Ι

 

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,

Πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

 

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω

Και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;

 

Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,

που μάντευες τι πέρναγε κάτου απ’ το τσίνορό μου,

 

Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα

και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;

 

Πουλί μου, εσύ που μούφερνες νεράκι στην παλάμη

πως δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

 

Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ’ άσπρα μαλλιά μου λύνω

και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

[…[

 

VI

 

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,

άνοιξη, γιέ, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

 

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις

άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης.

[…]

 

VII

 

Κανείς μη γγίξει απάνω του, παιδί μου είναι δικό μου.

Σιωπή· σιωπή· κουράστηκε, κοιμάται το μωρό μου.

 

Ποιος μου το πήρε; Ποιος μπορεί να μου το πάρει εμένα;

Άσπρισαν τα χειλάκια του, τα μάτια του κλεισμένα.

 

Δόστε μου, αïτοί, νύχια, φτερά για ναν τους κυνηγήσω

και την καρδιά τους, μύγδαλο ναν τήνε ρουκανίσω.

[…]

 

ΙΧ

 

Κι, αχ, Θέ μου, Θέ μου, αν είσουν Θεός κι αν είμασταν παιδιά σου

θα πόναγες καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.

 

Κι αν είσουν δίκαιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,

κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.

[…]

 

Εμείς ταγίζουμε τη ζωή στο χέρι: περιστέρι,

κ’ εμείς ούτ’ ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι.

 

Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ’ αργασμένα μπράτσα

και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα.

 


 

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθρο“Mατωμένα Χώματα” της Διδώς Σωτηρίου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς
Επόμενο άρθροΆφεση, Γιάννης Τρανίδις
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας αλλά και από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Κατέχει πιστοποίηση στο σύστημα γραφής Braille και παρακολουθεί σεμινάρια στον τομέα της Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας. Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία και το ραδιόφωνο. Η πρώτη της φωτογραφική έκθεση είχε θέμα το νησί της Φολεγάνδρου και παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη το 2017. Έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις και έργα της εκτίθενται στην «Ολυμπιακή Δημοτική Πινακοθήκη Σπύρος Λούης» στο Μαρούσι στα πλαίσια της εκδήλωσης «2ο Φεστιβάλ Εικόνας Τέχνης και Πολιτισμού» για το 2017. Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τους περίπατους, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του ελληνικού καφέ από την κούπα της μαμάς της. Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την πηγαία ευγένεια, τις ευχές, τις πράξεις που έχουν ένα τεκμήριο αγάπης μέσα τους, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό, τα βλέμματα που δεν έχουν ανάγκη από φίλτρα φωτογραφικά για να δείξουν την λάμψη τους. Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει -πια- πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια... Πιστεύει… στο Αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων. Αισθάνεται… Ευγνωμοσύνη, Εμπιστοσύνη, Ελευθερία… Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή… Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό.