Σήμερα είναι τα χέρια μνήμη.

Η ψυχή δεν θυμάται, πονάει

απ’ την τόση ανάμνηση. Αλλά στα χέρια

μένει η ενθύμηση εκείνου που κράτησαν.

Ενθύμιο μιας πέτρας

που βρέθηκε δίπλα σ’ ένα ρυάκι

και τη σηκώσαμε αφηρημένοι

χωρίς να καταλαβαίνουμε την ευτυχία μας.

Αλλά το τραχύ της βάρος

μας έκανε να αισθανθούμε πως επιτέλους κρατούσαμε

τον πιο ωραίο καρπό των καιρών.

Εύκολα γνωρίζει κανείς

το βάρος μιας πέτρας μέσα στα χέρια.

Σε μια πέτρα βρίσκεται

η υπομονή του κόσμου, που ωρίμασε αργά.

Αναρίθμητο άθροισμα

από μέρες και νύχτες, ήλιους και νερά

που της προσέδωσαν αυτή την αδέξια και σκληρή μορφή

που δεν ξέρει να συμπεριφέρεται τρυφερά και υπάρχει

αινιγματικά, μοναχά με το βάρος της.

‘Ηταν πάντοτε ακίνητη,

χωρίς κάποιον να την αναζητά, περίκλειστη

σε μια βούληση πυκνή και σταθερή

για να μην πετάξει σαν πεταλούδα

για να μην είναι ωραία σαν τον κρίνο

για να περισώσει από ζήλιες την αγνότητά της.

Πόσοι ευλύγιστοι κρίνοι, πόσες εύθραυστες

λιβελούλες δεν έχουν πεθάνει, εκεί, στο πλάι της,

επειδή έτρεξαν τόσο προς την άνοιξη!

Εκείνη ήξερε να περιμένει χωρίς να ζητάει τίποτα

πέρα απ’ την αιωνιότητα της καθαρής ύπαρξής της.

Επειδή αρνήθηκε τα πέταλα και την πτήση

είναι ζωντανή και μου μαθαίνει

πως μια αγάπη πρέπει ίσως να στέκει ακίνητη, πολύ ακίνητη,

ν’ αφήνει τα ψεύτικα φτερά της βιασύνης

και να κατανικά έτσι τον δικό της τον θάνατο.

Θυμούνται ακόμα εκείνα, τα χέρια μου,

πως κράτησαν ένα αγαπημένο κεφάλι στις παλάμες τους.

Τίποτα πιο μυστηριώδες σ’ αυτόν τον κόσμο.

Τα δάχτυλα αναγνωρίζουν τις τρίχες των μαλλιών,

αργά, μία μία, σαν φύλλα

ημερολογίου: είναι ενθυμήματα

από άλλες τόσες, εξίσου αμέτρητες,

ευτυχισμένες μέρες

πειθήνιες στην αγάπη που τις αναζωογονεί.

‘Ομως, ψαύοντας την αδυσώπητη μορφή

που πίσω απ’ τη σάρκα μάς αντιστέκεται

οι παλάμες απομένουν τυφλές.

Δεν είναι χάδια, όχι, αυτό που επαναλαμβάνουν

περνώντας και ξαναπερνώντας πάνω απ’ τα κόκκαλα:

είναι ερωτήσεις δίχως τέλος, είναι αγωνίες

ατελείωτες που έγιναν φλογερές αφές.

Και τίποτα δεν τους αποκρίνεται: μια υποψία

πως όλα μας ξεγλιστρούν και μας διαφεύγουν

όταν ανάμεσα στα χέρια μας τα πιέζουμε

μεγεθύνοντάς τα στη ζέστη του μετώπου εκείνου.

Το κεφάλι παραδίδεται. Είναι η παράδοσή του απόλυτη;

Το βάρος στα χέρια μας αυτό υπαινίσσεται,

τα δάχτυλα το πιστεύουν

και θέλουν να πειστούν: ψαύουν, ψαύουν.

Αλλά μια σκοτεινή φωνή πίσω απ’ το μέτωπο

-το μέτωπό μας ή το δικό της;-

μας λέει πως το πιο μακρινό μυστήριο,

επειδή βρίσκεται τόσο κοντά μας, είναι ανέγγιχτο

απ’ αυτό το θνησιμαίο σαρκίο με το οποίο ψάχνουμε,

εκεί, στην άκρη των δαχτύλων μας,

την αόρατη παρουσία.

Έτσι κρατώντας στα χέρια ένα κεφάλι

τίποτα δεν γνωρίζεις, τίποτα,

μόνο πως είναι το μέλλον που αποφασίζει

είτε για τη ζωή είτε για τον θάνατό μας

πίσω από τούτα τα δύστυνα χέρια, τα ξεγελασμένα

από την ομορφιά που κράτησαν.

Μέσα σε χέρια τυφλά

που δεν μπορούν να ξέρουν. Που μόνη τους πίστη είναι

να ‘ναι καλοσυνάτα, να δίνουν χάδια

χωρίς να παντρεύονται, μονάχα για να δουν αν έτσι κερδίζουν

-όταν το αγαπημένο κεφάλι θα έχει ξαναβρεθεί

στους ώμους του επάνω

και θα μοιάζει να μην έχει μείνει τίποτα μες στις παλάμες-

τον θρίαμβο να μην είναι ποτέ πια άδεια.


(Μακρύς θρήνος, 1975)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΗ φάρμα των ζώων |George Owrwell
Επόμενο άρθροΥπαίθρια Έκθεση Παιδικής Ζωγραφικής για τα παιδιά των Κυκλάδων.
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας αλλά και από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Κατέχει πιστοποίηση στο σύστημα γραφής Braille και παρακολουθεί σεμινάρια στον τομέα της Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας. Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία και το ραδιόφωνο. Η πρώτη της φωτογραφική έκθεση είχε θέμα το νησί της Φολεγάνδρου και παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη το 2017. Έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις και έργα της εκτίθενται στην «Ολυμπιακή Δημοτική Πινακοθήκη Σπύρος Λούης» στο Μαρούσι στα πλαίσια της εκδήλωσης «2ο Φεστιβάλ Εικόνας Τέχνης και Πολιτισμού» για το 2017. Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τους περίπατους, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του ελληνικού καφέ από την κούπα της μαμάς της. Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την πηγαία ευγένεια, τις ευχές, τις πράξεις που έχουν ένα τεκμήριο αγάπης μέσα τους, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό, τα βλέμματα που δεν έχουν ανάγκη από φίλτρα φωτογραφικά για να δείξουν την λάμψη τους. Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει -πια- πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια... Πιστεύει… στο Αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων. Αισθάνεται… Ευγνωμοσύνη, Εμπιστοσύνη, Ελευθερία… Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή… Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό.