Jacques Brel:
Εκεί που ο πόνος γίνεται τραγούδι
Πώς μοιάζουν οι πέρλες της βροχής; Ένα βαλς σε χίλιους χρόνους πώς να χορεύεται; Άραγε να το έχει χορέψει κανείς; Ή θα το χορέψει στο μέλλον; Σκέψεις που ίσως κανείς μας να μην έκανε, αν δεν υπήρχε κάπου – κάποτε ο Jacques Brel, να δώσει φωνή και ψυχή σε κάποιους από τους πιο ποιητικούς στίχους που έχουν γραφτεί ποτέ. Κι αν τραγούδησε σπαρακτικά το «Ne me quitte pas» τελικά κατάφερε αυτό που ευχόταν – να μην τον ξεχάσουμε ποτέ.
Ο Jacques Romain Georges Brel γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1929 στις Βρυξέλλες. Ήταν γιος του Romain Brel και της Elisabeth Lambert Brel, μιας οικογένειας της μεσαίας τάξης. Ο πατέρας του εργαζόταν σε εταιρία εισαγωγών – εξαγωγών και η μητέρα του ήταν καθολική νοικοκυρά. Μέσα σε ένα κλίμα αυστηρότητας και θρησκευτικής ευλάβειας, ο Brel επαναστάτησε, κυρίως μέσα από τα τραγούδια του.
Φοίτησε στο Institut Saint-Louis, για το οποίο ουδέποτε έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αντιθέτως εξέφρασε από νωρίς την αγάπη του για τη γραφή και την μουσική. Ταυτόχρονα ήταν μέλος των καθολικών προσκόπων, γεγονός που έδωσε ακόμη περισσότερη ώθηση στο πάθος του για την στιχουργική και κάθε είδους ενασχόληση με την τέχνη. Άλλωστε μέσα από την εμπειρία του αυτή γεννήθηκαν μερικοί από τους σπουδαιότερους στίχους του.
Μετά τη θητεία του στην Βέλγικη αεροπορία ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του, καθώς εργάστηκε σε εργοστάσιο χαρτονιού, κάτι που δεν τον συγκινούσε ιδιαίτερα. Τα βράδια άφηνε δειλά, δειλά την ζωή του υπαλλήλου και ακολουθούσε το μονοπάτι της καρδιάς του, τραγουδώντας στα καμπαρέ των Βρυξελλών. Το πρώτο του ηχογραφημένο τραγούδι «Il y a» κυκλοφόρησε το 1953, ωστόσο το καθοριστικό γεγονός της ζωής του και μετέπειτα της καριέρας του ήρθε έναν χρόνο αργότερα το 1954, όταν ο μουσικός παραγωγός Jacques Canetti τον άκουσε να τραγουδά και τον έπεισε να μετακομίσει στο Παρίσι.
Στο Παρίσι ξεκινά την πορεία του από τα καμπαρέ της γραφικής Μονμάρτης, δίπλα σε άλλους ανερχόμενους καλλιτέχνες όπως ο Georges Brassens και ο Charles Aznavour. Παρά τις δυσκολίες που κλήθηκε να αντιμετωπίσει όντας σε μια ξένη χώρα, γρήγορα καθιερώθηκε, λόγω των συναισθηματικά φορτισμένων ερμηνειών του και των ιδιαίτερων στίχων του, οι οποίοι ήταν όμοιοι με ποίηση. Το Quand On N’a Que L’amour το 1956 του χαρίζει το Grand Prix du Disque και η καριέρα του εκτοξεύεται. Τα τραγούδια του μεταφράζονται και διασκευάζονται από καλλιτέχνες όπως οι Frank Sinatra, Ray Charles και Nina Simone.
Η ποιητική του αύρα πέρασε και από τα μονοπάτια της υποκριτικής, καθώς εμφανίστηκε σε πολλές ταινίες, όπως στο «Les Amants de Teruel» το 1962. Ωστόσο η πιο γνωστή του κινηματογραφική του δουλειά ήταν η ταινία «Le Far West» το 1973, την οποία σκηνοθέτησε ο ίδιος και έλαβε υποψηφιότητα για Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών.
Την ίδια χρονιά αποσύρθηκε από τις ζωντανές εμφανίσεις επικαλούμενος εξάντληση και ανάγκη για νέες περιπέτειες. Το 1977 κυκλοφορεί τον τελευταίο του δίσκο «Les Marquises» και λίγο αργότερα εμφανίζει καρκίνο του πνεύμονα, μια ασθένεια που τελικά τον παίρνει νωρίς από τον κόσμο, που χάρισε απλόχερα το ταλέντο του και το αστείρευτο καλλιτεχνικό του αίσθημα.
Ο Jacques Brel ευχήθηκε κάπου – κάποτε να μην τον ξεχάσουμε ποτέ. Απλά και σπαρακτικά, μ’ ένα μικρόφωνο και μια φωνή γεμάτη συναίσθημα και πόνο, τόλμησε να δώσει χρώμα στον χωρισμό, να μελοποιήσει τον θάνατο και τελικά πέταξε για την αιωνιότητα, γνωρίζοντας βαθιά μέσα του ότι το «Ne me quitte pas» είχε ήδη γίνει πραγματικότητα.
*Γράφει η Δανάη Καλογερή.
Γεννήθηκε ένα ανοιξιάτικο πρωινό του 2001 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στα Βόρεια Προάστεια απέναντι από ένα αθλητικό κέντρο μαζί με τους γονείς της , τη γιαγιά της και το σκύλο της, Φοίβο. Αποφοίτησε από Καλλιτεχνικό σχολείο και τον προηγούμενο Σεπτέμβριο ξεκίνησε να φοιτά στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών στην Αθήνα. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν φυσική εξέλιξη καθώς από τότε που θυμάται τον εαυτό της υποδυόταν ρόλους που έβλεπε σε ταινίες και σειρές και καθόταν άπειρες ώρες μπροστά από έναν καθρέφτη τραγουδώντας και χορεύοντας.












