Να χάνεις. Πρόσωπα και στιγμές. Αυτόν, αυτή που κάθονταν στην καρέκλα με το κόκκινο κάλυμμα. Με το γέλιο που σε ανακούφιζε. Με όλα όσα σου πρόσφερε. Με το βλέμμα που σε ανακούφιζε και την αγκαλιά που σε προστάτευε. Με τα τρυφερά λόγια που σου έδιναν θάρρος. Με το δέσιμο σας το αλλιώτικο. Με μια αγκαλιά μόνο για σένα.

Άδεια αγκαλιά που μου έμεινες εσύ μονάχα. Που τα χέρια μείναν το κενό να περιμένουν, και η καρδιά να χτυπά μοναχή της. Απόκριση καμία. Απορίες πολλές. Γιατί να φύγεις; Άραγε με αγάπησες αρκετά; Άραγε κατάλαβες πόσο σε αγάπησα; Γιατί οι λέξεις ντρέπονται να σταθούν αντάξιες των συναισθημάτων μας; Γιατί το συνειδητοποιούμε αυτό όταν ο άλλος φεύγει;

Τα γιατί μένουν αναπάντητα. Οι όποιες απαντήσεις μας πρόσκαιρες για να ξεχνιόμαστε πότε πότε. Ο χρόνος περνά και εμείς ξεχνάμε. Προσωρινά. Μα η απώλεια σε βασανίζει το άδικο σε πνίγει. Μια καρέκλα κενή και μια ψυχή κομματιασμένη. Σε πιάνει πανικός κατά καιρούς. Ήμουν αρκετός; Του έδειξα την αγάπη μου; Τον έκανα να καταλάβει πως η απώλεια του με στιγμάτισε, με συντάραξε, με διέλυσε;

Και κάπου εκεί πρέπει να θυμηθείς πώς κάποιοι άνθρωποι αρκούνταν στην χαρά της ύπαρξης σου. Στη χαρά που τους πρόσφερε το γέλιο σου. Στην περηφάνια που τους πρόσφερες με τα χαρίσματα σου που ακόμα δεν ανακάλυψες ή δεν παραδέχθηκες. Είναι οι άνθρωποι που θα σε στήριζαν σε κάθε τρελό σου όνειρο. Που απαντούσαν σε ερωτήματα σου πολύ πριν τους τα θέσεις. Και που ακόμα και όταν έλειπαν ήταν εκεί. Γιατί είχαν θέση στην καρδιά σου και ακόμα και τώρα που έφυγαν οριστικά εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα σου.

Οι άνθρωποι μένουν , αν και φεύγουν. Καμία ζωή δεν τελειώνει χωρίς να αφήσει το στίγμα της. Χωρίς να προσφέρει αναμνήσεις. Χωρίς να αγαπήσει. Και αυτός/ αυτή που σε άφησε σε αγάπησε. Ήταν περήφανος/ περήφανη για εσένα για πράγματα που αγνοείς επιδεικτικά. Γιατί για κάποιο λόγο θες πάντα να μην είσαι αρκετός.

Στη ζωή μας βλέπουμε ανθρώπους, τους ακουμπάμε, τους αγαπάμε, αισθανόμαστε πράγματα για αυτούς. Κι όμως δεν είναι αρκετά για να ξεπεράσουμε τη βιολογία. Άνθρωποι που μένουν  μόνο ως ανάμνηση στις ζωές μας, ας μείνουν ως καλή ανάμνηση. Ας μείνει από εκείνους ένα αίσθημα επάρκειας, θαλπωρής και ολοκλήρωσης. Ας νικήσει η αγάπη μας για εκείνους. Ας φύγουν τα ερωτήματα που μείναν αναπάντητα και ας συμφιλιωθούμε με τους δαίμονες μας, τα αιώνια «γιατί» μας.

Χάνοντας μάλλον κάτι κερδίζουμε. Ίσως συνειδητοποιούμε ότι η απώλεια υποκλίνεται στο μεγαλείο της ζωής ,στη δυνατότητα της να πορεύεται με τις πληγές της και τις αναμνήσεις της, την ολοκλήρωση της αγάπης όσο κι αν αυτή μας συντροφεύει.

*Το κείμενο, ελαφρώς παραλλαγμένο, είχε δημοσιευτεί πριν δύο χρόνια στο προφίλ μου στο facebook, όταν η απώλεια κάπως με απασχολούσε παραπάνω. Το θυμάμαι με γλύκα και κάποια πικρία που έχω χάσει κάποια ελπίδα.


*Ευχαριστώ πολύ την Μαρίλη Αγάθου για την παραχώρηση της φωτογραφίας.

Γράφει η Ζωή Αμοιρίδου.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθρο10 Aγαπημένα τραγούδια της Ελευθερίας Αρβανιτάκη
Επόμενο άρθρο“Μετά από αυτό που προηγήθηκε” της Μαρίας Χρονιάρη
Ζωή Αμοιρίδου
Γεννήθηκε το 1999 στην Κέρκυρα, όπου και μεγάλωσε, ενώ από το 2017 μένει στη Θεσσαλονίκη όπου σπουδάζει στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Θέλει να γίνει ιστορικός τέχνης γιατί η τέχνη τη συγκινεί όσο τίποτα. Συμμετέχει εθελοντικά στο φεστιβάλ κινηματογράφου, στην ArtThessaloniki και στο OpenHouse. Τριγυρνά σε μουσεία και γκαλερί. Αγαπά τη φωτογραφία, τον κινηματογράφο ,τη λογοτεχνία και όποτε της έρθει γράφει και κανένα ποίημα. Της αρέσουν τα ταξίδια, οι βόλτες με φίλους, οι καφέδες σε τζαζ ρυθμούς και τα κρασιά με υπόκρουση Μάλαμα. Θέλει να συζητά, να γνωρίζει ανθρώπους που θαυμάζει, να κερδίζει γνώσεις. Κλαίει, όσο γελά. Πάρα πολύ. Η στήλη της VitArt, είναι η προσπάθεια της να μιλήσει περί Τέχνης, για τα περί της Ζωής. Κάποτε σε πεζό λόγο, κάποτε σε ποιητικό.