Τα σπίτια που δεν έφυγαν ποτέ, Nίκος Τσιλιβαράκος

Τα σπίτια που δεν έφυγαν ποτέ

Μια στοχαστική προσέγγιση στην απώλεια και την κατοίκηση

«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν».
Ο στίχος του Σεφέρη δεν ανήκει μόνο στην ιστορία, ούτε μόνο στη γεωγραφία. Δεν μιλά αποκλειστικά για πόλεις που χάθηκαν ή για πατρίδες που ερημώθηκαν. Μιλά για μια βαθύτερη εμπειρία απώλειας: για τους χώρους όπου κάποτε υπήρξαμε και που, για λόγους συχνά ανεξέλεγκτους, δεν μας ανήκουν πια. Για τα σπίτια — κυριολεκτικά και μεταφορικά — που μας στέρησαν, πριν προλάβουμε να καταλάβουμε τι ακριβώς χάνουμε.

Το σπίτι δεν είναι απλώς ένας τόπος διαμονής. Είναι μια εμπειρία κατοίκησης. Είναι ο τρόπος που ο άνθρωπος μαθαίνει να υπάρχει μέσα σε έναν χώρο, να προστατεύεται, να εκτίθεται, να συνδέεται. Είναι η πρώτη μας επαφή με τα όρια: ποια δωμάτια είναι ανοιχτά, ποια κλειστά, πού επιτρέπεται ο θόρυβος, πού απαιτείται σιωπή. Μέσα στο σπίτι μαθαίνουμε αν υπάρχει χώρος για εμάς όπως είμαστε ή αν χρειάζεται να προσαρμοστούμε για να χωρέσουμε.

Όταν λέμε ότι «μας πήραν τα σπίτια», συχνά εννοούμε ότι χάσαμε κάτι περισσότερο από έναν φυσικό χώρο. Χάσαμε μια αίσθηση συνέχειας. Έναν τρόπο να στεκόμαστε στον κόσμο. Μια εμπειρία ασφάλειας — ή ακόμα και μια εμπειρία απειλής — που, όσο κι αν μας πλήγωσε, μας ήταν οικεία. Γιατί και το δύσκολο σπίτι είναι σπίτι. Και η απώλειά του αφήνει κενό.

Η ψυχική ζωή οργανώνεται γύρω από τέτοιους εσωτερικούς χώρους. Ο άνθρωπος κουβαλά μέσα του σπίτια φτιαγμένα από μνήμες, σχέσεις, βλέμματα. Σπίτια που δεν φαίνονται, αλλά επηρεάζουν τον τρόπο που σχετίζεται, που αγαπά, που αντέχει τη μοναξιά ή την εγγύτητα. Κάποια από αυτά τα σπίτια είναι σταθερά και προστατευτικά. Άλλα είναι εύθραυστα, με τοίχους λεπτούς, έτοιμους να καταρρεύσουν με τον παραμικρό κραδασμό.

Υπάρχουν και σπίτια μέσα μας που δεν κατοικήθηκαν ποτέ πλήρως. Δωμάτια που έμειναν κλειστά επειδή δεν υπήρξε ποτέ αρκετή ασφάλεια για να ανοιχτούν. Επιθυμίες που δεν βρήκαν χώρο. Συναισθήματα που έπρεπε να σιωπήσουν για να διατηρηθεί μια εύθραυστη ισορροπία. Αυτά τα μη κατοικημένα μέρη δεν εξαφανίζονται. Παραμένουν, περιμένοντας, επηρεάζοντας αθόρυβα τις επιλογές και τις σχέσεις μας.

Όταν ένα σπίτι χάνεται βίαια — μέσα από πόλεμο, ξεριζωμό, διάλυση, συναισθηματική εγκατάλειψη — το πένθος συχνά δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά και το μέλλον που δεν πρόλαβε να υπάρξει. Το σπίτι που δεν θα γεμίσει ποτέ όπως φανταστήκαμε. Τις ζωές που θα μπορούσαν να είχαν αναπτυχθεί εκεί. Αυτό το πένθος, όταν δεν βρίσκει λόγια ή χώρο, συχνά εγγράφεται στο σώμα και στη συμπεριφορά. Σαν μια αίσθηση μόνιμης προσωρινότητας. Σαν να ζει κανείς πάντα με μισογεμάτες βαλίτσες.

Ο Σεφέρης μιλά για χρόνια «δίσεχτα». Και πράγματι, υπάρχουν περίοδοι — ατομικές και συλλογικές — όπου η απώλεια γίνεται ο κανόνας. Όπου το να ριζώσεις μοιάζει επικίνδυνο. Σε τέτοιες συνθήκες, ο άνθρωπος συχνά μαθαίνει να κατοικεί όχι χώρους, αλλά ρόλους. Να προσαρμόζεται, να μετακινείται, να επιβιώνει. Όμως αυτή η συνεχής μετακίνηση έχει κόστος: αποδυναμώνει την αίσθηση του «ανήκειν».

Το σώμα συχνά γίνεται τότε το τελευταίο σπίτι. Και ακόμη κι αυτό, πολλές φορές, βιώνεται ως ξένο. Το σώμα θυμάται όσα ο νους προσπαθεί να ξεχάσει. Θυμάται πώς ήταν να μην υπάρχει χώρος για ξεκούραση. Πώς ήταν να χρειάζεται διαρκής επαγρύπνηση. Έτσι, ακόμη και όταν οι εξωτερικές συνθήκες αλλάζουν, το εσωτερικό σπίτι παραμένει σε κατάσταση συναγερμού.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση: δεν είναι μόνο εμείς που κατοικούμε τα σπίτια μας. Υπάρχουν σπίτια που μας κατοικούν. Εσωτερικευμένες εμπειρίες που έγιναν δομή της προσωπικότητάς μας. Φωνές που συνεχίζουν να αντηχούν, ακόμη κι αν οι άνθρωποι που τις εξέφρασαν έχουν φύγει. Τρόποι σχέσης που επαναλαμβάνονται, όχι επειδή το επιλέγουμε συνειδητά, αλλά επειδή είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζουμε να υπάρχουμε μέσα σε έναν «χώρο».

Κάποιες φορές, αυτά τα εσωτερικά σπίτια μάς προσφέρουν καταφύγιο. Άλλες φορές, μας περιορίζουν. Μπορεί να ζούμε σε ένα εσωτερικό σπίτι στενό, με χαμηλό ταβάνι, όπου δεν επιτρέπεται η έκφραση θυμού ή ανάγκης. Ή σε ένα σπίτι χωρίς πόρτες, όπου τα όρια δεν προστατεύονται και η έκθεση είναι διαρκής. Συχνά, αυτά τα σπίτια δεν τα αμφισβητούμε — τα θεωρούμε φυσικά, δεδομένα, «έτσι είναι η ζωή».

Η ψυχική διεργασία μοιάζει, σε κάποιο βαθμό, με ανακαίνιση. Όχι με την έννοια της βελτίωσης ή της εξιδανίκευσης, αλλά με την έννοια της επανεξέτασης: ποια σπίτια κουβαλώ; Ποια με εξυπηρετούν ακόμη; Ποια χτίστηκαν για να αντέξουν συνθήκες που δεν υπάρχουν πια; Και ποια δεν τόλμησα ποτέ να κατοικήσω πραγματικά;

Η τέχνη, η γραφή, η αφήγηση, λειτουργούν συχνά ως ενδιάμεσοι χώροι. Εκεί όπου το μέσα και το έξω μπορούν να συναντηθούν χωρίς να καταρρεύσουν. Εκεί όπου το σπίτι μπορεί να γίνει εικόνα, λέξη, μεταφορά. Όχι για να αποκατασταθεί το χαμένο, αλλά για να αποκτήσει μορφή και νόημα. Γιατί αυτό που δεν μορφοποιείται, επιστρέφει συχνά σαν άγχος ή σιωπή.

Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι πώς θα ξαναβρούμε τα σπίτια που μας πήραν. Ίσως δεν γίνεται. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να αναγνωρίσουμε τα σπίτια που μας κατοικούν. Να τα δούμε, να τα αφουγκραστούμε, να καταλάβουμε πότε μας προστατεύουν και πότε μας φυλακίζουν. Και, μέσα από αυτή τη διαδικασία, να δημιουργήσουμε — έστω προσωρινά — χώρους όπου μπορούμε να υπάρχουμε με μεγαλύτερη αλήθεια.

Γιατί ο άνθρωπος, ακόμη κι όταν όλα του τα σπίτια χαθούν, συνεχίζει να αναζητά τόπο. Και αυτή η αναζήτηση, όσο επώδυνη κι αν είναι, παραμένει βαθιά ανθρώπινη.

 

 

 


*Γράφει ο Νίκος Τσιλιβαράκος
Κοινωνικός Λειτουργός, Ειδικευόμενος Δραματοθεραπευτής – Ψυχοθεραπευτής, Σύμβουλος Επικοινωνίας και Επαγγελματικού Προσανατολισμού, Συγγραφέας, Μέλος του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας, Μέλος της Πανελλήνιας Επαγγελματικής Ένωσης Δραματοθεραπευτών – Παιγνιοθεραπευτών.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.