(Σημειώσεις για όσα δεν χωρούν στο γιορτινό φως)
Υπάρχουν στιγμές μέσα στον χρόνο που δεν είναι απλώς ημερολογιακές. Είναι φορτισμένες. Κουβαλούν προσδοκίες, μνήμες, εικόνες για το πώς «θα έπρεπε» να είμαστε. Τα Χριστούγεννα είναι μια τέτοια στιγμή. Δεν έρχονται ουδέτερα. Έρχονται με ένα συναίσθημα προκαθορισμένο, σχεδόν προαποφασισμένο, σαν να υπάρχει ένα σιωπηρό συμβόλαιο που λέει ότι αυτή την περίοδο η χαρά είναι όχι μόνο επιθυμητή, αλλά αναγκαία.
Στο θεραπευτικό πλαίσιο, όταν ένα συναίσθημα μετατρέπεται σε υποχρέωση, παύει να είναι συναίσθημα. Γίνεται ρόλος.
Και πολλοί άνθρωποι μπαίνουν στις γιορτές φορώντας ρόλους.
Ρόλους ευθυμίας, κοινωνικότητας, αντοχής. Ρόλους που συχνά δεν έχουν καμία σχέση με την εσωτερική τους κατάσταση. Όχι επειδή δεν θέλουν να είναι αληθινοί, αλλά επειδή το περιβάλλον δεν μοιάζει ασφαλές για κάτι άλλο. Το μήνυμα είναι σαφές, ακόμη κι αν δεν λέγεται ρητά: «Τώρα δεν είναι η στιγμή για δύσκολα συναισθήματα».
Όμως τα δύσκολα συναισθήματα δεν ακολουθούν εποχές. Δεν αναστέλλονται επειδή ανάβουν τα φώτα.
Η χαρά, όπως τη συναντάμε στην ψυχική εργασία, δεν είναι κάτι που ενεργοποιείται με προσπάθεια. Δεν προκύπτει από πίεση ούτε από σύγκριση. Είναι αποτέλεσμα εσωτερικής ασφάλειας. Και η ασφάλεια χρειάζεται χώρο, αποδοχή και χρόνο. Όταν αυτά απουσιάζουν, το μόνο που μπορεί να υπάρξει είναι μίμηση χαράς. Κι αυτή η μίμηση κουράζει.
Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν αυτή την περίοδο μια αίσθηση αποσύνδεσης. Βρίσκονται σε τραπέζια, σε συναντήσεις, σε χώρους γεμάτους φωνές, αλλά εσωτερικά νιώθουν αποσυρμένοι. Δεν είναι ότι δεν αγαπούν τους ανθρώπους γύρω τους. Είναι ότι δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα στη συνθήκη. Σαν να συμμετέχουν σε κάτι που συμβαίνει έξω, ενώ κάτι άλλο —πιο αληθινό— συμβαίνει μέσα.
Σε αυτή την απόσταση συχνά γεννιέται ντροπή.
Η ντροπή του «δεν είμαι όπως πρέπει».
Η ντροπή του «χαλάω το κλίμα».
Η ντροπή του «δεν έχω λόγο να νιώθω έτσι».
Στην ψυχοθεραπεία, η ντροπή σχεδόν πάντα εμφανίζεται όταν ένα συναίσθημα δεν έχει αναγνωριστεί. Όχι όταν είναι «λάθος», αλλά όταν δεν έχει χώρο να υπάρξει. Και τα Χριστούγεννα, με όλο το φως τους, συχνά γίνονται αφιλόξενα για ό,τι δεν λάμπει.
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η περίοδος ενεργοποιεί μνήμες. Το σώμα θυμάται. Θυμάται ποιος έλειπε. Ποιος δεν ήταν εκεί. Θυμάται οικογενειακές δυναμικές, ρόλους που επαναλαμβάνονται, παλιά τραύματα που δεν έκλεισαν. Θυμάται ακόμη και τις χρονιές που «έπρεπε να είμαι καλά και δεν ήμουν».
Όλα αυτά δεν είναι αδυναμία. Είναι ψυχική συνέχεια.
Κι όμως, το κυρίαρχο αφήγημα των γιορτών δεν έχει χώρο για αυτή τη συνέχεια. Προτιμά την εικόνα. Προτιμά την κορύφωση. Προτιμά το «όλα είναι όπως πρέπει». Έτσι, ο ψυχαναγκασμός της χαράς λειτουργεί σαν ένας ήπιος αλλά σταθερός μηχανισμός άρνησης. Άρνησης της απώλειας. Άρνησης της κόπωσης. Άρνησης της πολυπλοκότητας.
Στο θεραπευτικό βλέμμα, αυτό που ζητά η ψυχή δεν είναι περισσότερη χαρά. Είναι περισσότερη άδεια. Άδεια να μην είναι εντάξει. Άδεια να μην αποδώσει. Άδεια να μην εξηγήσει.
Η χαρά, όταν και αν έρθει, έρχεται συνήθως ως αποτέλεσμα αυτής της άδειας. Όχι ως στόχος.
Ίσως γι’ αυτό τόσοι άνθρωποι νιώθουν ανακούφιση όχι στις γιορτές, αλλά μετά. Όταν τελειώνει η παράσταση. Όταν μπορούν να επιστρέψουν σε έναν πιο φυσικό ρυθμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι «δεν αγαπούν τα Χριστούγεννα». Σημαίνει ότι αγαπούν την αλήθεια περισσότερο.
Από θεραπευτική σκοπιά, δεν υπάρχει τίποτα παθολογικό στο να μη νιώθεις χαρούμενος αυτή την περίοδο. Το παθολογικό στοιχείο εμφανίζεται όταν αναγκάζεσαι να το κρύψεις. Όταν μαθαίνεις ότι κάποια συναισθήματα είναι αποδεκτά και κάποια όχι. Όταν το μέσα σου πρέπει να λογοκριθεί για να μη διαταράξει το έξω.
Η ψυχική υγεία δεν είναι η συνεχής ευθυμία. Είναι η δυνατότητα να βιώνεις το πλήρες φάσμα των συναισθημάτων σου χωρίς να χάνεις τη σχέση με τον εαυτό σου. Και αυτό το φάσμα περιλαμβάνει και τη θλίψη, και την απουσία, και τη ματαίωση, και την αδιαφορία.
Ίσως, λοιπόν, μια πιο θεραπευτική στάση απέναντι στις γιορτές να μην είναι το «πώς θα νιώσω καλύτερα», αλλά το «πώς θα είμαι λιγότερο βίαιος με αυτό που ήδη νιώθω». Πώς θα σταθώ δίπλα του, αντί απέναντί του. Πώς θα του επιτρέψω να υπάρχει χωρίς να το πιέσω να μεταμορφωθεί.
Και αν μέσα σε αυτή τη στάση γεννηθεί κάτι που μοιάζει με χαρά, θα είναι ήσυχο. Δεν θα χρειάζεται επιβεβαίωση. Δεν θα απαιτεί κοινό. Θα μοιάζει περισσότερο με εσωτερική ανακούφιση παρά με ενθουσιασμό.
Ένα μικρό φως, όχι για να φαίνεται, αλλά για να αντέχεται.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό δώρο που μπορεί κανείς να προσφέρει στον εαυτό του αυτή την εποχή: όχι να νιώσει όπως «πρέπει», αλλά να μείνει σε σχέση με αυτό που είναι. Να μην το εγκαταλείψει για χάρη μιας εικόνας. Να μη χαθεί μέσα στο φως, ξεχνώντας το σκοτάδι που επίσης του ανήκει.
Γιατί η θεραπεία δεν συμβαίνει όταν όλα είναι φωτεινά.
Συμβαίνει όταν κάτι σκοτεινό επιτρέπεται να φανεί — και δεν απορρίπτεται.












