένη την μουσική και την όρχησή του, τόσο διάφορος από την σημερινή πνευματική συγκρότηση αλλά και τόσο ενάντιός της, ειδικά στο σημείο όπου σκοπεύει σε κοσμοσυστάσεις καθολικοτήτων,  ενώ ταυτόχρονα και αντιθετικά, υποδεικνύει χλευάζοντας τα όρια των παραπάνω  σκοπεύσεων».*1

Το κείμενο της  Αντιγόνης γραμμένο το 443- 431  π.Χ από  τον Σοφοκλή αποτελεί έναν   θησαυρό, όπως και όλες τις σωζόμενες τραγωδίες του 5ου π.Χ αιώνα. Ο Πλάτων αν και δεν ήταν οπαδός  της θεατρικής τέχνης, γνώριζε καλά και εκτιμούσε την τέχνη των ραψωδών. Η αρχαία ελληνική τραγωδία, βασίστηκε στις προφορικές και γραπτές  αφηγήσεις της παράδοσης, που αποτελούν και  το πρώτο υλικό  για τις ραψωδίες του Ομήρου. Τα έργα αυτά ποιητικά κείμενα, πυκνά σε νοήματα και πλούσια σε παρακαταθήκη μυθολογική και  ενσωματωμένη ιστορία, γοήτευσαν και γοητεύουν τον σύγχρονο κόσμο και οι παραστάσεις των καθηλώνουν ακόμη και όταν οι μύθοι πάνω στους οποίους βασίζονται τα έργα αυτά,  είναι άγνωστοι στο κοινό που παρακολουθεί τις παραστάσεις των. Τα έργα αυτά, μας χάρισαν ήρωες που κάθε φορά έχουν και κάτι ακόμη να μας αποκαλύψουν. Κάθε μελετητής σε διαφορετικές εποχές αποκωδικοποιεί ακόμη μια φορά και φέρνει στην επιφάνεια καινούργια στοιχεία και διατρέχουν τους αιώνες, ανοίγουν σαν μια τεράστια βεντάλια και προσφέρουν νέο υλικό κάθε φορά. Και έτσι φτάνουμε στα λόγια του Πλάτωνα πάλι, που στον Ίωνα χαρακτηρίζει τους ραψωδούς και εμείς κατ’ επέκταση  τους τραγικούς και το έργο τους «῾ερμηνέων  ῾ερμηνής». Ερμηνεύουμε (αποκρυπτογραφούμε) το κωδικοποιημένο μηνύματα των τραγικών όταν ερχόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με τα κείμενά τους. Από  την νέα αυτή ανάγνωση, προέκυψαν τρία νέα ζητήματα.

Α. Το νόημα του χρόνου και πώς η Αντιγόνη τον αντιλαμβάνεται.

Β. Η έννοια του περιττού στην καθημερινότητα και στην ζωή εν γένει.

Γ. Και η ερμηνεία της λέξης Νοημοσύνη σε σχέση με  την ερμηνεία της αρχαίας λέξης  Μήτις.

 

 

O Σοφοκλής όπως γνωρίζουμε από πηγές της εποχής του, ήταν ένας από τους εννέα στρατηγούς μαζί με τον Περικλή στην ναυμαχία της Σάμου το 441 π.χ. Ο Λόγος αυτής της τιμής (της ψήφου) λένε πως ήταν η διδασκαλία της Αντιγόνης που σημαίνει ότι το έργο γράφτηκε κάτι λίγο πριν. Ακρίβεια δεν υπάρχει. Παρουσιάστηκε πιθανότατα στα Μεγάλα Διονύσια του 441 π.Χ

Το περιεχόμενο του έργου είναι πολιτικό χωρίς να αποκλείουμε και άλλες πλευρές με τα ζητήματα που θίγει. Θεωρήθηκε και τότε που παρουσιάστηκε και κατά τον 4 π.Χ αιώνα   περίπου εξήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Σοφοκλή το 409 π.Χ  ως ένα εξαιρετικά αγαπητό έργο. Ο Σοφοκλής είχε στενή σχέση με τον Περικλή, καθώς μετείχε σε διάφορες κρατικές λειτουργίες. Στον Ηρόδοτο αφιέρωσε μια ελεγεία και ο Πλάτων αναφέρει ότι ο Σωκράτης άκουσε τον γέρο Σοφοκλή να μακαρίζει με ευγνωμοσύνη την απελευθέρωσή του  από τα πάθη του έρωτα. Το πόσο αγαπητό ήταν  το έργο του Σοφοκλή ‘Αντιγόνη’ και διαδεδομένο το αποδεικνύει και ο ρήτωρ Δημοσθένης, (384-322 π.Χ.) καθώς σ’ ένα δικαστήριο διάβασε τον λόγο του Κρέοντα στους πολίτες, ως δείγμα πατριωτισμού, σωστής κρίσης, αίσθησης του μέτρου και ως αντιπαράθεση στους αντίδικους του (τον Αισχίνη)  και τον ίδιο αιώνα ο Αριστοτέλης, επισήμανε το έργο με έμφαση  επανειλημμένα, στα πολιτικά  του. Αν συνεχίσουμε να εξετάζουμε την πολιτική πλευρά του έργου και την εποχή που γράφτηκε δηλαδή τον 5ος αιώνα π.Χ θα δούμε με άλλα μάτια τον Κρέοντα και το έργο συνολικά, αλλά και την ίδια την Αντιγόνη και  το τι συμβολίζει.

O Jacques Derrida λέει: «Ο ανθρώπινος νόμος είναι ο νόμος του άνδρα. Ο θείος νόμος είναι ο νόμος της γυναίκας. Είναι κρυφός και δεν διατυμπανίζεται, όπως οι εκδηλώσεις που χαρακτηρίζουν τον άνδρα. Είναι νυχτερινός….» και σε παραλλαγή: «Ο Κρέων το σύμβολο των νόμων της Πόλης και η Αντιγόνη το σύμβολο των άγραφων νόμων που διέπουν τον άνθρωπο». Η σύγκρουση των δυο αξιών μόνο πόλωση μπορεί να επιφέρει όπως  χαρακτηριστικά επιλέγει να τονίσει ο George Steiner στο βιβλίο του Αντιγόνες.

Η Αντιγόνη χαμένη μέσα στο δίκιο της, οριοθετεί το άδικο και περνάει στον άλλο κόσμο με μια λύπη στην καρδιά. Στο κόσμο του χώματος, της λάσπης, σε ένα πρωτογονισμό που είναι απόλυτος αλλά  και είναι γνήσιος, αναρχικός, καταστρεπτικός, ένας μέγας εχθρός τελικά της ΠΌΛΗΣ. Η δράση –απόφαση  – ελεύθερη βούληση-  της Αντιγόνης, είναι βασισμένη πάνω σε μια ψυχοσωματική κατάσταση  που λέγεται συγκίνηση. Η συγκίνηση είναι η κινητήρια δύναμη που τροφοδοτεί την απόφασή της. Τα επιχειρήματά της μοιάζουν λογικά, όμως δεν βασίζονται στην λογική αλλά στην παράδοση, στην θρησκεία στους άγραφους νόμους, στην συναισθηματική δικαιοσύνη την ατομική, την πολύ προσωπική, αντίθετα με τις θέσεις του Κρέοντα, δηλαδή τις νέες αντιλήψεις που  προσπαθούσαν να επιβληθούν, για την διακυβέρνηση μια ς πόλις.

 

Ποιός είναι πιο απόλυτος o Kρέων ή η Αντιγόνη;

 

Ο Κρέων ο ευγενής, ο ξεχωριστός, που γνωρίζει να σκέπτεται, να χάνει, να μαθαίνει και να βιώνει πριν από τον θάνατο του μια κατάσταση ευδαιμονίας (αποδοχή της αλήθειας)   φαίνεται πως οι θεοί τον σέβονται αρκετά, τόσο ώστε να του χαρίσουν τον δώρο της προσωπικής του υπέρβασης μέσα από την γνώση. Ο άρχων της Θήβας ζητά και επιδιώκει μια νέα αντιμετώπιση της ηθικής που θα  διέπει την Πόλη. Ζητά την προτεραιότητα της Πόλης, για το καλό του συνόλου των πολιτών. Το καλό της πόλης, να είναι πάνω από την φιλία, την συγγένεια, κάτι που λογικά μοιάζει απόλυτα αποδεχτό απ’  όλους. Το πρόσταγμα του Κρέοντα ήταν το πιστεύω της εποχής ένα δύσκολο και πρωτάκουστο πρόσταγμα. Οι θεατές  της Αντιγόνης μπορεί να ένοιωσαν άβολα  με το άταφο σώμα του Πολυνείκη, αλλά ήταν και με το μέρος του  Κρέοντα. Ο ρόλος του Κρέοντα στο έργο είναι πιο σύνθετος και πιο δύσκολος από αυτόν της Αντιγόνης. Το κοινό εξαιρετικά ευαίσθητο στη ταφή των νεκρών  οικείων, ναι μεν είναι συναισθηματικά με την Αντιγόνη αλλά καταλαβαίνουν τι επιδιώκει να καταφέρει ο Κρέων με το διάταγμα. Οι αρχές του Κρέοντα μας λέει ο Rudolf Bultmann (Polis and Hades in der Antigone des Sophokles): «δεν είναι ούτε ανόητες, ούτε εσφαλμένες». Αναγνωρίζει πλήρως την ιερότητα του θανάτου και του νεκρού σώματος της συγγένειας και των άγραφων νόμων των θεών του κάτω κόσμου, όμως προσπαθεί όλα αυτά τα στοιχεία να τα «εγκλείσει εντός της επικράτειας των κανονιστικών ορίων το πολιτικού σώματος» (George Steiner). Η τριλογία του Σοφοκλή Οιδίπους Τύραννος, Οιδίπους επί Κολονώ και Αντιγόνη γράφτηκαν όχι με αυτήν την σειρά. Επίσης η Αντιγόνη είναι σαν συνέχεια στο έργο του Αισχύλου, Επτά επί Θήβας. Στον πόλεμο με τον οποίο κλίνει και ο Θηβαϊκός κύκλος της τριλογίας του Αισχύλου. Σε αυτόν τον πόλεμο, τα δυο αδέλφια Ετεοκλής και Πολυνίκης αλληλοσκοτώνονται και έξω από τα τείχη τα δυο σώματα κείτονται νεκρά το ένα δίπλα στο άλλο, το ένα για ταφή, το άλλο του Πολυνείκη, για βορά των ζώων. Την εποχή που παίχτηκε το έργο (κείμενο «πικρόν και καότεχνον» κατά τον Πλούταρχο, είναι η περίοδος ανάμεσα σε δυο μεγάλους πολέμους, τους Περσικούς και τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Είναι η περίοδος  της ειρήνης, η περίοδος των ανακατατάξεων, ο χρυσός αιώνας του Περικλή.

 

H πολιτικές εξελίξεις γέννησαν το έργο αυτό

 

Υπάρχει  το θέμα  της Δημοκρατίας. Ακόμη τον 5ον αιώνα π.Χ υπήρχαν οικογένειες με θεϊκή καταγωγή όπως πίστευαν. Οι μεγάλες οικογένειες που διατηρούσαν ακόμη επιρροή στον τότε κόσμο και ήταν ένα θέμα ταυτόχρονα θετικό και αρνητικό για τις πολιτικές εξελίξεις. Ο Κρέων το τονίζει αυτό, «όποιος  τοποθετεί τον φίλο συγγενή, πάνω από την ίδια του την πόλη είναι ένα τίποτα». Μία υπερβολή βέβαια, μα όλο το έργο είναι μια υπερβολή. Η Αντιγόνη αντιπροσωπεύει την αμφιβολία σε αυτήν την προσταγή, αντιπροσωπεύει την  θρησκεία, την συντήρηση, την συναισθητική προσέγγιση του χρόνου των γεγονότων και  της ιστορίας και τελικά θα φτάσει στα άκρα. Δεύτερη υπερβολή. Η δύναμη του συναισθήματος και του ένστικτου που εξασκείται πάνω στην Αντιγόνη (Θεός Διόνυσος) εκφράζει απόλυτα τις αντιδράσεις των νέων ανθρώπων σε όλες τις εποχές και  φέρνει τα παθήματα, που ζώνουν όλο το έργο. Η αυτοκτονία στοιχείο κάθαρσης την εποχή εκείνη,  στοιχείο ανανέωσης και αλλαγής, ξεδιπλώνεται παράλληλα με ό,τι αναγκαίο για μια  καθαρότητα μετά από έναν εμφύλια πόλεμο, έναν λιμό, μια οικογενειακή τραγωδία. Όλα όσα έχουν σχέση με το παλαιό σύστημα πρέπει να εξαφανιστούν, να κλείσει ο κύκλος του πρωτογονισμού και να εισέλθουν σε μια αξιοκρατική, ορθολογική νέα πραγματικότητα. Όλα γίνονται γρήγορα στο έργο, όλα εκτυλίσσονται  μέσα σε ένα τοπίο μεταπολεμικό που μυρίζει αίμα και καμένη σάρκα. Η πόλη  αρρώστησε λέει ο Τειρεσίας ο μάντης στον Κρέοντα «από το δικό σου το μυαλό». Ο Κρέων πείθεται από τον Τειρεσία και από τον γιό του τον  Αίμωνα   και από τους γέροντες του χορού, να μην είναι απόλυτος και για το καλό της πόλης αποφασίζει να ελευθερώσει την Αντιγόνη. Όμως είναι αργά. Η Αντιγόνη έρχεται αντιμέτωπη με την αξία του χρόνου και δίνει την δική της ερμηνεία και λύση στο πρόβλημά της. Η διαταγή λες και δόθηκε μόνο για την Αντιγόνη. Ένα πολύ προσωπικό υπαρξιακό θέμα. Τι είναι ο χρόνος ρωτά η Αντιγόνη, αν όχι οι επιλογές μας.

Και λέει στην αδελφή της Ισμήνη στην αρχή του έργου στον πρόλογο, (στίχοι 72 -75)

καλόν μοι τοτο ποιούσ θανεν.
φίλη μετ
ατο κείσομαι, φίλου μέτα,
σια πανουργήσασ· πε πλείων χρόνος
ν δε μ ρέσκειν τος κάτω τν νθάδε.

(Σε ελεύθερη μετάφραση)… πιότερο χρόνο πρέπει ν’ αρέσω στους νεκρούς παρά σε όσους ζούνε, αφού εκεί θα είμαι αιώνια.

Εδώ θίγει ο Σοφοκλής με τα λόγια της Αντιγόνης εν θέμα υπαρξιακό- φιλοσοφικό, που ξεπερνάει τα της καθημερινότητας. Παρόλα τα ρεαλιστικά στοιχεία του πολέμου που μόλις  έχε προηγηθεί, της μεταπολεμικής κατάστασης στην πόλη, ο οίκος και η ταφή εισέρχονται με θεολογικά και φιλοσοφικά ζητήματα και θίγονται νόμοι αιώνιοι, που επηρεάζουν αν όχι ευνοούν, τις πολιτικοκοινωνικές αλλαγές που επιθυμούν να εγκαθιδρύσουν στην πόλη των Αθηνών. Το έργο αν και αναφέρεται σε μυθικούς χρόνους, μιλάει ουσιαστικά για την περίοδο που βιώνουν οι Αθηναίοι τη εποχή του Περικλή.

 

Οι γκρι αποχρώσεις του έργου

 

 

Η Αντιγόνη αντιπροσωπεύει την ποιητική πλευρά της ζωής, η οποία κρύβει μέσα στην μήτρα της, την αναρχία, μια ουτοπική εικόνα το κόσμου. Ο Jean Marie Lucien Pierre Anouilh, στο έργο του Αντιγόνη, ξεκινά με τον ίδιο τρόπο που το ξεκινά και ο Σοφοκλής το έργο  Αντιγόνη, με έναν διάλογο αυτή την φορά, όχι με την Ισμήνη αλλά – Αντιγόνη και  παραμάνα. Η Αντιγόνη  του, γραμμένη το 1946 βρίσκει την Γαλλία μετά από την απελευθέρωση από τους Γερμανούς – μεταπολεμική και εδώ κατάσταση. Θα αναφερθώ σε αυτήν την πρώτη εικόνα. Μια εικόνα στις αποχρώσεις του γκρι. Είναι πριν το χάραμα πριν βγει ο ήλιος να χρωματίσει τα πάντα. Η Αντιγόνη  συμβουλεύει την παραμάνα της να  σηκώνετε τόσο νωρίς το πρωί, πριν όλα αποκτήσουν χρώμα. Η συγκλονιστική αυτή  ατμοσφαιρική και ειρηνική εικόνα που όμως μεταφέρει  όλο την τραγικότητα και που θα ακολουθήσει. Μη πίστη στην πραγματικότητα -πίστη στο ουτοπικό.

ANTIGONE :

De me promener, nourrice, c’était beau. Tout était gris. Maintenant, tu ne peux pas savoir, tout est déjà rose, jaune, vert.…( η αλήθεια κρύβεται  την ώρα  πριν λίγο αρχίσουν να φαίνονται τα χρώματα, όταν όλα είναι  γκρι, την ώρα λίγο πριν το χάραμα.

Cest devenu une carte postale. (η ζωή έγινε μια κάρτα  ένα κάρτ – ποστάλ) Η Αντιγόνη  βρίσκει κάτι το αφύσικο το τεχνητό στο κόσμο της καθημερινότητας. Μια διαδικασία  δημιουργική γεμάτη προσδοκίες και δυνατότητες χάνεται, με την έλευση του ήλιου.

Il faut te lever plus tôt, nourrice, si tu veux voir un monde sans couleurs (να σηκώνεσαι νωρίς παραμάνα, αν θέλεις να δεις τον κόσμο χωρίς χρώματα (στολίδια  – διακόσμηση)

Η Αντιγόνη μέσα στα χρώματα τα αχρωμάτιστα, αναζητά κάτι καθαρό και απόλυτο. Αναζητά τις παραδόσεις, την οικογένεια, την θρησκεία, αλλά  θα ήταν επιπόλαιο αν το δούμε μόνο έτσι. Η Αντιγόνη θέτει ξανά μέσα στο πόνο της, το ζήτημα του χρόνου. Με ένα τρόπο που ίσως δεν έχει στο σύγχρονο κόσμο  λεχθεί.

«Αφού θα είμαι πιο πολύ χρόνο με τους νεκρούς του κάτω κόσμου  με αυτούς θέλω να είμαι πιο σωστή». Ο χρόνος εδώ αποκτά μια αιωνιότητα και η σχετικότητα της ‘επί της γης ζωής’ είναι διαπραγματεύσιμη ανάλογα τον άνθρωπο και τις συνθήκες. Όμως  δεν είναι μόνο ο χρόνος που μεταμορφώνεται σε εργαλείο ηθικών αξιών. Το έργο μιλάει, για την σχέση του ατόμου και της εξουσίας. Για την θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Της πολύπλοκης και  πολυσύνθετης προσέγγισης της καθημερινότητας, το δικαίωμα της ζωής και του θανάτου (αυτοκτονίας ). Την ιερότητα  του νεκρού σώματος. Μιλάει με έμμεσο τρόπο για τις ιεραρχίες και εφόσον είναι νέα σε ηλικία η Αντιγόνη, δεν γνωρίζει τον συμβιβασμό. Μετατρέπεται σε ιέρεια και οπαδός του Διονύσου και αφού θέσει τις απόψεις της λεκτικά,  θέτει και τον εαυτόν της στο  θυσιαστήριο. Η Αντιγόνη μιλάει με το σώμα της. Δεν σκοτώνεται από το Κρέοντα, αντίθετα ο Κρέων πηγαίνει να την ελευθερώσει, εξ αλλού εξ αρχής δεν ήθελε τον θάνατό της αλλά την τιμωρία της (Ίσως ). Η Αντιγόνη είναι νέα δεν έχει μάθει να συμβιβάζεται. Δεν πρέπει να αφήσουμε επίσης στην άκρη το στοιχείο των γονιών της. Προέρχεται από ένα πατέρα παρορμητικό που και εκείνος στα νιάτα του έπραξε  το ιερό λάθος. Η Αντιγόνη δεν μισεί τους γονείς της αντίθετα έχει λύπη στην καρδιά της για τα παθήματα τους και θέλει να τους τιμήσει. Η μητέρα της είναι και γιαγιά της και τα παιδιά γεννηθήκαν από αιμομικτική σχέση. Ο γιος σκότωσε τον πατέρα και όσο πιο πίσω θα πάμε στον θηβαϊκό κύκλο και φτάσου στον Λάιο και στην συνέχεια στον Κάδμο έχουμε μια σειρά από ύβρεις που συμβολίζουν το πέρασμα από την εποχή του ένστικτου, σε μια πιο πνευματική και κοινωνική εποχή δηλαδή τον πολιτισμό.

Το όνομα Αντιγόνη μία από τις πολλαπλές ετυμολογικές ερμηνείες είναι η γυναίκα που είναι ίση με τα αρσενικά τέκνα ή ανταμοιβή του γένος, ή εκείνη που στρέφεται κατά του γένους. Ένα δυναμικό όνομα. Ο Σοφοκλής με την Αντιγόνη ενδιαφέρεται να καταδείξει  στους πολίτες της Αθήνας ένα δρόμο – έναν τρόπο  – το χρέος του πολίτη και ανθρώπου, να βιώνει την ζωή του ελεύθερα. Αλλά συγχρόνως έρχεται αντιμέτωπος με αυτό προτείνοντας την συλλογικότητα. Η Αντιγόνη τελώντας τιμές στον νεκρό αδελφό της και  πιστεύοντας ότι ο θάνατος είναι πέρα από τους κοινωνικούς νόμους καθώς αγγίζει άλλο χώρο –χρόνο, ο θάνατος που οι ανθρώπινοι νόμοι δε τον φτάνουν, δίνει με την απόφαση και πράξη της, τιμή και στην δική της ζωή και ύπαρξη. Δεν είναι η διατήρηση της ζωής το ζητούμενο, αλλά το εύρος των ηθικών και αισθητικών αξιών, που προέχει της φυσικής ζωής. Όλοι είναι ενάντια στην πράξη της στην τραγωδία αυτή. Ο χορός, οι θεοί, ο Τειρεσίας, ο Κρέων ο θείος της η αδελφή της η Ισμήνη. Όλοι και εκείνη μόνη. Και όλα αυτά για μια χούφτα χώμα. Ο άκρατος ρομαντισμός, ο άκρατος ρεαλισμός. Ο Κρέων αντιπροσωπεύει το θετικό, το μέλλον, την πρόοδο, την λογική και η Αντιγόνη, την αταξία, το χάος,  το συναίσθημα, το δαιμόνιο, την α- προσαρμοστικότητα  και όμως όλοι μας αγαπάμε την Αντιγόνη και με σκεπτικισμό, αντιμετωπίζουμε τον Κρέοντα. Ο λόγος του Σοφοκλή είναι πολύ μελετημένος και αν φαίνεται  συχνά  αντιφατικός, είναι γιατί η Αντιγόνη είναι αντιφατική. Ο Σοφοκλής πιστεύει  στην αντιφατικότητα. Αντιβαίνει της λογικής η ίδια η ζωή. Ο Πλούταρχος στα Συμποσιακά (7,4, 703  α- β) λέει κάπου: «Τίποτα δεν μοιάζει με τα έμψυχα, όσο η φωτιά» Στο βιβλίο του o J.P Vernant- M. Detienne ‘Μήτις’ αναφέρεται στο συλλογισμό ότι η σχέση του Ήφαιστου και του Ερμή δύο διαφορετικές μα και συμπληρωματικές έννοιες, προσδιορίζουν την ελληνική σκέψη. Αν μείνουμε μόνο στην φωτιά  και με σύμβολο τον Ήφαιστο, που την επεξεργάζεται, έχουμε την μια πλευρά της σκέψης αυτής. Όμως η Αντιγόνη δεν ισορροπεί δεν είναι φτιαγμένη για να ισορροπήσει στο στάδιο που βρίσκεται. Μέσα στο έργο η ηρωίδα  σταχτοποιείται από την μην επεξεργασία της φλόγας που την καίει. Δεν δέχεται τα  χαρίσματα του Ερμή και έτσι με ένα  απόλυτο ευθύ συναισθηματικό τρόπο φορτισμένης σκέψης, οδεύει προς το θάνατο (αυτοκτονεί) για να μας δείξει ο Σοφοκλής ότι δεν πρέπει να είμαστε άκαμπτοι. Ο θάνατος εξυγιαίνει όλα τα ανθρώπινα και βάζει τον πήχη από την αρχή. Αυτό κάνει η Αντιγόνη, μας αναγκάζει να δούμε τα πράγματα ‘εξ αρχής’ μια και η πράξη της – σε δύο μέρη – πρώτον η ανυπακοή της διαταγής και δεύτερον, η αυτοκτονία της,  συμβολίζει το σημείο μηδέν μια κοινωνίας. Όλα θα ξεκινήσουν και πάλι από την αρχή. Η σολιψιστική της δράση  ως κόρη αντάξια του Οιδίποδα με την αυτάρκεια του εγώ, που την διακρίνει, απομακρύνεται τραγικά από την Σοφόκλεια ηθική του μέτρου και της ισορροπίας,  της δημοκρατικής συνύπαρξης και την αποφυγή των παθών που θα αποβούν μοιραία για το σύνολο της Πόλης. Αναγκαστικά, όλα θα ξεκινήσουν και πάλι από την αρχή. Μια διαδικασία  δημιουργική γεμάτη προσδοκίες και δυνατότητες.

 

Η  ‘Μήτις’ και ο πόλεμος κάθε μορφής.

Το σκηνικό της Αντιγόνης είναι ο όλεθρος του πολέμου κάθε είδους πολέμου. Και έτσι  ανάγεται ο πόλεμος, σε ένα ζητούμενο τόσο της ατομικής ευτυχίας, όσο και της συλλογικής, με συστατικά την ειρήνη την ισορροπία την διαλλακτικότητα.

 

Επίλογος.

Η Αντιγόνη είναι για μένα το αιώνιο μάθημα που δεν μαθαίνουμε στην ζωή και το γνωρίζουμε μόνο στην τέχνη και ίσως στην επιστήμη αν έχει ηθικά ερείσματα. Μια ανοιχτή διαδικασία αυτοκριτικής και μόνιμης αμφισβήτησης για ότι οδεύει προς μια παγιοποίηση.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Δεύτερο

Φάκελος Αντιγόνη

 

Από τις σημειώσεις και τα προγράμματα

ΑΝΤΙΓΟΝΗ – Θέατρο  Τομή 1999- 2009

 

Α.

 

SAPIENTIA

 

Ήδη στο πρόγραμμα της Α εκδοχής της Αντιγόνης το 1997 σημειώναμε την αισιόδοξη  Ινδική άποψη για τις 1000 προσεγγίσεις της αλήθειας. Ευρισκόμενοι πια στην Γ’ εκδοχή τρία χρόνια μετά, ψάχνουμε την παράδοξη αριθμητική των κλασσικών. Η εξάντληση τριών προσεγγίσεων της αλήθειας μας αναγκάζει να αποχωριστούμε την τάξη της αριθμητικής και να βρεθούμε σ ένα λαβύρινθο νοημάτων και ερμηνειών αλλά και των μετά-μορφώσεων τους μέσα στους αιώνες. Τι έμεινε σε μας εδώ? Θραύσματα λόγου, εικόνων, θέατρο σκιών για τον εξευγενισμό της ψυχής των νεκρών όπως παλαιά στην  Ινδία?

Η υπόθεση του έργου τόσο υποθετική, προϋποθέτει όμως την ύπαρξη του μύθου.

Μετά η άκρη του νοήματος χάνεται. Μόνο μια μουσική ίσως και ένας ρυθμός οπωσδήποτε.

Ένα αφόρετο φόρεμα στην κρεμάστρα γι’ αυτούς και αυτές που βιάζονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα να διανύσουν την απόσταση ανάμεσα στην ζωή και στο θάνατο. Το θεό κα το μη –θεό,  χωρίς το ανάμεσο του. (1) Η καταφυγή τελικά στην εμμεσότατα του πεσσοικού σαρκασμού, σ αυτό που με άλλα λόγια θα ονομάζαμε, επιβίωση.

Ναι, μάθαμε πολλά σ αυτή την πορεία με τις εκδοχές της Αντιγόνης. Αν όμως κάποιος μας ψιθύριζε στο αυτί ότι ένα βασικό αξίωμα της ζωής μας ως επιβίωσης, είναι ότι δεν μαθαίνουμε, ότι σχεδόν είμαστε εδώ για να μην μαθαίνουμε, άραγε θα του απαντούσαμε πάλι ότι μαθαίναμε? ότι η τραγωδία αυτό ακριβώς μας διδάσκει ότι δηλαδή δεν μαθαίνουμε? Λοιπόν, ‘παραμένουμε εν πληροί σύγχυση αθώοι’(2).

  1. ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
  2. Μ. Κατσαρός

1*ΤΑΣΣΟΣ ΠΕΤΡΗΣ

 

Β΄

Συνέντευξη (απόσπασμα)

 

Μέρος μιας συνέντευξης, που έχει σχέση με την προσέγγιση μου στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, δοσμένη στην Φαίη Τσίτου*2.

 

 

Ερώτηση
Μέσα από την πολύχρονη ενασχόληση σας με την “Αντιγόνη” του Σοφοκλή, θα διέκρινε κανείς μια πίστη, μια εμμονή. Αυτό που σας συγκινεί περισσότερο είναι η συγκεκριμένη αρχαία ελληνική τραγωδία ή γενικότερα ο κόσμος της τραγωδίας, τα θέματα και ο τρόπος που αυτή τα επεξεργάζεται;

Απάντηση
Ας ξεκινήσουμε από την εμμονή. Η εμμονή έτσι και αλλιώς πρέπει να υπάρχει στη δουλειά του καλλιτέχνη. Αν του φύγει η πρώτη έμπνευση, διάθεση για κάτι, και δεν υπάρχει η εμμονή για να το τελειώσει, δεν θα το τελειώσει ποτέ. Του φεύγει η συγκίνηση και πάει αλλού μακρόχρονα. Είναι επίσης και αυτό που σου δείχνει αν πρέπει να ασχοληθείς με ένα θέμα, δηλαδή σου δείχνει την αντοχή ενός εγχειρήματος . Φαίνεται ότι με την Αντιγόνη έχει γίνει αυτό. Καταρχήν μ’ αρέσει πολύ και με συγκινεί η προσωπικότητα της. Την έχει πλάσει έτσι ο Σοφοκλής που να’ ναι πραγματικά πολύ γοητευτική. Δεν είναι τυχαίο που έχουν ασχοληθεί μέχρι σήμερα τόσοι και τόσοι με την Αντιγόνη. Αυτό δείχνει ότι η Αντιγόνη έχει μια δύναμη. Και το ίδιο το έργο απ’ την άλλη είναι πολύ περίεργο, είναι αντιφατικό, γι’ αυτό δε το θεωρούσαν σαν ένα από τα δείγματα λαμπερής γραφής. Άνθρωποι του σύγχρονου κόσμου κατέληξαν να νοσηλεύονται σε ιδρύματα, όπως ο Χέλντερλιν, έφτασαν σε ακραίες ψυχοσωματικές καταστάσεις, και μέσα στην τρέλα τους επανερχόντουσαν στο θέμα της Αντιγόνης. Δεν είναι τυχαίο αυτό. Η Αντιγόνη έχει μια σκοτεινή πλευρά που μάλλον θα πρέπει να ταιριάζει και σε μένα. Απ’ ό, τι βλέπεις οι επιλογές μου είναι λίγο σκοτεινές: Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, ντοκουμέντο, το οποίο πάντα είναι δυσάρεστο – δεν είναι πολύ εύκολο να παρακολουθείς θανάτους, ή διάφορες οριακές ανθρώπινες καταστάσεις. Ο Καστοριάδης λέει ότι η δημοκρατία δεν είναι αυτό που εννοούμε εμείς σήμερα αλλά ότι δημοκρατία για την αρχαιότητα, είναι τα πρώτα όρια που θέτει ο άνθρωπος. Αυτό που προσπαθεί να καταλάβει ο άνθρωπος με την αρχαία τραγωδία είναι πως είναι περαστικός. Συμφωνώ με τον Καστοριάδη, ότι δηλαδή η τραγωδία αυτό που κυρίως προτείνει είναι η σχέση μας με το ” παροδικό”.  Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν το βλέπει συνήθως έτσι. Η αρχαία τραγωδία πάντα μέσα στη χαρά της ζωής είχε και τη συνείδηση του θανάτου. Επιστρέφω στην persona της  Αντιγόνης. Η Αντιγόνη συνέχεια αντιφάσκει και είναι και ο λόγος της πολύ τολμηρός. Δε μπορώ να το φανταστώ πώς αντιμετώπισαν εκείνη την εποχή, την Αντιγόνη να προτείνει ότι θα μπορούσε να μη δώσει το σεβασμό που οφείλει στον άντρα της! Επίσης, ενώ από τη μία να λέει ότι η συγγένεια είναι πάνω απ’ όλα, ήδη να ‘έχει αρνηθεί τη συγγένεια με την τελευταία συγγενή που της έχει απομείνει, την αδελφή της την ίδια. Αντιφάσκει συνεχώς, λέει πως γεννήθηκε για να αγαπά κι όχι για να μισεί, μα πολύ γρήγορα μισεί την αδελφή της λέγοντας της ότι δεν την θέλει κοντά της. Η Αντιγόνη έχει δηλαδή μια ελευθερία αναρχική. Εκφράζει όλα τα πολυσήμαντα που είναι ο άνθρωπος, το γεγονός ότι συνυπάρχουν όλα τα πράγματα, καλό κακό  μαζί.  Γι’ αυτό είναι μεγάλα κείμενα αυτά , οι αρχαίες ελληνικές τραγωδίες. Διαβάζοντας καταλαβαίνουμε και τη δική μας σχέση με τον κόσμο – δεν μπορούμε από τους ανθρώπους να ζητάμε να είναι μονοσήμαντοι, αυτό λέει ο Σοφοκλής.

 Ερώτηση

Θα θέλατε να μας μιλήσετε για την η αρχαία ελληνική τραγωδία και συγκεκριμένα την   “Αντιγόνη” του Σοφοκλή που φέτος ετοίμαζε την τέταρτη της εκδοχή; Πιο συγκεκριμένα πώς θελήσατε να διαφυλάξατε την πολυπλοκότητα και το βά8ος του κειμένου (και στις τέσσερεις  παραγωγές) χρησιμοποιώντας ένα εξίσου πολυσήμαντο μέσο, το σώμα (φωνή, κίνηση, χειρονομία, ακινησία) και τις δυνατότητες που αυτό προσφέρει;

 

Απάντηση

Είναι χιλιάδες ερωτήσεις αυτή η ερώτηση… Νομίζω ότι το σώμα από μόνο του απλοποιεί τα πράγματα, δηλαδή είναι ένα εργαλείο που έρχεται να ξεκαθαρίσει, όχι να φορτώσει. Είναι απλό, γιατί ό, τι αισθάνεται το βγάζει κατευθείαν μ’ έναν άμεσο τρόπο. Άρα  όταν έρχεται το σώμα στην αρχαία τραγωδία που έρχεται για αυτό τον λόγο κυρίως, για να βοηθήσει να βγουν όλα αυτά τα στοιχεία τα σκοτεινά και φωτεινά κι εφόσον έχει το ίδιο πάντα να προτείνει κάτι το πολύ ξεκάθαρο, βοηθάει στην κατανόηση. Το σώμα δεν μπορούμε να το ξεχωρίσουμε από το λόγο, νομίζω. Γιατί υποτίθεται ότι ο λόγος προήλθε από καταστάσεις που είχε αισθανθεί το σώμα πριν. Μιλάει γι’ αυτές. Άρα  είναι αλληλένδετα στοιχεία, το σώμα και ο λόγος. Με την πάροδο των αιώνων χωρίσαμε αυτά τα δύο είτε γιατί θέλαμε να τα αναλύσουμε, να τα κατανοήσουμε περισσότερο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στην τέχνη που είναι αποσύνθεση και (κυρίως) σύνθεση ταυτόχρονα πραγμάτων, αυτά τα δύο δεν είναι ένα. Είτε ανεβάζεις ένα έργο σύγχρονο είτε αρχαία τραγωδία, το σώμα είναι εκεί, υπάρχει, είναι το εργαλείο του ηθοποιού, του ανθρώπου. Για μένα δεν τίθεται θέμα πώς να συνυπάρξουν γιατί εκ των πραγμάτων συνυπάρχουν. Η δυσκολία ισχύει και για τα δύο εξίσου, απ’ τη στιγμή που κάνεις τέχνη και καλείσαι να μορφοποιήσεις τα πράγματα, να τα δώσεις στο θεατή και μέσα απ’ αυτά ο θεατής να επικοινωνήσει. Είναι η περίφημη φόρμα. Η δυσκολία του πώς θα τα χρησιμοποιήσεις σε βάζει πια στην τεχνική, όπου ψάχνεις να βρεις τρόπους, από αρχές που είναι δοσμένες, που βρίσκεις μόνος σου… Σχετικά με το βάθος και την πολυπλοκότητα του κειμένου νομίζω πως το θέατρο αυτό ακριβώς κάνει και γι’ αυτό η τραγωδία είναι σύγχρονη και πρέπει να αποτελεί ένα στάδιο μελέτης. Το κείμενο παρέχει αυτό το βάθος με τη πρώτη, ή τη δεύτερη ανάγνωση ή την τρίτη. Το θέατρο όμως δεν είναι το κείμενο μόνο, είναι οι άνθρωποι που υπάρχουν πάνω στη σκηνή και ο τρόπος που αυτοί θα το αντιμετωπίσουν. Είναι οι άλλες τέχνες που το συνοδεύουν. Επομένως μιλάμε για μια πολυπλοκότητα που ήδη υπάρχει μέσα στην ιδέα του θεάτρου.

 


 

Το Δοκίμιο αυτό είναι η συμμετοχή μου στον Κλίβανο ΙΙ  Συλλογικό Υπερρεαλιστική Ομάδα Θεσ/κης.

Εκδ. ΓΡΆΦΗΜΑ 2020

Φώτο. Αντιγόνη Θέατρο Τομή

 

 

 

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΜὲς τὴ διαφάνεια τοῦ πρωινοῦ |Νικηφόρος Βρεττάκος
Επόμενο άρθροΤο Τραγούδι της Ημέρας
Η Μαρία Πανούτσου γεννήθηκε στην Αθήνα και υπηρετεί το θέατρο και την ποίηση από το 1979. Σπούδασε μουσική, χορό, θέατρο, ζωγραφική και φωτογραφία στην Ελλάδα, Αγγλία, Πολωνία. Έχει ταξιδεύσει για σπουδές και για συμμετοχή σε Διεθνή Φεστιβάλ θεάτρου, με το Θέατρο Τομή, στην Αγγλία, Σκωτία, Ρουμανία, Γεωργία, Γερμανία, Γαλλία, Πολωνία, Ιταλία, Κύπρο. Έζησε στην παιδική της ηλικία στο Ιράκ, στην Κύπρο και στο Λίβανο. Ξεκίνησε πολύ μικρή το χορό και το θέατρο και με την πρώτη της σκηνοθετική δουλειά βραβεύτηκε με πέντε βραβεία στο Φεστιβάλ Ιθάκης. Σκηνοθεσίας, καλύτερης παράστασης, καλύτερης παρουσίασης νεοελληνικού έργου, βραβείο γυναικείου ρόλου και έπαινος ανδρικού. Τώρα ζει, εργάζεται και μοιράζεται την ζωή της μεταξύ Αθήνας, Κέας και Λονδίνου. Είναι απόφοιτος του Έκτου Γυμνασίου Θηλαίων. Διπλωματούχος της Σχολής Κλασσικού χορού Ε. Ζουρούδη. Διπλωματούχος της Επαγγελματικής σχολής Θεάτρου Αθηνών Έχει σπουδάσει στο GROTOWSKI LABORATORIUM στο Βρότσλαβ της Πολωνίας. Τελειόφοιτος του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Σπούδασε στο Open University of London Humanities - Ανθρωπιστικές σπουδές, και συμπλήρωσε την μελέτη της για την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία με την παρακολούθηση: Αθηναϊκή Δημοκρατία, 5ος αιώνας, στο Open University of London. Παράλληλα με το θέατρο και την τέχνη η Μαρία Πανούτσου έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές, «ΚΑΛΕΣΜΑΤΑ», «SALUADER» και «ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΔΑΚΤΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΟΝΟΥ ή ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣΑΝΔΡΑ ΑΠΟ ΤΟ CITY» που έχουν εξαντληθεί και ετοιμάζει την έκδοση της νέας ποιητικής συλλογής με τίτλο «Η ΠΟΛΗ». Μελέτησε Ζωγραφική και Αγιογραφία με τον ζωγράφο Δ. Πάλμα, και Κεραμική με τον γλύπτη Ν. Σκλαβενίτη. Ζωγραφίζει από το 1982 και χρησιμοποιεί ποικίλα υλικά για τον σκοπό αυτόν. Δουλεύει τον πηλό κατασκευάζοντας έργα αποκλειστικά με το χέρι και όχι με τον τροχό. Με την Φωτογραφία και τις αρχές της κινηματογραφικής τέχνης, ασχολήθηκε την περίοδο 1980-90 όπου έγινε δεκτή και στο International Film school of London. Επίσης στο θέατρο παρουσιάζει θεατρικές παραγωγές όταν έχει να πει κάτι που την απασχολεί πολύ. Μελετά το ανέβασμα έργου του Σταμάτη Πολενάκη και του κύπριου ποιητή, Ανδρέα Τιμοθέου… Τελευταία θεατρική δουλειά της, 2015 με την παράσταση «Άσπρο Φως Ιστορίες έρωτα και αναρχίας» στο θέατρο Ειλισσός.