Πότιζε συ τη γλάστρα

κι άσε να κλαίω.

Μόνο γράφε του λόγους,

μήπως κι οφείλω κι άλλη λύπη.

Θέλω να έχω τη συνείδησή μου ήσυχη

πως βασανίστηκα για όλα.

Γράψε πως κλαίω για έναν καθρέφτη.

Άλλοτε διακοσμητικό στοιχείο,

μαντείο τώρα.

Για την ξερή καληνύχτα

που λεν οι μικρές πιθανότητες

και ξοφλάνε.

Γράψε πως κλαίω για το παράθυρό σου,

κλειστό κι ακαλημέριστο

και μελαγχολικό εκ γενετής του.

Για τα πουλιά της τελευταίας δεκαετίας.

Τον τρόμο τους με τις κεραίες τηλεοψίας.

Για την προσαρμογή τους ύστερα,

και τα πετάγματά τους

σ’ αυτά τα σιδερένια δέντρα.

Που μάθανε να τραγουδούν σε σιδερένιους κλώνους.

Γράφε.

Γι’ αυτό το Σαββατόβραδο που θάφτηκε

ανάμεσα σε δύο κυπαρίσσια

Στη Φραγκόκλησα.

Για το φεγγάρι που πενθεί – φοράει

μαύρη γραβάτα σύννεφο,

γράψε πως κλαίει.

Κλαίω γιατί με ρώτησες

αν είδα την πανσέληνο.

Όχι, τίποτα ολόκληρο δεν είδα και δεν έζησα.

Κλαίω που τα παιδιά κρατούν τη σάκα τους

σαν τελειωμένη κιόλας γνώση,

και στων αγίνωτων ωρών

την τρυφερή καθησύχαση δεν πάνε

και δεν παίζουν.

Γράψε πως κλαίω για τις μητέρες.

Τις πιο παλιές μητέρες μου.

Τις λεπτές κι όμορφες,

των παραθύρων ερωμένες,

αρπίστριες του αγναντέματος,

που τις επήρε απρόφταστες ο θάνατος

κι αυτές μακροημερεύουν μητρικές

σε σαλονιού φωτογραφίες

και σε κεντήματα.

Κλαίω γιατί ανάψανε τα φώτα

κι η Κυριακή κουλουριασμένη γάτα

στο παράθυρό μου.

Ο φόβος βάζει τα καλά του

και περιμένει.

Γράφε.

Πως κλαίω για τους τυφώνες,

το λίγο φαΐ

το κάθε Λίγο,

για τους σεισμούς

χωρίς προειδοποίηση.

Κλαίω επειδή χαμένη πάει

η είδη που μου ’φερες

πως είδες χθες την πρώτη πεταλούδα.

Κλαίω γιατί δεν είδηση το εφήμερο.

Γράφε. Κλαίω

επειδή η τύχη κλείστηκε στο σπίτι της,

η αναβολή έφτασε στον δήμιο,

το παγούρι έχει φτάσει στην έρημο,

η νεότης έχει φτάσει στη φωτογραφία.

Κλαίω γιατί ποιος ξέρει ποιος θα κλείσει

των ημερών μου τα μάτια.

Πότιζε συ τη γλάστρα

κι άσε να κλαίω επειδή…


(Από τη συλλογή: Το Λίγο του Κόσμου, 1971)
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΤο Τραγούδι της Ημέρας
Επόμενο άρθροΟ Ακατανόμαστος, Samuel Beckett
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας αλλά και από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Κατέχει πιστοποίηση στο σύστημα γραφής Braille και παρακολουθεί σεμινάρια στον τομέα της Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας. Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία και το ραδιόφωνο. Η πρώτη της φωτογραφική έκθεση είχε θέμα το νησί της Φολεγάνδρου και παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη το 2017. Έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις και έργα της εκτίθενται στην «Ολυμπιακή Δημοτική Πινακοθήκη Σπύρος Λούης» στο Μαρούσι στα πλαίσια της εκδήλωσης «2ο Φεστιβάλ Εικόνας Τέχνης και Πολιτισμού» για το 2017. Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τους περίπατους, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του ελληνικού καφέ από την κούπα της μαμάς της. Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την πηγαία ευγένεια, τις ευχές, τις πράξεις που έχουν ένα τεκμήριο αγάπης μέσα τους, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό, τα βλέμματα που δεν έχουν ανάγκη από φίλτρα φωτογραφικά για να δείξουν την λάμψη τους. Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει -πια- πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια... Πιστεύει… στο Αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων. Αισθάνεται… Ευγνωμοσύνη, Εμπιστοσύνη, Ελευθερία… Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή… Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό.