Όταν η αγάπη ζητά να χαθούμε
Η Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου εγγράφεται στο συλλογικό φαντασιακό ως γιορτή της αγάπης, της σχέσης, της συντροφικότητας. Ωστόσο, όσο περισσότερο προβάλλεται ως επιβεβαίωση του «μαζί», τόσο περισσότερο αναδεικνύει μια λιγότερο ορατή πραγματικότητα: τη δυσκολία μας να υπάρχουμε σε σχέση χωρίς να διασπαστούμε. Για πολλούς ανθρώπους, αυτή η ημέρα δεν ενεργοποιεί τη χαρά της ένωσης, αλλά το άγχος της απουσίας, την αίσθηση ανεπάρκειας, ή μια αδιόρατη μοναξιά που επιμένει ακόμη και μέσα στη συντροφικότητα. Η πολιτισμική αφήγηση της ρομαντικής αγάπης υπόσχεται ότι η σχέση αποτελεί απάντηση στο υπαρξιακό κενό· η ψυχοθεραπευτική εμπειρία, όμως, συχνά αποκαλύπτει το αντίθετο: η σχέση γίνεται το πεδίο όπου το κενό καθίσταται ορατό.
Δεν είναι η έλλειψη σχέσης που πονά περισσότερο, αλλά η συνάντηση με τον εαυτό μας όταν δεν μπορούμε πια να κρυφτούμε πίσω από τον Άλλο. Και αντιστρόφως, δεν είναι η παρουσία του Άλλου που εγγυάται την εγγύτητα, αλλά η δυνατότητα να παραμείνουμε ψυχικά παρόντες χωρίς να χρειαστεί να ακυρώσουμε πλευρές της ύπαρξής μας. Έτσι, το υπαρξιακό ερώτημα που αναδύεται δεν είναι αν έχουμε σχέση ή όχι, αλλά τι είδους σχέση είναι δυνατή χωρίς σχάση του εαυτού.
Η σχέση, όπως συχνά βιώνεται, δεν αποτελεί χώρο συνάντησης δύο υποκειμένων, αλλά τόπο προσαρμογής. Πολλοί άνθρωποι εισέρχονται σε σχέσεις όχι για να σχετιστούν, αλλά για να διασφαλίσουν ότι δεν θα μείνουν μόνοι. Η εγγύτητα τότε δεν οικοδομείται πάνω στη συναισθηματική αλήθεια, αλλά στην ανταλλαγή ρόλων, προσδοκιών και σιωπηρών συμβολαίων. Προσφέρω ό,τι θεωρώ αποδεκτό και αποκρύπτω ό,τι φοβάμαι ότι θα οδηγήσει στην απόρριψη. Η σχέση μετατρέπεται σε χώρο επιβεβαίωσης, όχι αυθεντικής παρουσίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σχάση δεν είναι παθολογία, αλλά άμυνα. Ένας τρόπος να διατηρηθεί η εγγύτητα χωρίς να ενεργοποιηθεί ο τρόμος της εγκατάλειψης. Όταν, σε πρώιμα σχεσιακά περιβάλλοντα, η αποδοχή ήταν όρους εξαρτημένη ή ασυνεπής, το υποκείμενο έμαθε να διαχωρίζει τον εαυτό του σε μέρη που μπορούν να αγαπηθούν και σε μέρη που πρέπει να κρυφτούν. Η ενήλικη ερωτική σχέση συχνά επαναλαμβάνει αυτή τη δυναμική: αγαπιέμαι όσο παραμένω εντός των ορίων του επιθυμητού.
Έτσι, η σχέση παύει να είναι χώρος ελευθερίας και μετατρέπεται σε πεδίο επιτήρησης του εαυτού. Δεν ρωτώ πια τι αισθάνομαι, αλλά τι επιτρέπεται να αισθανθώ. Δεν διερωτώμαι ποιος είμαι, αλλά ποιος πρέπει να είμαι για να παραμείνει ο Άλλος. Η αγάπη, αντί να λειτουργεί ως εμπειρία διεύρυνσης, γίνεται μηχανισμός συρρίκνωσης. Η σχάση διασφαλίζει τη σύνδεση, αλλά το τίμημα είναι η απώλεια της εσωτερικής συνοχής.
Από μια δραματοθεραπευτική οπτική, η ερωτική σχέση μπορεί να ιδωθεί ως σκηνή. Ένας χώρος δράσης όπου αναλαμβάνουμε ρόλους, αναπαράγουμε σενάρια, επαναλαμβάνουμε παλαιές αφηγήσεις. Την Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου η σκηνή φωτίζεται έντονα: οι ρόλοι γίνονται πιο άκαμπτοι, οι προσδοκίες πιο απαιτητικές, οι μάσκες πιο στιλπνές. Ο ερωτευμένος, ο αυτάρκης, ο αδιάφορος, ο πληγωμένος. Σπάνια όμως διερωτόμαστε ποιο κομμάτι του εαυτού μας μένει εκτός σκηνής, ποια εμπειρία δεν βρίσκει χώρο να παιχτεί.
Συχνά δεν ερωτευόμαστε τον Άλλο, αλλά τον ρόλο που μπορούμε να υποδυθούμε μέσα στη σχέση. Τον ρόλο του σημαντικού, του επιθυμητού, του απαραίτητου. Όταν όμως ο ρόλος αυτός ραγίσει, όταν η σκηνή καταρρεύσει, αναδύεται το ερώτημα της ταυτότητας: ποιος είμαι όταν δεν επιβεβαιώνομαι μέσα από το βλέμμα του Άλλου; Εκεί ακριβώς συναντάμε την υπαρξιακή μοναξιά, όχι ως απουσία σχέσης, αλλά ως απουσία εσωτερικής επαφής.
Η αγάπη, από υπαρξιακή σκοπιά, δεν υπόσχεται τη διάλυση της μοναξιάς. Αντίθετα, προϋποθέτει την ικανότητα να αντέξουμε τη μοναξιά μας χωρίς να την αναθέσουμε στον Άλλο. Να σχετιστούμε όχι για να σωθούμε, αλλά για να συναντηθούμε. Η σχέση δεν καλείται να γεμίσει το κενό, αλλά να το αναγνωρίσει. Να γίνει χώρος όπου η έλλειψη δεν βιώνεται ως αποτυχία, αλλά ως κοινή ανθρώπινη συνθήκη.
Ίσως, τελικά, το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο της αγάπης δεν είναι η ένωση, αλλά η παρουσία. Η δυνατότητα να παραμένουμε παρόντες στον εαυτό και στον Άλλο, ακόμη και όταν η επιθυμία για συγχώνευση ή απόσυρση γίνεται έντονη. Να αντέχουμε την ετερότητα χωρίς να την εξουδετερώνουμε και τη διαφορά χωρίς να την ερμηνεύουμε ως απειλή.
Ο Άγιος Βαλεντίνος, μέσα από αυτή τη ματιά, παύει να είναι γιορτή της ρομαντικής ιδεολογίας και μετατρέπεται σε αφορμή υπαρξιακού αναστοχασμού. Όχι για το αν αγαπάμε ή αγαπιόμαστε, αλλά για το αν μπορούμε να υπάρξουμε σε σχέση χωρίς να σχιστούμε. Αν μπορούμε να συναντήσουμε τον Άλλο χωρίς να χαθούμε και να μείνουμε μόνοι χωρίς να καταρρεύσουμε.
Η σχέση δεν είναι απάντηση. Είναι ερώτηση που τίθεται ξανά και ξανά, σε κάθε συνάντηση. Και ίσως η αγάπη να μην βρίσκεται στην υπόσχεση της πληρότητας, αλλά στη δυνατότητα να παραμένουμε ανοιχτοί σε αυτή την ερώτηση, χωρίς να βιαζόμαστε να τη σιωπήσουμε.
*Γράφει ο Νίκος Τσιλιβαράκος
Κοινωνικός Λειτουργός, Ειδικευόμενος Δραματοθεραπευτής – Ψυχοθεραπευτής, Σύμβουλος Επικοινωνίας και Επαγγελματικού Προσανατολισμού, Συγγραφέας, Μέλος του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας, Μέλος της Πανελλήνιας Επαγγελματικής Ένωσης Δραματοθεραπευτών – Παιγνιοθεραπευτών.
Γεννήθηκε το Φθινόπωρο του 1990. Έχει αποφοιτήσει από το Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας αλλά και από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Ασχολείται ερασιτεχνικά με την φωτογραφία.
Αγαπά… τα παιδιά, τα βιβλία, το θέατρο, την ιταλική μουσική, την ησυχία, τη χειμωνιάτικη λιακάδα, την καλοκαιρινή βροχή, τα ταξίδια που ανανεώνουν τις ανάσες της, τη γεύση του καφέ.
Συγκινείται με… τους γενναιόδωρους ανθρώπους, την ευγένεια, τις ευχές, τα γράμματα σε σχήμα καλλιγραφικό με κόκκινο στυλό.
Επιμένει… να κοιτάζει τον ουρανό γιατί ξέρει -πια- πως δεν έχει μόνο σύννεφα αλλά έχει και ήλιο και φεγγάρι και αστέρια…
Πιστεύει… στο Αόρατο, στο Καλό, στις Συναντήσεις των ανθρώπων.
Αισθάνεται… Ευγνωμοσύνη, Εμπιστοσύνη, Ελευθερία…
Ξεκινά… και ολοκληρώνει την ημέρα της με την ίδια πάντα ευχή…
Από μικρή ονειρευόταν να σκαρώσει το δικό της περιοδικό.












