Ετικέτα: Ποίηση
Το σώμα και το μηδέν, Τάκης Σινόπουλος
Όνειρο διπλωμένο στ’ όνειρο
η μέρα στάχτη η νύχτα τίποτα
η πέτρα που σκοντάφτεις και ξυπνάς
σιγά σιγά τα βήματα σε πάνε ως τα βουνά
φεγγάρι ασύγκριτο
περνώντας των...
Οι άκρες των χειλιών, Δημήτρης Καρπέτης
Λέξεις που τρέμουν,
καθώς ταλαντεύονται
στις άκρες των χειλιών.
Ανάσες που ομορφαίνουν
τη μελαγχολία του έρωτα.
Στις άκρες των χειλιών μας
σκοντάφτουν τα ανομολόγητα
πάθη.
Ένα αεράκι που χαϊδεύει
τη σάρκα που περιφρονά
ακόμα...
Ίσκιοι, Αργύρης Χιόνης
Τίποτα μην κοιτάς από κοντά
Κι η πιο γερή αλήθεια έχει ρωγμές ψευτιάς
Κι η πιο λαμπρή αλήθεια έχει σκιές βλακείας
Τα νύχια του περιστεριού είναι αρπαχτικά
Ο...
Δύο μετά το μεσημέρι, Χρίστος Λάσκαρης
Απόφαγε,
Και κάθεται στο τραπέζι μόνος.
Μόνος όπως και χτες,
Όπως και προχτές.
Καπνίζει...
Τι κούραση αυτή η μοναξιά.
Τίποτα δεν ξέρει να γιατρέψει.
(Από την συλλογή ‘’Απόγευμα προς βράδυ’’, εκδόσεις...
Αναδύεσαι, Ε.Χ. Γονατάς
Αναδύεσαι.
Τα σκοινιά που σε βαστούσαν στο βράχο τα ‘φαγε το κύμα,
η προσευχή του κάβουρα και οι στεναγμοί των πνιγμένων.
Ταξιδεύεις στις θάλασσες.
Ο άνεμος σου δίνει...
Ευγνωμοσύνη, Oliverio Girondo
"Ευχαριστώ άρωμα γαλάζιο,
πυρά ζηλευτή.
Ευχαριστώ χαίτη, άλογο, μανταρινιά.
...
Ευχαριστώ τα τσαμπιά του σταφυλιού, το δειλινό,
τη δίψα, τη θέρμη,
τις ρυτίδες, τις αγκαλιές,
τη νύχτα, το χορό στη φωτιά,
την...
Γράμμα σε μια άγνωστη, Nicanor Parra
Σαν περάσουν τα χρόνια, σαν περάσουν
Τα χρόνια κι ο αγέρας έχει ανοίξει ένα λάκκο
Ανάμεσα στις ψυχές μας, σαν περάσουν τα χρόνια
Κι εγώ δεν είμαι...
Μ’αρέσεις άμα σωπαίνεις, Pablo Neruda
(Απόσπασμα)
Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτειά. Κι άμα κλαις μου αρέσεις, απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’...
Ποιοι μας αγαπάνε, Θωμάς Γκόρπας
Αυτό το καλοκαίρι ποιός θα το πάρει;
Ποιοι μας αγαπάνε;
Κλειστό μαγαζί
κλειστό μαγαζί της αγάπης.
Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα
μπάνια
σ’ αχρησιμοποίητες ακρογυαλιές
θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά μπύρες
ουίσκια
άγρια...
Δέησις, Κωνσταντίνος Καβάφης
Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη.—
Η μάνα του, ανήξερη, πηαίνει κι ανάφτει
στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και νάν’...















