Είμαι τύπος πρωινός. Με υποχρεώσεις ή χωρίς και πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, θέλω να σηκώνομαι νωρίς, να σκέφτομαι πως θα με χτυπάνε ηλιαχτίδες τις περισσότερες δυνατές ώρες.

Νομίζω πως τα πρωινά έχουν μια μαγεία πολύ διαφορετική από αυτή της μυστηριακής νύχτας. Είναι φανερά όμορφα. Πνιγμένα στο ηλιακό φως, γεμάτα κίνηση και ξεκινήματα. Είναι όμως η αφετηριακή τους διάσταση, αυτή που έχει στοιχίσει στις πρωινές ώρες ένα θετικό πρόσημο στην κοινή συνείδηση. Τις έχουμε συνδυάσει με τις υποχρεώσεις. Το ξύπνημα έχει γίνει καθημερινή τυραννία και σκεπτόμενοι πρωινό ο νους μας πάει στο τοστ και τα δημητριακά. Το πρωινό όμως, δεν ούτε τοστ, ούτε δημητριακά. Το πρωινό είναι ώρες ρώματος καφέ ελληνικού και χρώματος ηλιακού του Βαν Γκογκ (ή του Βαν Γχκοχ για να είμαστε επιστημονικά ορθοί).

Η αρχή γίνεται με την ακολουθία τεσσάρων ή και παραπάνω ξυπνητηριών. Με αποστάσεις ολιγόλεπτες δίνουν ρυθμό στη μέρα που αρχίζει. Όσο μαρτυρικό κι αν είναι το ξύπνημα υπό τους επαναλαμβανόμενους ήχους του κινητού, τόσο αλλάζει διάσταση με τη σταδιακή εισροή κηλίδων φωτός στο χώρο από τις γρίλιες των παραθύρων που ξεδιπλώνονται σιγά σιγά. Έπεται η στιγμή της πρωινής ολοκλήρωσης: ο καφές. Σκέτος, μέτριος, γλυκός με γάλα ή χωρίς, εσπρέσο, νες, γαλλικός, ελληνοτουρκικός, ο καφές του σπιτιού σου έχει εμποτίσει τους γευστικούς σου κάλυκες και έχει κατοχυρώσει την πρώτη σου καλημέρα, ειπωμένη ή ανείπωτη. Τα δάχτυλά μας αποζητούν τη θαλπωρή του καυτού φλυτζανιού που αρωματίζει πικρά την αυγή μας ή την ανανέωση του υγρού γυάλινου ποτηριού που γλιστρά από τα χέρια τόσο γρήγορα όσο τα πρωινά μας. Οι σκέψεις μας ρέουν. Τις νύχτες του ασυνειδήτου ακολουθούν τα πρωινά της λογικής. Πάνω που ανασυγκροτείσαι, σε τσαντίζει η σκέψη της ρουτίνας που δεν είναι όπως ο καφές, αναντικατάστατη. Πόσα θα άλλαζες στη ζωή σου άραγε; Ίσως και τα πάντα, σκέφτεσαι.

Η μοναχική ιεροτελεστία του πρωινού καφέ είθισται να συνοδεύεται από λίγα τραγανά στοιχεία. Φρυγανισμένο ψωμί με μαρμελάδα, αναθεματισμένο τοστ, δημητριακά ή ένα κομμάτι πίτσας που άφησες μετά βίας από χθες για πρωινό, έχοντας το καταστήσει μαργαρίτα από σπέσιαλ. Μισή ώρα προσπαθείς να πλύνεις την κούραση σου, να αρωματίσεις την ανάσα σου και να ξεθωριάσεις τους μαύρους κύκλους σου με εκείνη την κρύα κρέμα που σε γέλασαν πως έχει άμεσα αποτελέσματα. Έχοντας ανακτήσει δυνάμεις αποφασίζεις να φορέσεις τα ρούχα σου που αν ήθελες να αποφύγεις τις πρωινές εντάσεις, θα τα είχες βρει από χθες. Αποζητώντας άνεση, στυλ ή και τα δύο καταλήγεις να αναρωτιέσαι γιατί δεν κυκλοφορούμε γυμνοί. Έχεις αργήσει πάλι και η τσάντα σου είναι ακόμη άδεια. Πετάς μέσα ό,τι βρεις και φεύγεις με τις παντόφλες. Κλειδώνοντας συνειδητοποιείς πως η αφαίρεση δεν είναι μόνο κίνημα της τέχνης. Αφού κατορθώσεις να βγεις από το κατώφλι του σπιτιού σου, να βγεις στο δρόμο να πάρεις μέσο ή τους δρόμους για τη σχολή, τη δουλειά, το ραντεβού σου, καταλαβαίνεις πως το πρωινό σου τελείωσε και μένει μόνο να αποπερατώσεις την ρουτίνα σου.

Θλιμμένη μέχρι να σε συνεφέρει η ροή της καθημερινότητας που σε συντηρεί, αναπολείς τις πρώτες στιγμές της μέρας σου. Είναι το πρωινό μας μια γλυκιά ανάμνηση που μέσα από το φως και τον καφέ της, σε συντροφεύει μέχρι να γκρινιάξεις για το πολύ πρωινό ξύπνημα και να συνεχίσεις με την αιώνια μηδενιστική σου διάθεση τη μέρα σου.


*Ευχαριστώ πολύ την Ναυσικά Στεφανίδου για τον υπέροχο ελληνικό της στην φωτογραφία εξωφύλλου.

*Γράφει η Ζωή Αμοιρίδου.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΜοναξιά |Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Επόμενο άρθροΤο Ολύμπιον γεμίζει ξανά σινεμά!
Ζωή Αμοιρίδου
Γεννήθηκε το 1999 στην Κέρκυρα, όπου και μεγάλωσε, ενώ από το 2017 μένει στη Θεσσαλονίκη όπου σπουδάζει στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Θέλει να γίνει ιστορικός τέχνης γιατί η τέχνη τη συγκινεί όσο τίποτα. Συμμετέχει εθελοντικά στο φεστιβάλ κινηματογράφου, στην ArtThessaloniki και στο OpenHouse. Τριγυρνά σε μουσεία και γκαλερί. Αγαπά τη φωτογραφία, τον κινηματογράφο ,τη λογοτεχνία και όποτε της έρθει γράφει και κανένα ποίημα. Της αρέσουν τα ταξίδια, οι βόλτες με φίλους, οι καφέδες σε τζαζ ρυθμούς και τα κρασιά με υπόκρουση Μάλαμα. Θέλει να συζητά, να γνωρίζει ανθρώπους που θαυμάζει, να κερδίζει γνώσεις. Κλαίει, όσο γελά. Πάρα πολύ. Η στήλη της VitArt, είναι η προσπάθεια της να μιλήσει περί Τέχνης, για τα περί της Ζωής. Κάποτε σε πεζό λόγο, κάποτε σε ποιητικό.