Η πρώτη ελληνίδα φεμινίστρια, η πρώτη ελληνίδα δημοσιογράφος και εκδότρια, η πρώτη ελληνίδα που ζήτησε την κατοχύρωση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι για τις γυναίκες της Ελλάδας. Πολλές πρωτιές και πολλοί αγώνες, που δεν ήταν χωρίς τίμημα, αλλά και ένα πλούσιο φιλανθρωπικό και συγγραφικό έργο για μια γυναίκα που αγάπησε τις γυναίκες και θέλησε να τις φέρει στο προσκήνιο, δίνοντάς τους την ισάξια με τους άντρες θέση στην κοινωνία.

Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1867 αλλά μετακόμισε σε μικρή ηλικία με την οικογένειά της στην Αθήνα, όπου φοίτησε στη Σχολή Σουρμελή και αργότερα στη Γαλλική Σχολή Καλογραιών στον Πειραιά. Το 1878 πήρε το πτυχίο της δασκάλας από το Αρσάκειο και διορίστηκε ως Διευθύντρια του Παρθεναγωγείου της Ελληνικής Κοινότητας στην Οδησσό της Ρωσίας ενώ αργότερα εργάστηκε ως Διευθύντρια στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο της Αδριανούπολης. Αποφασίζοντας να αφήσει την έδρα της διδασκαλίας, εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα όπου και γνώρισε τον άντρα που αργότερα παντρεύτηκε, τον Κωνσταντινοπολίτη φιλέλληνα και δημοσιογράφο Ιωάννη Παρρέν.

«Παρακολουθούσα τας συζητήσεις των δημοσιογράφων και σιγά σιγά εξύπνησε μέσα μου και πάλιν ο πόθος να γράψω, όπως αυτοί, όχι μόνον για τον εαυτόν μου αλλά και για τους άλλους», έλεγε η ίδια, χρόνια αργότερα.

Αυτός ο πόθος να γράψει για τους άλλους, για αυτούς που δεν είχαν φωνή να ακουστούν ή το δικαίωμα να εκφράσουν τη φωνή τους, ήταν η κινητήριος δύναμη, για να γίνει η Καλλιρρόη Παρρέν η φωνή όλων των Ελληνίδων γυναικών εκείνης της εποχής.

Έχοντας την αμέριστη υποστήριξη του συζύγου της, που την ενθάρρυνε σε κάθε της αγώνα, αποφασίζει να ακολουθήσει το επάγγελμα της δημοσιογράφου. Στις 8 Μαρτίου 1887 εκδίδει την εβδομαδιαία εφημερίδα «Εφημερίς των Κυριών», η οποία αποτελούσε το πρώτο γυναικείο έντυπο στην ελληνική επικράτεια. Η συντακτική ομάδα αποτελούνταν αποκλειστικά από γυναίκες και απευθυνόταν κυρίως στο γυναικείο κοινό, ενώ η ίδια η Παρρέν είχε το ρόλο της εκδότριας και διευθύντριας της εφημερίδας. Η «Εφημερίς των Κυριών» ήταν στην αρχή εβδομαδιαία, αργότερα έβγαινε δύο φορές το μήνα, ενώ η κυκλοφορία της συνεχίστηκε για 31 συνεχόμενα χρόνια.

«Η Ελληνίς δύναται να αναλάβη τον της αναπτύξεώς της αγώνα μόνη, χωρίς την συνδρομήν του ανδρός. Διότι ούτος αδιαφορεί και εν τω εγωισμώ του εν επιθυμεί και θέλει, την δουλικήν υποταγήν της γυναικός εις τα νεύματά του», έγραφε στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας η Παρρέν. Λόγος ανατρεπτικός και επαναστατικός για τις αντιλήψεις και το κατεστημένο της εποχής. Διακηρύξεις και ιδεολογίες που δεν πέρασαν απαρατήρητες από το καθεστώς. Το 1918 η «Εφημερίς των Κυρίων» παύει την κυκλοφορία της και η Παρρέν εξορίζεται στην Ύδρα για τα πολιτικά της φρονήματα.

Το πλούσιο έργο της όμως δεν τελειώνει εδώ. Σημαντικότερα γραπτά της η «Ιστορία της γυναικός» χωρισμένη σε τρεις τόμους, «Η χειραφετημένη» που δημοσιεύτηκε το 1900 και αργότερα μεταφράστηκε και παρουσιάστηκε στα γαλλικά στη «Journal de débats» το 1907, «Το νέον συμβόλαιον» (1902), το οποίο δημοσιεύθηκε και στα γαλλικά στη «Revue littéraire» και τέλος, το τρίπρακτο δράμα «Η νέα γυναίκα», το οποίο παίχτηκε από τη Μαρίκα Κοτοπούλη το 1907.

Ο φεμινισμός υπήρξε πάντα η κατευθυντήριος γραμμή στη ζωή της. Στόχος της εφημερίδας της, ήταν να εισάγει και στην Ελλάδα τους φεμινιστικούς προβληματισμούς που ήδη απασχολούσαν τις γυναίκες των δυτικοευρωπαϊκών κρατών και να αφυπνίσει τις συνειδήσεις των γυναικών της τότε εποχής. Η Καλλιρρόη Παρρέν αντιπροσώπευσε την Ελλάδα σε διάφορα διεθνή τότε συνέδρια στο Παρίσι (1889, 1891 και 1896) στο πρώτο των οποίων είχε προεδρεύσει ο φιλόσοφος Ζυλ Σιμόν. Το 1893 αντιπροσώπευσε τις Ελληνίδες στο Διεθνές Συνέδριο του Σικάγου και το ίδιο έτος ίδρυσε την «Ένωση υπέρ της Χειραφετήσεως των Γυναικών» προς βοήθεια περισσότερο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης των απόρων γυναικών. Ίδρυσε επίσης πολλά κοινωφελή ιδρύματα και οργανώσεις όπως τη «Σχολή της Κυριακής, απόρων γυναικών και κορασίδων«, την οποία και έθεσε υπό την προστασία και προεδρεία της Βασίλισσας Όλγας, το «Άσυλο Ανιάτων Γυναικών«, το «Άσυλο της Αγίας Αικατερίνης» και την «Ένωση των Ελληνίδων» υπό την διεύθυνση της Αικατερίνης Λασκαρίδου, και δύο χρόνια μετά τον «Πατριωτικό Σύνδεσμο» (1898), ενώ δεν έπαψε και τις κινήσεις υπέρ της παροχής ίσων ευκαιριών συμμετοχής στην εκπαίδευση και την πολιτική ζωή της χώρας, στις γυναίκες, που όλες δυστυχώς από τις κρατούσες τότε κυβερνήσεις ατύχησαν.

Τεράστια ήταν η συμβολή της στην αναγέννηση και διατήρηση των ελληνικών εθίμων και παραδόσεων. Το 1911 δημιούργησε το «Λύκειο των Ελληνίδων», η δράση του οποίου είναι γνωστή μέχρι και σήμερα, για την καταγραφή, διδασκαλία και παρουσίαση παραδοσιακών χορών και εθίμων, αριθμώντας σε Ελλάδα και εξωτερικό 15.000 μέλη.

«Έλληνες πολίτες, κρατήστε ό, τι είναι ελληνικό. Είναι δουλικότητα, ξιπασιά, αμάθεια η ξενομανία. Είναι πιθηκισμός. Έχουμε τα πάντα ελληνικά, είναι πιο όμορφα από κάθε τι ξένο», διακήρυττε με πάθος.

Με δικούς της αγώνες και πρωτοβουλίες κατάφερε να γίνονται οι γυναίκες δεκτές στο Πανεπιστήμιο και στο Πολυτεχνείο ενώ προετοίμαζε το έδαφος για το δικαίωμα της ψήφου των γυναικών, στην αρχή του εκλέγειν και αργότερα του εκλέγεσθαι, καμία κυβέρνηση όμως δεν αποδέχτηκε, ούτε του Βενιζέλου, ούτε του Παπαναστασίου, μέχρι που κατέληξε να γίνει πραγματικότητα μετά από 70 χρόνια και η Καλλιρρόη Παρρέν είχε την ατυχία να μη δει ποτέ το όνειρό της για τη γυναικεία χειραφέτηση να γίνεται πραγματικότητα στην πολιτική σκηνή της χώρας.

Στις 15 Ιανουαρίου 1940, η σπουδαία αυτή αγωνίστρια του γυναικείου κινήματος, άφησε την τελευταία της πνοή μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο. Τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό των Ιπποτών του Σωτήρος, το Αργυρούν Μετάλλιον της Ακαδημίας των Αθηνών και το Μετάλλιο της Πόλεως των Αθηνών, ενώ προτομές της κοσμούν το Α’ Νεκροταφείο Αθηνών και τον περίβολο χώρο του Λυκείου των Ελληνίδων.

Χάρη στις δικές της πρωτιές, χάρη στους δικούς της αγώνες, μπορεί κάθε γυναίκα σήμερα να δηλώνει ισότιμη με όλα τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας, να έχει ίσα δικαιώματα στην εκπαίδευση, στην εργασία, στα κοινά και στην οικογένεια. Τελικά, χρειάστηκε μία πρωτοπόρος γυναίκα για να αλλάξει τις ζωές όλων των μεταγενέστερων. Καλλιρρόη σ’ ευχαριστούμε.

 

Γράφει η Βάνα Κουτσού.

 

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους της αναρτήσεως είτε ολόκληρης, με οποιαδήποτε μεταβολή του ανωτέρω κειμένου και χωρίς την παράθεση του απευθείας συνδέσμου στην ανάρτηση αυτή που είναι: www.ologramma.art

Οι απόψεις των συντακτών είναι προσωπικές και το ologramma.art δεν φέρει καμία ευθύνη.

Το ologramma.art επιφυλάσσεται για την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του.
Προηγούμενο άρθροΑπουσία |Pablo Neruda
Επόμενο άρθρο…εν τη ρύμη του λόγου  
Βάνα Κουτσού
Γεννήθηκε στην Πέλλα το 1990. Σπούδασε στη σχολή Βιοχημείας & Βιοτεχνολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Γενετική. Αγαπά το διάβασμα, το γράψιμο, τα βιβλία και ό, τι έχει να κάνει με τη λογοτεχνία, την ποίηση και την καλλιτεχνική έκφραση πάνω στο χαρτί. Από το δημοτικό ακόμη, έγραφε παραμύθια και ποιήματα, που παρέμειναν κλεισμένα στο συρτάρι της για πολλά χρόνια. Η φλόγα που παρέμενε άσβηστη για τη συγγραφή, έγινε δυνατότερη μεγαλώνοντας όπου και αποφάσισε να λάβει μέρος στον ετήσιο διαγωνισμό στίχου του ωδείου Φουντούλη στο Βόλο το 2015. Τα τρία ποιήματα με τα οποία διαγωνίστηκε, έλαβαν τη δεύτερη και τρίτη θέση και αυτό αποτέλεσε μια μεγάλη ώθηση και να εκδώσει τη δική της συλλογή με τραγούδια και ποιήματα το 2017, με τη συνεργασία του εκδοτικού οίκου Οσελότος, υπό τον τίτλο «Απίστευτα κι απέραντα». Το τραγούδι της «Πίσω στη ζωή» έχει μελοποιηθεί από τον συνθέτη Νίκο Μανδαράκη. Είναι τακτικό μέλος στο Σύλλογο Φίλων Βιβλίου νομού Πέλλας, μία ομάδα μέσα στην οποία αισθάνεται εκεί ακριβώς όπου ανήκει. Μαζί της, θα εξερευνείτε τα τελευταία νέα στο χώρο της λογοτεχνίας, θα γνωρίζετε δημιουργούς και καλλιτέχνες, θα παρευρισκόσαστε σε πολιτιστικά δρώμενα και θα ανακαλύπτετε τι υπέροχο έχει να προσφέρει ο μαγευτικός κόσμος της δημιουργικής έκφρασης.