Οι σιωπές που κληρονομήσαμε

Οι σιωπές που κληρονομήσαμε

Όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ, αλλά συνέχισαν να μιλούν μέσα μας

Υπάρχουν οικογένειες όπου η σιωπή δεν είναι απουσία ήχου. Είναι τρόπος επιβίωσης.

Στα οικογενειακά τραπέζια δεν λείπουν απαραίτητα οι λέξεις. Υπάρχουν γέλια, πρακτικές κουβέντες, επαναλαμβανόμενες ιστορίες, ερωτήσεις για τη δουλειά, το σχολείο, τα «νέα». Κι όμως, μέσα σε αυτή την καθημερινή ανταλλαγή, υπάρχουν ολόκληρες ήπειροι συναισθημάτων που μένουν αχαρτογράφητες. Πρόσωπα που δεν αναφέρονται ποτέ. Απώλειες που κουκουλώθηκαν βιαστικά. Οργή που μεταμφιέστηκε σε ψυχρότητα. Πένθος που μεταφράστηκε σε υπερβολική φροντίδα. Βία που βαφτίστηκε «δύσκολος χαρακτήρας».

Κάθε οικογένεια διαθέτει τη δική της μυθολογία· όμως κάποιες οικογένειες οργανώνονται γύρω από όσα δεν λέγονται. Εκεί, η σιωπή γίνεται ένας αόρατος νόμος. Όχι πάντα επιβεβλημένος με αυστηρότητα — συχνά με βλέμματα, με αλλαγή θέματος, με μια αμήχανη ατμόσφαιρα που μαθαίνεις να αναγνωρίζεις πριν ακόμα μάθεις να μιλάς.

Και το παιδί, με εκείνη τη σχεδόν ποιητική οξύτητα που διαθέτει η παιδική ψυχή, αντιλαμβάνεται πολύ νωρίς τι επιτρέπεται να αισθανθεί και τι όχι.

Μαθαίνει ότι υπάρχουν ερωτήσεις που δεν γίνονται.

Ότι κάποια δάκρυα ενοχλούν.

Ότι ο θυμός φοβίζει.

Ότι η λύπη πρέπει να καταπίνεται γρήγορα.

Κάπως έτσι, χωρίς επίσημη διδασκαλία, αρχίζει να κληρονομεί τη σιωπή.

Στην ψυχοθεραπευτική εμπειρία, συναντά κανείς συχνά ανθρώπους που δυσκολεύονται να περιγράψουν το τραύμα τους, όχι επειδή δεν υπήρξε, αλλά επειδή ποτέ δεν ονομάστηκε. «Δεν είχα άσχημα παιδικά χρόνια», λένε συχνά. «Δεν έγινε κάτι σοβαρό». Και ύστερα, μέσα από μικρές λεπτομέρειες, ξεδιπλώνεται μια ζωή συναισθηματικής μοναξιάς: ένα σπίτι όπου κανείς δεν μιλούσε για φόβο, ένα πένθος που εξαφανίστηκε σαν να μην συνέβη, μια μητέρα βυθισμένη στη θλίψη χωρίς γλώσσα για τη θλίψη της, ένας πατέρας που αγαπούσε χωρίς να αγγίζει ποτέ το συναίσθημα.

Το τραύμα δεν γεννιέται μόνο από όσα συνέβησαν. Γεννιέται συχνά κι από όσα δεν βρήκαν ποτέ χώρο να ειπωθούν.

Η σύγχρονη ψυχοθεραπευτική και νευροβιολογική γνώση μάς υπενθυμίζει πως ο άνθρωπος διαμορφώνεται όχι μόνο από τα γεγονότα, αλλά από το πώς αυτά νοηματοδοτούνται μέσα στη σχέση. Ένα παιδί μπορεί να αντέξει πολλά όταν υπάρχει ένας ενήλικος διαθέσιμος να πει: «Αυτό που συνέβη ήταν δύσκολο. Είμαι εδώ». Αντίθετα, η αποσιώπηση δημιουργεί ένα παράδοξο βάρος: κάτι μοιάζει να έχει συμβεί, όμως κανείς δεν το επιβεβαιώνει.

Και τότε το παιδί στρέφεται προς τον εαυτό του.

«Μήπως υπερβάλλω;»
«Μήπως δεν κατάλαβα καλά;»
«Μήπως φταίω που νιώθω έτσι;»

Σε πολλές περιπτώσεις, οι οικογενειακές σιωπές δεν προκύπτουν από αδιαφορία. Προκύπτουν από επιβίωση. Γενιές ανθρώπων που έζησαν πολέμους, φτώχεια, απώλειες, κοινωνική ντροπή ή συναισθηματική στέρηση, συχνά έμαθαν πως για να συνεχίσεις πρέπει να σωπάσεις. Να μη θυμάσαι πολύ. Να μην ανοίγεις πληγές. Να προχωράς.

Κι έτσι, το ανείπωτο περνά σαν κληρονομιά.

Όχι μέσα από λέξεις, αλλά μέσα από ατμόσφαιρες.

Μέσα από μια μόνιμη αγωνία.

Μέσα από το αίσθημα ότι κάτι κακό μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή.

Μέσα από την ενοχή όταν κάποιος χαίρεται πολύ.

Μέσα από τη δυσκολία να ζητήσει κανείς βοήθεια.

Το παιδί συχνά γίνεται ο άτυπος μεταφραστής συναισθημάτων που κανείς δεν άντεξε να κατονομάσει. Αναπτύσσει μια σχεδόν υπερφυσική ευαισθησία στις διαθέσεις των άλλων. Ανιχνεύει εντάσεις, διαβάζει πρόσωπα, προβλέπει εκρήξεις ή αποσύρσεις. Μαθαίνει να φροντίζει την ατμόσφαιρα πριν ακόμη μάθει να φροντίζει τον εαυτό του.

Και μεγαλώνοντας, συχνά κουβαλά αυτή τη σιωπή στις σχέσεις του.

Δυσκολεύεται να μιλήσει για ανάγκες. Φοβάται τη σύγκρουση. Συγχωρεί υπερβολικά. Αποσύρεται όταν πονά. Νιώθει άβολα μπροστά στην οικειότητα ή, αντίθετα, παλεύει απελπισμένα να τη διασφαλίσει. Μερικές φορές δεν γνωρίζει καν τι αισθάνεται — μόνο ότι υπάρχει ένας κόμπος στο στομάχι, μια ανεξήγητη θλίψη, μια διαρκής ένταση.

Το σώμα συχνά θυμάται εκεί όπου οι λέξεις απουσίασαν.

Όμως οι σιωπές, όσο παλιές κι αν είναι, δεν αποτελούν μοίρα.

Η θεραπεία δεν λειτουργεί σαν δικαστήριο απέναντι στην οικογένεια ούτε σαν βίαιη αποκάλυψη ξεχασμένων ιστοριών. Είναι περισσότερο μια αργή διαδικασία μετάφρασης. Ένα προσεκτικό πλησίασμα προς όσα έμειναν χωρίς όνομα. Ένας χώρος όπου ο άνθρωπος μπορεί, ίσως για πρώτη φορά, να πει: «Αυτό με πόνεσε», χωρίς να νιώθει υπερβολικός ή αχάριστος.

Γιατί συχνά οι άνθρωποι που σώπασαν πριν από εμάς δεν ήταν αδιάφοροι· ήταν τραυματισμένοι. Δεν ήξεραν άλλον τρόπο να επιβιώσουν. Η κατανόηση, ωστόσο, δεν σημαίνει συνέχιση της σιωπής. Δεν σημαίνει να παραδώσουμε το τραύμα ατόφιο στην επόμενη γενιά.

Σημαίνει να αναγνωρίσουμε πως μπορούμε να σταματήσουμε την αλυσίδα.

Να μιλήσουμε διαφορετικά.

Να αγαπήσουμε διαφορετικά.

Να επιτρέψουμε στο συναίσθημα να υπάρξει χωρίς ντροπή.

Ίσως, τελικά, η ενηλικίωση να μην είναι τίποτε άλλο από αυτή τη δύσκολη αλλά βαθιά ανθρώπινη πράξη: να σταματήσουμε να κουβαλάμε τις οικογενειακές σιωπές σαν καθήκον. Όχι για να κατηγορήσουμε εκείνους που σώπασαν — συχνά σώπασαν για να αντέξουν — αλλά για να μην χρειαστεί να συνεχίσουμε να μιλάμε τη γλώσσα του τραύματος σαν να είναι η μόνη που μας δόθηκε.

Γιατί κάποια στιγμή, σε κάθε ιστορία, κάποιος χρειάζεται να γίνει ο πρώτος που θα μιλήσει.

 

 


*Γράφει ο Nίκος Τσιλιβαράκος
Κοινωνικός Λειτουργός, Ειδικευόμενος Δραματοθεραπευτής – Ψυχοθεραπευτής, Σύμβουλος Επικοινωνίας και Επαγγελματικού Προσανατολισμού, Συγγραφέας, Μέλος του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας, Μέλος της Πανελλήνιας Επαγγελματικής Ένωσης Δραματοθεραπευτών – Παιγνιοθεραπευτών.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.